Νάηταν Σαββάτο Απομεσήμερο,
κι εγώ χρόνων δεκάξη.
Λιγνό «Βλαχάτσι»
να κινάω για το χωριό,
μ’ όλη μαζί τη συντροφιά μου τα «Βλαχάτσια»

Μπροστά,
ο Αντώνης ο τετράπηχος
με τον «φασίολο το μέγα»!..
Ο Πάνος, ο Μητσάρας, και κοντά
ανήμπορος
ν’ ανοίξει τάχα βήμα με τους πρώτους,
με τους μικρούς ο Νίκος ν’ ακολούθαγε...

Στ’ άδειο σακκούλι
τα «Ελληνικά» και η άλγεβρα(!)
Κι η πρώτη στάση στης Ελένης το μύλο-
να διαλέξουμε πεντόβολα,
και «τ’ άταρα»
να πάρουνε μι ανάσα.

Έ, ρε μοσκοβολιές και χρώματα,
κι ο «Μπούφης» πέρα δώθε τσαλιμάκια...
βεργολυγίσματα οι ετιές, κι οι λυγαριές
καμάρι οι λεύκες..
Στ’ άγια του κέφια ο παππούλης ο Θεός..

Στ’ ακόνι
θα σταθούμε για τα ονόματα.
Να τα σκαλίσουμε βαθειά πολύ — όσο παίρνει —
Πάλη
στο χρόνο ενάντια τον Ανίκητο.
— Πρώτος εγώ...
— Ρε κάνε πέρα...
— Στερνή σου ήμερα κακομοίρη μου..

Στ’ αλώνι της Τσικούλας - βάνε σύνορα -
o Νίκος τού παππά (διαβόλου εγγόνι)
σκάγια τις τσέπες του γιομάτες,
να ντα «σκάσουμε»
ν’ αντιλαλήσουν τα βουνά τον ερχομό μας..

Κάθε καρδιά και πέρδικα στο διάσελο,
πιασμένη στης συγκίνησης τα βρόχια.
Πίσω μας τα Λαγκάδια,
το χωριό μπροστά!.
...δυό Αγάπες και με βάλανε στη μέση..

H Ναζαρέτ — μπορεί — τ’ Απόβραδο
που γύριζε ο Χριστός αποσταμένος,
και της Ιθάκης ο καπνός,
απ’ του χωριού τη γλύκα
και του Σαββάτου τα πιστρόφια κάτι νάχουνε.

— Γειά σου θειά Χρυσαυγή ηηη
— Πώς πάει το σκάλισμαααα;
Καλωώς τους τους., γραμματισμένους!..

Καρδιά μου βάστα. Η μάνα στην αυλόπορτα.
«Καλώς μου τα» η γιαγιά — Γαλάζιο δάκρυ —
Ο Μούργος,
να χαϊδεύεται στα πόδια μου
να ζεματάει η κουλούρα στο πλαστήρι..

Χόπα!..
Τα «Ελληνικά» και η άλγεβρα.
Πέταμα, κι όπου φτάσουν ας βρεθούνε.
Κι ίσια στη βρύση.. Στα περβόλια
με τ’ αδέλφια μου,
με τα ξαδέλφια, και τους φίλους που προσμένουν..

Σαββάτο βράδυ στο χωριό!. — Ζήτω η ζωή. —
Ο παράδεισος του απάνω κόσμου..
Θέ μου,
το χρόνο μαύλισέ τον να σταθεί,
την Κυριακή να πάρει ο ύπνος
και ν’ αργήσει..

 

(ΧΔ)

 


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.