Κανείς στο χωριό μας δεν έζηγε μοναχά από τ' αμπέλι του. Και κανείς δεν ήτανε δίχως αμπέλι.
Από μια πεζούλα αμπέλι· είκοσι κούρβουλα, που λέει o λόγος, ούλοι είχανε. Μην τα τηράς τώρα που λογγώσανε...
Κάποτε βάνανε και κρασί οι Σερβαίcι από τούτες τις λογγωμένες ακλαδούρες. Και καλό και πολύ κρασί.

Τα αμπέλια μας ήσαντε σε τέσσερους τόπους μαζεμένα: Στην Κρίκιζα· στα Κοκκινάλωνα· στο Τραναλώνι και στην Κάπελη. Τα αλλού πρώτα αμπέλια του χωριού είναι οι Κρίκιζες. Κοντά φυτέψανε τα Κοκκινάλωνα... φιέτουλες.
 
Τις Κρίκιζες τις λέγανε και Περαμπέλια. Τα Τραναλώνια και τα Κοκκινάλωνα φυτεύτηκαν τον ίδιον καιρό. Υπολογίζω γύρω στα 1850. Και φυσικά όχι όλα τα Κοκκινάλωνα μαζί. Τα τρία πρώτα αμπέλια ήσαντε : Του γερο - Θανασά, του γερο - Δημήτρη, του γερο - Λιά και του γερ - Αναστάση.
Τ' άλλα φυτεφτήκανε πολύ αργότερα˙ γύρω στα 1890. Κάθε γενιά, πο 'ρχότανε, αβγάταγε και τ' αμπέλια.
Στα Περαμπέλια και στην Κρίκιζα τα περσσότερα αμπέλια είναι φυτεμένα με γουβιά. Ούλα τ' άλλα αμπέλια είναι φυτεμένα με το λοστάρι.
Τα περσσότερα αμπέλια είναι φυτεμένα με ξέλασες. Πολύ λίγα αμπέλια είναι φυτεμένα με δανεικαριές και με ένα μοναχά νοματέο. Τα πλαγερά θέλουνε λοστάρι και να πέσει απάνου και η αναγουμή.
lostari
Ανοίγει μπροστά ο ένας τρούπες με το λοστάρι. Πάει α άλλος αποπίσω και βάνει μέσα τον αμπελόφυτο και ρίνει χώμα ανάκατο με χωνεμένο προβατοφούσκι και το θηκιάζει με το ραβδί. Σε καιρό αναβροχιάς του ρίνουνε απόκονrα και μιά τέσα νερό στην κάθε βέργα. Η μία βέργα από την άλλη ήτανε αλάργα ίσαμε μια καλή αντρίκεια αγρασκελιά. Στερνά ρίνανε κάτου την αποκούρα και χωνόσαντε ακόμα δυό κόμπια  (μάτια) του αμπελόφυτου. 'Οξω από τη γης δυό μάτια του αφήνανε. Από κει και πέρα το κλαδεύανε.
gouvi
 
Για τα γουβιά κάνανε αλλιώτικα.
Ανοίγανε μιά γούβα  ίσιαμε μιά καλή αγρασκελιά του μάκρους και μιά πιθαμή του πλάτου·  όσο να χωράει το στενόφκυαρο· και το πηγαίνανε ίσιαμε ένα γόνα του βάθου. Στερνά πιάνανε τον έναν αμπελόφυτο και τον γοντίζανε κατά τη μιά μεριά και τον άληλονε τον εγονατίζανε κατά την άλλη μεριά. Σε κάθε γουβί βάνανε δυό φυτούς.
Τον αμπελόφυτο τον διαλέγανε το Γενάρη και τον χώνανε στον άμμο. Τον φυτεύανε Μαρτίζοντας.
Και ντόπιο και ξένo φυτό φυτεύανε.
Τα περσσότερα κλήματα ήσαντε για κρασοστάφυλα: Σκυλοπινίχτης· Περαχωρίτικο· Σαββατιανό· Βολίτσα· Κρασούδι· Μοσκούδι· Καρακιάδες·  Σφακασπρούδα· Αητονύχια... τα 'φτακοίλια και τα Βαϊδομάτια και τα Αητονύχια και τους Σιδερίτες τα φυτεύανε στις αυλές και τα κρεβατώνανε ή τα φυτεύανε κοντά σε άλλα τρανά κλαριά και τα δένανε να σκαρφαλώσουνε απάνου.
Εκεί όξω στο μύλο ήτανε ένας πλάτανος ίσαμε δεκαπέντε, κι απάνου, οριές ψηλός.
Στή ρίζα του είχε ένα κλήμα αητονύχι. ' Ητανε απλωμένο σ' ούλο τον πλάτανο. Δίχως θειάφια, δίχως ρέντια, δίχως κλάδους κατέβαζε τέσσερες καφίνες σταφύλια λαχταριστά. Μαζί με τις άλλες κληματαριές, που ήσαντε απάνου στ άλλα κλαριά εναγύρω στο μύλο, μαζεύανε τόσα σταφύλια που βάνανε. ένα βουτσί κρασί πενήντα μπότσες. (Μιά μπότσα: δυόημισυ οκάδες) .
Και στο χωριό και στη Σφυρίδα και στη Μπριτσιά είχανε κληματαριές σε κλαριά.
Στον πλάτανο στο μύλο, που είχε απάνου το αητονύχι, λένε πως κράταγε στοιχειό !
Τα νέα αμπέλια τα λέμε φυτιές. Στα τρία χρόνια η φυτιά κάνει τα Πρώτα τσαμπιά. Το αμπέλι άμα το καταβολαδιάζεις δε γερνάει ποτέ.
 
Τα πρώτα χρόνια τα αμπέλια τα ρεντάγανε με φτέρες και με ρίγανες. ' Αμα βγήκανε τα καταβρεχτήρια τα καταβρέχανε με τα καταβρεχτήρια. Και τώρα τελευταία τα ρεντάγανε με τις ρεντιστικές μηχανές της πλάτης.
Το ρέντι γινότανε με νερό που το κουβαλάγανε με ασκιά και τα ρίνανε μέσα σε βούτες, που τις είχανε στ' αμπέλια παγαιμένες από πρίν. Μέσα στο νερό ρίνανε : αλογόπετρα (γαλαζόπετρα), θειάφη, χορίδι.
Να γίνεται όπως το χρώμα τ ουρανού η βάψη του νερού. Και σε λεβέτια και σε ξυλοβάρελα φτιάνανε το νερό για το ρέντι. Τα ρέντια ήσαν δύο και τρία χέρια.
Το θειάφισμα το κάνανε τα βράδυ με παγάδα και για τον αέρα, αλλά για να μη το βαρεί ο ήλιος τα θειάφι απάνου στο σταφύλι και το καίει. Κάποτε ρίνουνε και στάχτη ή μπουχό μέσα στο Θειάφι για να μην είναι μονάτη και τα καίει τα σταφύλια.
' Οποιος έχει φυσερό θειαφίζει με φυσερό· όγοιος δεν έχει φυσερό θειαφίζει με: σκαλτσούνι, με τσεμπέρα, με μπαρέζι.
 
'Αμα θέλουνε να ειπούνε για ένανε πως είναι τάχα σπάταλος· λένε
 
«... 'Οσα και να του δώκεις δεν του φτουράνε... τα θειαφίζει! ...».
 
Μέσα στο σκαλτσούνι βάνουνε και δυό — τρία χαλικάκια για βάρος·  για το τίναγμα.
Τον καιρό του πολέμου, που δεν είχαμε θειάφι, ρίναμε, πασπαλίζαμε, τα σταφύλια με στάχτη και μπουχό, αλλά κείνο δεν ήτανε τίποτα· ούτε παραθαρρειά...
'Ητανε και το σκάψιμο. Το κάνανε το Μάρτη. Σειότανε ο τόπος στ' αμπέλια από τους κασμάδες, και τα ψιλοκούδουνα των μαρτινιώνε. Και τ' αμπέλια οι γυναίκες μοναχές τους τα σκάβανε. Οι γέροι τα κλαδεύανε και οι γυναίκες: μεσόκοπες, νιές, παντρεμένες.. κι ανύπαντρες πέφτανε με τα μούτρα στο σκάψιμο. Μέσα στη Μεγάλη Σαρακοστή κι όλας. Με τις φακίτσες, με τα ρεβύθια, με τη φάβα, με τα φασόλια, με τα πράσα, με τις γουρδουλιέρες τις τρυφερές και καλές, με τα σφαλιγκάρια, με τα μπολμπόλια, με τα βορβιά, με τις λαχανόπιτες τις μοσκομυρουδάτες από μυρώνι και καυκαλίδα και ράπανα και στριφτούλια και τζουρούχανα... Και με τα λιγοστό, από τα τσοπανόπουλα, τραγούδι.
Το σκάψιμο γινότανε και με δανεικαριές και με ξέλασες πότε — πότε... σε χαροβαρεμένους και σε αρρώστιες κι αδυνασιές.
Το σκάψιμο γινότανε σε κουτρούλια. Αν ήτανε ξελακωμένο τα χινόπωρο ήταν πια εύκολο το σκάψιμο. Λίγοι προκάνανε και τα ξελάκωναν και τα μονοβέργαζαν τα χινόπωρο. Το ξελάκκι γινότανε, αφού μονοβεργιότανε τ' αμπέλι. Κόβανε, δηλαδή, όλες τις βέργες οι κλαδούχοι κι αφήνανε μοναχά στους πίρους αλάκερη τη βέργα και την κόβανε τον καιρό του κλάδου. Βοηθάει και το αμπέλι και τον κλαδούχο το μονοβέργημα.
Αλλά οι μονάξιες; Ανάγκαζαν να γίνεται ο κλάδος μια φορά, τα Φλεβ
άρη και βιαστικά.
Κατά το Μάη γινότανε κι ο σκάλος. Χάλασμα των κουτρουλιώνε και ισιωμάτωση των αμπελιώνε.
 
Το κορφολόγημα κι ο σκάλος γίνονταν τον ίδιο καιρό. Κορφολόγημα θα ειπεί : μπρου ν' ανθίσει τ' αμπέλι να βγάλω ούλα όσα δεν έχουνε σταφύλι και κείνα πού έχουνε σταφύλια τα κόβουμε δυό κόμπους απάνου από τα σταφύλι. Τα στερφάδια δεν αφήνουνε το σταφύλι ν' αεριστεί και να θραφεί.
Από το μπαρδάλιασμα αρχίζει και το φύλαμα των αμπελιώνε από το βεργάτη. Τον καιρό στα σταφύλια βάναμε δυό και τρεις βεργάτες. Ο ένας για την Κάπελη και οι άλλοι δυό για τα δώθε. Αλλά και ο ένας για τα δώθε έφτανε.
Σαν γινότανε τα σταφύλια, πήγαινε α πασάνας και έκοβε συκοστάφυλα και ήφερνε στο σπίτι του, να χλοϊστεί και να φρανθεί η φαμελιά του τα φρούτα της και να χαρεί τα κόπια της.
Τ' Αγιαννιού του νηστευτή και του Σταυρού θέλα πάνε ούλοι στ’ αμπέλια. Κείνες τις δυό ημέρες κανείς στο χωριό δεν ακούμπαγε μήτε λάδι στο στόμα του, όγοια ημέρα και να πέφτανε οι γιορτάδες κείνες.
Τον καιρό του τρύγου ούλο το χωριό ήτανε στ' αμπέλια. Τη μιά βδομάδα, την πρώτη, έπεφτε το χωριό για τρύγο στις Κρίκιζες και στα Κακκινάλωνα και στα Τραναλώνια και τη δεύτερη βδομάδα στην Κάπελη.
'Αλλοι το πατάγανε στα καδιά κι άλλοι στα λεβέτια κι άλλοι στους ληνούς. Με τα κρασάσκια κουβαλάγανε τα μούστο και με τις τσιπουριές τα τσίπουρα. 'Εβραζε ο μούστος, όσο έβραζε, και σαν έκοβε η βράση σφραγίζανε το βαγένι με την ακουνίτσα και με ρετσίνι. Βάνανε το ρετσίνι στις χασμάδες της ακουνίτσας και το λιώνανε με την πυρωμένη μασιά .
Σ' ένα μήνα ανοίγανε τον απάνω πίρο και πιάνανε κρασί.
Και το άρμεγμα γινότανε· και το στράγισμα γινότανε· και το βράσιμο του μούστου για πτιμέζι γινότανε· και οι μουσταλευριές γινότανε· και τα σουτζούκια φτιάνανε οι μανάδες με τα παιδιά· και τα τσίπουρα τα βράζανε στα καζάνια και βγάνανε τη ρακή. Και κρεμαστάρια στα γκιλέρια κρεμάγανε οι νοικοκυράδες τα γερά σταφύλια· τα φρούτα του χινόπωρου· το πρωφαντό του καταλαχιάρη.
Καζάνια για τη ρακή είχανε ούλα τα σόϊα : Οι Δημαίοι, οι Στρικαίοι, οι Φιλαίοι,. οι Σκιζαίοι, οι Βεργαίοι, οι Κωστανταίοι, οι Θυμιακαίοι.  Η καλύτερη ρακή βγαίνει με την πρώτη στάλα. Εκείνη τη βάνανε χώρια και την είχανε για φάρμακο: για εντριβές και για κάναν πονόκοιλο.. Από την ίδια ρακή βάνανε στο πρόσωπο οι άντρες άμα ξουριζόσαντε.
Από την άλλη ρακή πίνανε οι άντρες καθώς γυρίζανε τα βράδια αποσταμένοι. Από την ίδια φιλεύανε τον καταλαχιάρη μουσαφίρη, κερνάγανε στα γιορτάσια τους φίλους, στέλνανε και 'πισκέσι σε καλέσματα κουμπαριάς για βαφτίσια ή για στέφανα.
Το κρασί ήτανε, για τα περσσότερα σπίτια, το πρώτο φίλεμα. Γιορτάσια· γάμοι· χαρές· αποκρυές· Χριστού, Λαμπρή, με κρασί τα χαιρότανε το χωριό. Ξένα πιοτά στο χωριό δεν μπαίνανε κας και κάς. Τις ει ξέρει αν ήφερνε κανείς δωπά - δεκεί άλλο αγοραστό πιοτό στο χωριό.
Τα μαγαζιά πουλάγανε κονιάκο και αγοράζαμε μοναχά άμα έτρεχε η κοιλιά μας και δεν ήτανε ο καιρός που είναι τα γκόρτσα.
Το κρασί το πίνανε με το τάσι ή με το μαστραπά ή με την τσίτσα ή με τα γυαλιά. Με τα γυαλιά το κερνάγανε στο σεΐρι τη Λαμπρή στη Ράχη και `της Παναγίας, που γιορτιάζει η απάνου εκκλησιά και ερχόνταν τα βιολιά και το πανηγυρίζαμε.
 
Παροιμίες
«Το καημένο το κρασί / την καρδούλα μου τη σείει».
«Κρασί, σε πίνω για καλό και συ με πας στον τοίχο».
«Ο ζουρλός είδε το μεθυσμένονε και σκιάχτηκε !»
«Ο ύπνος τρέφει το παιδί κι ο ήλιος το μουσκάρι και το κρασί το γέροντα τον κάνει παλικάρι».
 
(ΧΔ)