Δημοτικό τραγούδι - Κείμενο

Κ. Π. Καβάφης
Κριτική Εισαγωγή

Ν. Γ. Πολίτου, Eκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού. Eν Aθήναις, Tυπογραφείον «Eστία», K. Mάισνερ και N. Kαργαδούρη, 1914

Η ΣΥΛΛΟΓΗ δημοτικών τραγουδιών την οποίαν μας δίδει ο κ. Πολίτης θα ευχαριστήσει πιστεύω τους ενδιαφερομένους εις την λαϊκή μας ποίησι --είναι με προσοχή μεγάλη καμωμένη, έχει σημειώσεις επεξηγηματικές του θέματος κάθε τραγουδιού, έχει άλλες σημειώσεις που εξηγούν τες ασυνήθεις λέξεις και τους ασυνήθεις τύπους, έχει έναν πολύ καλό πίνακα εις τον οποίον αναγράφονται με ακρίβειαν και σαφήνειαν οι πηγές, και η διαίρεσις του βιβλίου --εις δέκα τέσσαρα μέρη και δυο επίμετρα-- είναι πολύ επιτυχής.

Τα δέκα τέσσαρα μέρη είναι "Ιστορικά Τραγούδιά", "Κλέφτικα Τραγούδια", "Ακριτικά Τραγούδια", '"Παραλογαίς", "Τραγούδια της Αγάπης", "Νυφιάτικα Τραγούδια", "Ναναρίσματα", "Κάλανδα Βαΐτικα", "Τραγούδια της Ξενιτειάς", "Μοιρολόγια", "Μοιρολόγια του Κάτω Κόσμου καί του Χάρού", "Γνωμικά Τραγούδια", "Εργατικά και Βλάχικα", "Περιγελαστικά". Τα Επίμετρα είναι "Δημοτικά Τραγούδια των Μέσων Χρόνων", και "Τραγούδια εις Ελληνικάς Διαλέκτους".

Τα "Ιστορικά Τραγούδια" αρχίζουν με το "Κρούσος της Αντριανόπολης". Η παρατήρησις του κ. Πολίτου επ' αυτού είναι ορθοτάτη. Θα ήταν αστείον να υποτεθεί ότι αναφέρεται εις την κατάληψιν της Aδριανουπόλεως, υπό των Ρώσων, στα 1829. Οι στοχασμοί του συγγραφέως που τον κάμνουν να θέλει το 1361 ως εποχή για το άσμα εμένα με πείθουν μπορεί να μην πείσουν άλλους σπουδαστάς της ιστορίας, πάντως όμως θα ομολογηθεί ότι μοιάζει πολύ αρχαίο μνημείον αυτό το εξάστιχον άσμα:(1) Στην συλλογή του Πασσόβ επίσης χρονολογείται 1361. Ο πρώτος που το εδημοσίευσεν ήταν ο Άγγλος λόγιος Πάσλη (στα Ι837).

"Της Αγιά Σοφιάς" είναι το πολύ γνωστό και ωραίο εκείνο τραγούδι:

Σημαίνει ο Θιος, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κ' η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,

με τετρακόσια σήμαντρα κ' εξηνταδυό καμπάναις,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ' την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνναις...

Μεταξύ των πολυαρίθμων θρήνων για την άλωσι της Κωνσταντινουπόλεως "οίτινες συνετάχθησαν" λέγει ο κ. Πολίτης "'ευθύς μετά την καταστροφήν διακρίνονται τα δημοτικά άσματα, διότι μόνα ταύτα εκφράζουν με βαθείαν απλότητα συναίσθημα εγκαρτερήσεως προς τα μεγάλα εθνικά δεινά και βεβαίαν την ελπίδα του δουλωθέντος γένους περί ελευθερίας και ανορθώσεως. Είναι δ' αληθώς άξιον θαυμασμού ότι ταύτα εγεννήθησαν καθ' ην εποχήν το γένος εφαίνετο απολέσαν τα πάντα. Η παρατήρησις είναι δικαιολογημένη. Εξ άλλου, τα δημοτικά τραγούδια και ως ποιήματα είναι ανώτερα. Σ' έναν όμως θρήνο, "Το Ανακάλημα της Kωναταντινόπολης", έργον ανωνύμου συγγραφέως του 15ου αιώνος,(2) βρίσκω, στους πρώτους στίχους, μια θαυμασία δύναμιν έκφράσεως και απεικονίσεως στα δυο πλοία που μιλούν - με τι αγωνία ρωτά το ένα, με τι αγωνία το άλλο λέγει τα μαντάτα,

"Καράβιν, πόθεν έρχεσαι, και πόθεν καταιβαίνεις;"
"Έρκομαι ακ τ' ανάθεμα, κ' εκ το βαρύν το σκότος...
απαί την Πόλιν έρκομαι την αστραποκαμένην..."

"Στάσου, καράβι, να χαρής, πάλι να σ' ερωτήσω,
εκεί 'λαχε ο βασιλεύς, ο κύρις Κωνσταντίνος,
ο φρένιμος, ο δυνατός, ο περισσ' ανδρειωμένος,
....................... . το φήμιν των Ρωμαίων;.

Εκεί 'λαχεν- ο Δράγασης ο κακομοιριασμένος...(3)

Το προοίμιον του ποιήματος αυτού ο Πολυλάς το ονόμασεν "εξαίσιον"'.

Το σημείωμα του τραγουδιού της "Κυρά Φροσύνης" -Ιανουάριος 1801- δεν είναι μεγάλο πράγμα αυτό το τραγούδι (4) περιέχει μιαν ενδιαφέρουσαν ιστορική πληροφορία: "Τα πτώματα της Φροσύνης και τινων των άλλων γυναικών, εκβρασθέντα υπό των κυμάτων εις την ακτήν, εκηδεύθησαν η δε Φροσύνη ετάφη εις το μοναστήριον των Αγίων Αναργύρων. Η εκκλησία σπεύσασα να αποδώση εις τα λείψανα αυτών τας επικηδείους τιμάς, τας ανηγόρευσε Καλλιμάρτυρας".

Έμορφο είναι το τραγούδι "Του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη". Ο Κυριακούλης εφονεύθη στην Ήπειρο, μερικοί από τους πολεμιστάς του μετέφεραν το σώμα, και το έθαψαν στο Μεσολόγγι το δε δημοτικόν άσμα, με πολλήν πρωτοτυπίαν - ως αναφέρει ο συγγραφεύς - αντί περιγραφής του θανάτου του Κυριακούλη, εκθέτει πώς ο Πετρόμπεης ανεκοίνωσε, στην Μάνη, το άγγελμα στην γυναίκα του φονευθέντος,

Πετρόμπεης καθότανε ψηλά στο Πετροβούνι,
κ' εσφούγγιζε τα μάτια του μ' ένα χρυσό μαντήλι.
-Τι έχεις, Μπέη πού χλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα;
-Σα μ' ερωτάς, Κυριάκαινα, και θέλεις για να μάθης
απόψε μού 'ρθαν γράμματα από το Μεσολόγγι,
τον Κυριακούλη σκότωσαν, τον πρώτο καπετάνιο,
και στάζουνε τα μάτια μου και τρέχουν μαύρα δάκρυα!

Τα τελευταία ιστορικά τραγούδια της σειράς είναι ο "Καταδικασμός τση Κρήτης", 1830, για τα ότι δεν περιελήφθη η Κρήτη στο ελληνικό Βασίλειο, και ένα του 1881 (που πρωτοδημοσιεύθηκε στην Ακρόπολi" 30 Ιουλίου 1892) για το ότι δεν δόθηκαν τα Γιάννινα στην Ελλάδα.(5)

Απο τα "Κλέφτηκα τραγούδια" ένα φέρει αρκετά αρχαία χρονολογία. Είναι "Του Λιβίνη",
του 1685. Το αρχαιότερο στην συλλογή του Πασσόβ είναι "Του Χρήστου Μηλιόνη",
1700-1710. Αλλά είναι ζήτημα κατά πόσον η χρονολογία αυτή του Πασσόβ είναι σωστή.
Ο κ. Πολίτης ορίζει το 1750 ως χρονολογίαν για το άσμα "Του Χρήστου Μηλιόνη", και βασιζόμενος σε σφραγίδα του Μηλιόνη (ευρισκομένην στο μουσείον μια σφραγίδα του Μηλιόνη (ευρισκομένην στο μουσείον της εν Αθήναις ιστορικής εταιρείας), λέγει ότι ο οπλαρχηγος αυτός έζησε περί τα μέσα του 18ου αιώνος.(6)

Ο Λιβίνης, από το Καρπενίσι, με άλλους αρματωλούς έλαβε μέρος στον πόλεμο των Ενετών κατά των Τούρκων. Ένας λόφος στην Γόλιανη, λέγεται ακόμη, από μια νίκη του, λόφος του Λιβίνη. Στο άσμα ο Λιθίνης παραγγέλνει για τ' άρματά του να τα πάρει ο Γιώργος του, ο γυιος του. Αλλά για την ώρα είναι "μικρός.... κι απ' άρματα δεν ξέρει." Ώστε να μένουν, ίσια με να "διαβή τα δεκαννια και γίνη παλληκάρι".

Ο Σάθας ("Τουρκοκρατουμένη Ελλάς") λέγει ότι στην Αράχωβα ένας ταξειδιώτης ανέγνωσε, στα 1830, επάνω στον τοίχο της Εκκλησίας της Αγ. Τριάδος την σημείωσι "Κατά το 1685 επολέμησε ο καπετάν Λιθίνης".

Δεν πιστεύω να είναι γνωστή εις πολλούς η πληροφορία που μας δίδει ο κ. Πολίτης ότι το φημισμένο -και ωραίον- άσμα, το "Μάννα, σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω...", το οποίον υπελήφθη ως "ακραιφνώς δημώδες" δεν είναι δημοτικό διόλου, αλλά μια διασκευή δημοτικοϋ άσματος, "Του Βασίλη" (πολύ κατωτέρου, ποιητικώς), καμωμένη από τον Πέτρο Λάμπρο.

Έχει ένα άσμα το οποίον σταματά τον αναγνώστη με τον τόνον του τον απογοητευμένον ξεχωρίζει ανάμεσα στους αίνους και στα καυχήματα της κλέφτικης ζωής, κομάτι μετριασμός στα ηρωϊκά.

Παιδιά, σαν θέτε λεβεντιά και κλέφταις να γενήτε,
νεμένα να ρωτήσετε να σας ομολογήσω
της κλεφτουριάς τα βάσανα και των κλεφτών τα ντέρτια.
Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς μαύροι κλέφταις!
Ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε,
ολημερίς στον πόλεμον, την νύχτα καραούλι.
Δώδεκα χρόνους έκαμα στους κλέφταις καπετάνιος.
Ζεστό ψωμί δεν έφαγα, δεν πλάγιασα σε στρώμα,
τον ύπνο δεν εχόρτασα...

"Του Κλέφτη το Κιβούρι", είναι τραγούδι με πολυάριθμες παραλλαγές. Η πηγή του είναι πολύ παληά. Μ' επιστημονικότατον πνεύμα ο κ. Πολίτης σημειώνει την βαρύτητα του ημιστίχου "μακρύ για το κοντάρι".

Παιδιά μου, μη μ' αφήνετε στον έρημο τον τόπο,
για πάρτε με και σύρτε με ψηλά σ' την κρύα βρύση,
που ναι τα δένδρα τα δασιά, τα πυκναραδιασμένα.
Κόφτε κλαδιά και στρώστε μου, και βάλτε με να κάτσω,
και φέρτε τον πνεματικό να με ξομολογήση
για να του πω τα κρίματα, όσά χω καμωμένα,
δώδεκα χρόνια αρματωλός, σαράντα χρόνια κλέφτης.

Και βγάλτε τα χαντζάρια σας, φκειάστε μ' ωριό κιβούρι,
να ναι πλατύ γι' τ' άρματα, μακρύ για το κοντάρι...

"Το κοντάρι" τούτο σημαίνει πολύ. Κάμνει το άσμα να φαίνεται παλαιότερο από την χρήσι των πυροβόλων όπλων.

Ένα έμορφο δημοτικό μέτρο, είναι τό

Σαράντα παλληκάρια από την Λειβαδιά,
καλά κι αρματωμένα πάνε για κλεψιά...

Κλαίνε τα δέντρα, κλαίνε, κλαίνε τα κλαριά,
κλαίνε και τα λημέρια που λημέριαζα...

Το αίμα του σαν βρύση χύνοντα στη γης
και γιατρεμό δεν είχεν η βαθειά πληγή...

Είναι γρήγορο, έχει παραστατικότητα, κ' έχει μες την κατασκευή του το μέσον της διακοπής της μονοτονίας χωρίς βιαίαν εξωτερική μεταβολή. Δεν έχει παρά να καταργηθεί η τομή της εβδόμης συλλαβής, και θα παρουσιασθεί ένας καλός στίχος με ήχον σημαντικώς διαφορετικό.

Δεν πρέπει να παρέλθουμε το υπ' αριθμόν 37 τραγούδι χωρίς ν' αντιγράψουμε αυτόν τον εκλεκτόν αποχαιρετισμό,

Έχετε γειά ψηλά βουνά, και κάμποι με τα ρόδα,
δροσιαίς με τα χαράματα, νύχτες με το φεγγάρι.

Έξοχον είναι το ακόλουθον τετράστιχον,

Ταντρειωμένου τάρματα δεν πρέπει να πουλειώνται,

μόν' πρέπει τους 'σ την εκκλησιά κ' εκεί να λειτουργειώνται,
πρέπει να κρέμωνται ψηλά σ' αραχνιασμένο πύργο,
να τρώη η σκουριά το σίδερο κ' η γη τον αντρειωμένο.

Η λιτότης του είναι ελληνικοτάτη, κ' έχει μιαν ελλειπτική φράσι στο "μόν πρέπει τους στην εκκλησιά". Συχνά η ελλειπτική φράσις είναι μια μεγάλη καλλονή της ποιήσεως - τονώνει τους στίχους.

Από χρόνια το θυμούμαι αυτό το έξοχο, το αλήθεια ελληνικό τετράστιχο. Τον τελευταίο στίχο εγώ τον εγνώριζα έτσι,

Σκουριά να τρώει τάρματα κ' η γη τον αντρειωμένο

για να προτιμήσει την γραφή "να τρώη η σκουριά το σίδερο", θα έχει βέβαια τον λόγο του ο κ. Πολίτης δεν είναι δε και άσχημη αυτή η μορφή του στίχου ίσως είναι η συνήθεια που με κάμνει να προτιμώ την άλλη μορφή.

"Του Κίτσου" είναι γνωστό τραγούδι, και πολλές και πολύ διαδεδομένες η νεότερες διασκευές του. Οσάκις το διαβάζω πάντα με κρατεί για λίγο ο αφελής διάλογος μεταξύ της μάνας που κλαίει τα χαμένα τ' άρματα, τα τσαπράζια, και τα κουμπιά, και του αγαπημένου υιού που την αποπαίρνει.

Τόν Κίτσο τόνε πιάσανε και παν να τον κρεμάσουν,
.................................................
κι ολοξοπίσω πάγαινε νη δόλια του η μανούλα.
-Κίτσο μου, πού είναι τάρματα, πού τα χεις τα τσαπράζια,
τοις πέντε αράδαις τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;
-Μάννα, λωλή, μάνα τρελλή, μάννα ξεμυαλισμένη
μάννα δεν κλαις τα νιάτα μου, δεν κλαίς τη λεβεντιά μου,
μόν' κλαις τάρημα τάρματα, τάρημα τα τσαπράζια;

Το 46ον Κλέφτικο Τραγούδι (65ον του βιβλίου) είνοι του "Κατσαντώνη'", Α' και Β'. Το Α' είναι ο θρίαμβος του Κατσαντώνη η τολμηρή του εμφάνισις - ας πάει να λέει ό, τι θέλει το μαύρο πουλί, το μαύρο χελιδόνι - και η νίκη του κατά; του Βελή Γκέκα. Αλλά και ο Βελή Γκέκας καλός και με λύπηση τον βλέπουμε να σηκώνεται - για να πάει στον χαμό του - από το τραπέζι, στου παπά το σπίτι, όπου έπιασε κουβέντα και διασκεδάζει, και τρώγει και πίνει, και τον κερνούν με γυαλί, και με κρουστάλλι, και μ' ασημένιο τάσι. Το Β" είναι η πτώσις του Κατσαντώνη, που τον "έπιασαν με προδοσιά κι απάτη".

Στο άσμα του Νικοτσάρα (7) προτάσσεται ένα αρκετά μακρύ σημείωμα, το οποίον θα διαβάσουν μ' ενδιαφέρον όσοι μελετούν τον επαναστατικόν οργασμό των ελληνικών χωρών, τον προ του 1821. Λέγει για τες περιπέτειες ενός τολμηροτάτου κινήματος μαχητών (πεντακοσίων περίπου) που απ' την Στερεά Ελλάδα εγύρεψαν ν' ανεβούν στην Ρουμανία να λάβουν μέρος στον αγώνα των Ρώσσων εκεί. Το κίνημα απέτυχε. Στην βορεινή Μακεδονία δυσυπέρβλητες δυσκολίες παρουσιάσθησαν, μόλις πενήντα εγλύτωσαν απ' τους μαχητάς. Ο αρχηγός, ο Νικοτσάρας, εσώθη καταφυγών στα μοναστήρια του Αγίου Όρους.

Εκείνο που με άρεσε καλλίτερα μες στα "Ακριτικά Τραγούδια" είναι "Της Λιογέννητης". Είναι και το πιο εκτενές, 221 στίχοι. Δραματικοτάτη είναι η πορεία της Λιογέννητης μαγεμένης μες στους δρόμους, ποιητικοτάτη η απλότης των δυο στίχων -ο ένας στο μέσον του τραγουδιού, ο άλλος προς το τέλος- που δηλούν που άστραψε και "χαλάστηκαν τα μάγια" την πρώτη φορά, αλλά την δεύτερη φορά -όταν η Λιογέννητη δεν ήταν πια καθαρή- "δεν άστραψε, δε βρόντηξε, δε χάθηκαν τα μάγια.

Απ' τα Ακριτικά είναι και το τραγούδι "Του Κάστρου της Ωριάς". (8) Το πόθεν επήγασεν ο θρύλλος του είναι θέμα που απησχόλησε τους λαογράφους. Ο κ. Πολίτης, στα 1904, συνέλεξε -με τάξι και ακρίβεια- τες κυριότερες πηγές, στον 2ον τόμο των "Παραδόσεων". Η σελίδες εκείνες (9) των "Παραδόσεων" είναι πολύτιμο βοήθημα για όποιον θέλει να σπουδάσει το ζήτημα. Πολλά είναι τα κάστρα τα λεγόμενα της Ωριάς -στην Πελοπόννησο είναι τα περισσότερα έχει και στην Στερεά Ελλάδα και στα νησιά, και σε άλλες ελληνικές χώρες.

Ιδού μια σπανιότατη λέξις - "νε" εις την έννοιαν του ούτε.

Κ' η εδική σου η εκκλησιά, νε φέλλει, νε σημαίνει.
"Της Λιογέννητης" (σελ. 93 στ. 104)(10)

Απ' τον "Θάνατο του Διγενή Ακρίτα", μια δυνατή έκφρασις,

Ο Διγενής ψυχομαχεί...
Κ' η πλάκα τον ανατριχιά πως θα τόνε σκεπάσει.

Τι παράξενη τι άγρια εικών είναι του Τσαμαδού που ροβολάει απ' το βουνό, και παρουσιάζεται στους γέροντας εμπρός κρατώντας στον ώμο του - ο φοβερός αυτός άνθρωπος - ολόκληρο δένδρο, και απ' τα κλωνάρια του δένδρου κρέμονταν θηρία. Δεν έχει άδικον ο κ. Πολίτης που λέγει ότι η εικών αυτή υπενθυμίζει τες παραστάσεις των Κενταύρων στες αρχαϊκές αγγειογραφίες.

Ο Τσαμαδός εφάνη,
που ροβολάει οχ το βουνό κατά το πανηγύρι.
Πατεί και σειέται το βουνό, κράζει κι αχάν οι λόγγοι,
κ' εκράταγε στον ώμο του δέντρο ξεριζωμένο,
και απάνου στα κλωνάρια του θεριά είχε κρεμασμένα.
- Ώρα καλή σας, γέροντες.

Στην "Αρπαγή της Γυναικός του Ακρίτη" με ποιητική μαστοριά περνούμεν απ' τον μονόλογο των πρώτων 26 στίχων, στο αφηγητικόν των επιλοίπων. Τόσο έντεχνα γένεται που μόλις παρατηρείται η μεταστροφή.

Στο τραγούδι "Του Μικρού Βλαχόπουλου" αναφέρονται "σαΐτταις αλεξαντριναίς". Σ' ένα άλλο ακριτικό τραγούδι (αρ. 78, Β') η Συρία λέγεται "Σύρα", ακριβώς σαν το νησί - "της Αραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια".

Αξίζει ν' αναγράψουμε τους όρους "συνδυό", "συντρείς",

που κει συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν. (σελ. 105).

Mε αρέσει αυτή η χρήσις του αρχαίου "σύν", και θα ήθελα να την έβλεπα πιο διαδεδομένη στην γλώσσα της φιλολογίας μας. Ο Κρυστάλλης - σ' ένα του πεζογράφημα, "Τα Χαλάσματα" - πολύ εκφραστικά μεταχειρίζεται το "συν" έτσι, καθώς που βρίσκεται στα δημοτικά άσματα.

Απ' ταις "Παραλλαγαίς" τα πιο καλά -χώρια απ' το θαυμάσιον ποίημα "Του Νεκρού Αδερφού"- είναι, κατά την γνώμην μου,"Της Κουμπάρας που έγινε Νύφη", "Του Μαυριανού και της Αδερφής του" και "Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένού".(11)

"Του Νεκρού Αδερφού" στην συλλογή του κ. Πολίτου τελειώνει

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κ' oι δύο.

Σ' άλλες συλλογές τελειώνει,

Κι ώστε να βγει στην πόρτα της, εβγήκεν η ψυχή της.

Μπορεί να είναι αυθεντικότερος ο στίχος που παραθέτει ο συγγραφεύς, ποιητικώς όμως με φαίνεται κατώτερος. Πιο έντεχνον είναι πιο ονειρώδες - να μην προφθάσ' η μάνα να βγει απ' την πόρτα, να μήν προφθάσει να δει την κόρη που έτσι τρομαχτικά της την φέρνει ένας πεθαμένος. Το ποίημα, κατ' αυτόν τον τρόπο, τελειώνει σε μιαν αμφιβολία, σε μιαν αοριστία σύμφωνη με την νυχτερινή φασματώδη οδοιπορία του πεθαμένου και της ζωντανής - από μακρυά, πολύ μακρυά, από την Βαβυλώνη.

Μετα ταίς "Παραλογαίς ", έχουμε τα "Τραγούδια της Αγάπης". Το μέτρον του πέμπτου τραγουδιού, ας το σημειώσουμε,

Κάποια Εμίρισσα, κάποια κερά μεγάλη,
αραθύμησε κάτ' 'σ το γιαλό να πλύνη...........

Στο υπ' αρ. 125 άσμα βρίσκουμε τους τύπους "του θαλάσσου" καi "το θαλάσσι",

Και τάστρο ν' εχαμήλωσε και το πε του θαλάσσου
και το θαλάσσι του κουπιού, και το κουπί του ναύτη.

Είναι πολύ ασυνήθεις τύποι, μ' έτυχεν όμως να τους συναντήσω κι αλλού, θαρρώ στην "Ερωφίλη". Στην διάλεκτο της Κύπρου υπάρχει (κατά τον Σακελλάριον) η γενική "θαλάσσου".

Ξεχωρίζουν μες στα "Τραγούδια της Αγάπης", η "Κατάρα της Απαρνημένης', και τα δυό που έρχονται μετά. Απ' όσες παραλλαγές εδιάβασα του άσματος η "Κατάρα της Απαρνημένης", η πιο αισθητικές, για μένα, είναι αυτές η δυο που παραθέτει ο κ. Πολίτης.(12) Μ' αρέσει όμως και το Κυπριακό κείμενον που ετύπωσεν ο Σακελλάριος (Τα Κυπριακά, Β'). Εις αυτό η απαρνημένη δείχνει περισσότερην οργήν εναντίον του αγαπητικού της, μετρώντας και μοιράζοντας είκοσι πέντε πήχεις από το άθλιο πανί της, προσθέτει, αμείλικτη, "Ταις άλλαις αποδέλοιπαις βάλλω το σάβανόν του". Η αναζήτησις της πηγής του ποιήματος θα μας φέρει σ' εποχή μακρινή. Στην "Ριμάτα της Αγάπης", κείμενον του 16ου αιώνoς, έχει στίχους που το ενθυμίζουν.

Η κατοπινή σειρά είναι τα "Νυφιάτικα Τραγούδια" - στίχοι τους οποίους ο λαογράφος κυρίως θα προσέξει.(13)

Από τα "Ναναρίσματα", το μάλλον άξιον προσοχής είναι το υπ' αρ. 153. Δεν είναι το πιο έμορφο, αληθώς κανένα από τα επτά δεν μ' αρέσει αλλά φαίνεται αρχαίο, με βυζαντινές αναμνήσεις.

Στην συλλογή του Πασσόβ βρίσκονται ένα δυο αρκετά έμορφα, έχει κ' ένα Κυπριώτικο που τάζει

Την Αλεξάνδρεια ζάχαρι,
και το Μισίρι ρύζι.

Από τα "Κάλανδα Βαΐτικα" (8η σειρά),

Εμπήκε ο Μάης, εμπήκε ο Μάης, εμπήκε ο Μάης ο μήνας.
Ο Μάης με τα τριαντάφυλλα κι ο Απρίλης με τα ρόδα

Είναι άριστα τονισμένοι αυτοί οι στίχοι, λιγότερο μουσικοί, βέβαια, αλλά με χάριν κ' οι διαλεκτικοί της Κύπρου,

Και 'μπαίνν' ο Μας και 'βγαίνν' ο Μας και 'μπαίνν' ό Πρωτογιούνης
κη ο Μας με τα τριαντάφυλλα κη ο Γιούνης με τα μήλα
κη Άουστος με τα χλια νερά, με τα χλωρά τ' αθάσια (14)
(Σακελλαρίου, Τα Κυπριακά, Τόμος Β' )

Μόνον οκτώ "Τραγούδια της Ξενιτειάς" περιέχει το βιβλίον, θα ήθελα να ήσαν περισσότερα. Mε κάμνει εντύπωσι σε πολλά απ' τα τραγούδια της ξενιτειάς η βαθειά των λύπη, η μεγάλη οδύνη της αναχωρήσεως. Κάπως περίεργο με φαίνονται σ' έναν λαό σαν τον δικό μας που έτσι εύκολα και θαρραλέα -σχεδόν αμέριμνα- ξενιτεύεται.

Την ξενιτειά, την αρφανιά, την πίκρα, την αγάπη,
τα τέσσαρα τα ζύγιασαν, βαρύτερά ειν' τα ξένα.

Η σειρά κλείει με την "Μάγισσα". Στην αρχή της, είναι τ' ωραίο ποίημα του υιού που φεύγει και υπόσχεται, και όλο υπόσχεται, αλλά

Δώδεκα χρόνοι απέρασαν και δέκα πέντε μήνες καράβια δεν τον είδανε, ναύταις δεν τονε ξέρουν.

Της "Μάγισσας" -του καλού αυτού άσματος- μια παραλλαγή αρκετά αξιοπερίεργη εδημοσίευσεν ο κ. Παχτίκος.(15) Εκεί που σ' άλλες παραλλαγές μένει ο ξενιτεμένος ανίσχυρος δεμένος απ' τα μάγια έτσι φοβερά που μονάχο του να ξεσελλώνεται τ' άλογό του, να ξεζώνεται το σπαθί του, να ξεγράφεται η γραφή, στην παραλλαγή του κ. Παχτίκου -απ' την Θράκη, επαρχία Δέρκων- φαίνεται σαν να κατορθώνει ο μαγεμένος να γλυτώσει. Το ποίημα όμως δεν κερδίζει τίποτε από την τοιαύτην μετατροπή του θέματος, άλλωστε οι στίχοι της θρακικής παραλλαγής οι πραγματευόμενοι την ενέργεια της γυναίκας του μαγεμένου για την λύτρωσί του είναι ακαλαίσθητοι. Η χώρα όπου μαγεύτηκεν ο ξένος είναι η Περσία ("εμένα με 'παντρέψαν κάτω 'σ την Ατζεμιά").(16)

Την σειρά των "Μοιρολογιών" επίσης θα την ήθελα με περισσότερα άσματα. Απ' όλη μας την δημοτική ποίησι τα μοιρολόγια μ' ελκύουν πιότερο. Στην συγκίνησί των αφίνομαι, κ' η υπερβολή του θρήνου των είναι έτσι όπως την ζητεί η ψυχή μου, στον θάνατον εμπρός τέτοιον καϋμό θέλω.

Μετά τα "Μοιρολόγια", έρχεται η σειρά "Μοιρολόγια του Κάτω Κόσμου και του Χάρου".

Κάτου στα Τάρταρα της γης, τα κρυοπαγωμένα
μοιρολογούν οι λυγερές και κλαιν τα παλληκάρια
Τάχα να στέκη ο ουρανός, να στέκη, ο Απάνου κόσμος,
να στέκουν τα χοροστασιά, σαν πού ήτανε και πάντα
να λειτουργειώνται oι εκκλησιαίς, να ψέλνουν oι παπάδες;

Προς το τέλος της σειράς συναντούμε τους συγκινητικούς στίχους του "Δείπνου του Χάρου". Να την θυμάται, να την λυπάται η μάνα της, η πεθαμένη κόρη βέβαια το θέλει - αλλά προς την δύσι του ηλίου να μην την κλαίει γιατί την ώραν εκείνηνα δειπνά ο χάροντας με την χαρόντισσα, κι αυτή τους υπηρετεί, και σαν νοιώσει που την θρηνεί η μάνα της, σαν νοιώσει την φωνή της μάνας της, πώς να κάμει πια για να μή συγκλονισθεϊ.

Παρακαλώ σε, μάννα μου, μια χάρη να μου κάμης
ποτέ σου γέρμα του γηλιού μην πιάνης μοιρολόγι,
γιατι δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του.(17)
Κρατώ κερί και φέγγω τους, γυαλί και τους κερνάω,
κι άκουσα την φωνουλα σου κ' εσπάραξε η καρδιά μου,
και μου ραγίστη το γυαλί και το κερί μου σβύστη...
.............................................
Θυμώνει ο Χάρος, με τα με..........................

Η επομένη σειρά είναι τα "Γνωμικά Τραγούδια".(18) Το επίμετρον Α' (Δημώδη Άσματα των Μέσων Χρόνων) έχει το τετράστιχο(19) που τραγουδοϋσαν οι Κωνσταντινοπολίται όταν ο Αλέξιος Κομνηνός -όχι αυτοκράτωρ ακόμη- εβασίλευε ο Νικηφόρος Βοτανειάτης- εσώθη από τους φοβερούς εχθρούς του Βορίλο καί Γερμανό, φεύγοντας κρυφά απ' την Κωνσταντινούπολι την νύχτα του σαββάτου προς την κυριακή της Τυρινής(13 Φεβρουαρίου 1081). Οι στίχοι βρίσκονται στην Αλεξιάδα (ΙΙ, 4) της Άννας Κομνηνής. Πώς πάλλουν με συγκίνησι και ταραχήν η σελίδες της ιστορίας της στες οποίες γράφει για τον μεγάλο κίνδυνο του σπιτιού των Κομνηνών, από την στιγμήν εκείνην όπου ο καλός Αλαβός "μάγιστρος την αξίαν, εκ πολλού προσωκειωμένος τω βααιλεί καν τοις οικείοις διατελών... μέσης εξελθών φυλακής της νυκτός εκτρέχει προς τους Κομνηνούς απαγγελών άπαντα τω μεγάλω δομεστίκω". Τι ωραίο θέμα για ποίημα.

Το δεύτερο χωρίον του Επιμέτρου Α' είναι μεσαιωνικό δημοτικόν άσμα, το οποίον περιλαμβάνεται μες στο βυζαντινόν έπος "Τα κατά Λύβιστρον και Ροδάμνην". Μπορούμε ν' αντιγράψουμε μερικούς στίχους - ένας νέος

έφυγεν εκ την χώραν του και από τα γονικά του
και εις ξένον τόπον περπατεί και αιχμάλωτος διαβαίνει.
Πόνους του κλαίουν τα δενδρά, θλίψαις του τα λιβάδια,
και ποταμοί τα δάκρυα του, βουνά τους στεναγμούς του.
Αηδόνιν εις την στράτα του να κιλαδή να λέγη,
και οι πόνοι της καρδίας του, και οι αναστεναγμοί του
σιγίζουν το να μη λαλή...

Το μέρος του έπους από το οποίον ελήφθη το άσμα είναι οι στ. 3245-3255. Αυτό το βυζαντινόν έπος του Λυβίστρου και της Ροδάμνης -εκτός του ιστορικού του ενδιαφέροντος- είναι άξιον μελέτης και υπό λογοτεχνικήν έποψιν. Μιαν εμβριθή περίληψι και ανάλυσιν αυτού έκαμεν ο Diehl,(20) και υποδεικνύει καλλονές του όχι ολίγες.

Τα "Καταλόγια" είναι άριστον δείγμα λαϊκής Βυζαντινής γλώσσας.
Η πρώτη έκδοσις των Καταλογιών έγινεν από τον Γερμανό Γουλιέλμο Βάγνερ στο 1879 (από χειρόγραφο τοϋ 15ου αίώνος). Μια πολύ καλλιτέρα έκδοσις έγινε στο 1913 από τους Εσσελιγκ και Περνώ.
Oι στίχοι.

... κουμπίζει ο βασιλε 'ς και κρίνει ο λογοθέτης,
.... του βασιλέως εγκόλφιν,
και των ρηγάδων η τιμή.(21)

κάμνουν -τελείως βυζαντινά- την διάκρισιν μεταξύ Βασιλέως (ο αυτοκράτωρ του βυζαντινού κράτους) και Ρηγάδων (οι άλλοι, κυρίως οι δυτικοί, μονάρχαι).

Το Επίμετρο Β' (Τραγούδια εις ελληνικάς διαλέκτους) έχει ένα άσμα της Γκιουμουλτζίνας,

Η Κουσταντής η λυό μικρός, του άξιου παλληκάρι, τουν πρώτου χρόνου 'ς του σπαθί, του δεύτιρου δοξάρι, του τρίτουνε καυκήστηκι, "κανένα δε φοβούμι,
μηδί Τούρκου, μηδί Ρουμνιό, ούδι τουν βασιλέα...";

ένα της Αστυπαλαίας,

Πτσός είν' ο Βασιλές της γης κ' η Δέσποινα του κόσμου;...
Καμνιώ του βασιλτσά τθρονί, της δέσποινας κουβούκλι...
για να σε φήνη νά ρτσεσαι ταις τρεις dζορταίς του χρόνου...
τσαι της Λαμπρής την τσουρdζατσή για το Χριστός Ανέστη...

ένα της Λέσβου, κ' ένα της Κύπρου, δυο της Τραπεζούντος,

Σιτ έψαλλαν, σιτ ώριζαν τημ Πόλ' τηρ Ρωμανίαν...
Έναν παιδίν, καλόν παιδίν έρχεται κι αναγνώθει...
Σιτ αναγνώθ; σιτ έκλαιγεν, σύτιν ατους να λέγη...
Κι ατοίν ατόναν έθαψαν 'σ σο χλοερόν τιουσ' έκιν...

ένα -ανέκδοτον- της Κερασούντος (ο Αιχμάλωτον),(22) κ' ένα της Καππαδοκίας, ένα της Τζακωνιάς.

Πυολάτζι έμά εχα το κουιδί τζαι μερουτέ νι έμά εχα,
ταγίχα νι έμα ζάχαρη ποϊκίχα νι έμα μόσκο,
τζαι από το μόσκο τομ περσού, τζαι από τα νυρωιδία
εσκανταλίστε το κουιδί τζ' εφύντζε μοι τ' αηδόνι.

και τέσσερα της Κάτω Ιταλίας,

Α τε να πιάη το ρόδο να μυρίση...
Διαφάνει τσαι σκοτάζει βιάτα ένα πενσέρο...
Όλα τα πιάντη τσαι όλα τα σοσπίρη...
όλα τα δάκλυα τα ρίφτω για σένα...

Στα Ιταλιωτικά μας άσματα βρίσκω μια λεπτή χάρι, έναν
ρυθμικότατο ενδεκασύλλαβο.

Θ' αντιγράψω ολίγους Ιταλιωτικούς στίχους απ' την συλλογή του Πασσόβ (Τραγούδια Ρωμαίικα, Popularia Carmina Graeciae Recetttioris, CCCLXV). Είναι ένα μοιρολόγι της Καλαβρίας, όπου ο καϋμένος αυτός που θα πεθάνει, που με τον σταυρό εμπρός θα τον πάνε στην Σάντα Μαρία, στην σεπουρτούρα, όπου θα τον κλειδώσουν με πολλά κλειδιά, παρακαλεϊ ο καϋμένος να τον ρίχνω, τουλάχιστον, κομάτι άγιο νερό,

Thoronda to stauro ti umbro mu pai, Piri mi dhelu sti Santa Maria,
Sti sepurtura pa ma recopai,
Εci me clivu me podda clidia,
Ε citte ossu dha na eghuenno mai,
........................
Ripse mu aghio nero, a me gapai.(23)

Τα διακόσια πενήντα άσματα τα οποία περικλείουν αι "Εκλογαί" είναι ελάχιστον μόνον μέρος του υλικού του ευρισκομένου εις την κατοχήν του συγγραφέως. Είκοσι χιλιάδες άσματα εκδεδομένα ή μη έχει συνάξει μες στες είκοσι χιλιάδες όμως μετρά και τες παραλλαγές εκάστου άσματος. Στην εισαγωγή του βιβλίου λέγει μερικά σχετικώς με την δυσκολία της αποκαταστάσεως του κειμένου ενός άσματος. Βοηθητική για την αποκατάστασιν είναι η ύπαρξις αφθόνων παραλλαγών, η οποίες χορηγούν τα μέσα της εκλογής. Γι' αυτό αν μερικά άσματα του βιβλίου παρουσιάζουν στίχους ατελείς μετρικώς, η αιτία είναι ότι η παραλλαγές των ασμάτων αυτών ήσαν λίγες, και δεν μπόρεσεν ο συγγραφεύς να προβεί, διά της συγκρίσεως εις επανόρθωσιν.




Σημειώσεις

1. Τ' αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης
κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι,
κλαίγουν την Αντριανόπολη την πολυκρουσεμένη,
οπού τήνε κρουσέψανε τοις τρεις γιορταίς του χρόνου.
Τού Χριστογέννου για κηρί, και του Βαγιού για Βάγια
και της Λαμπρής την Κυριακή για το Χριστός Ανέστη.

2. Το εξέδωσεν ο Λεγκράν στα 1875 (Παρίσι, Maisonneuve et Cie) από χειρόγραφο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας.

3. Στους; στίχους 37-41, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ζητεί να τον κόψουν το κεφάλι του, να το πάρουν οι Κρητικοί, και να φυλαχθεί στην Κρήτη.

4. Ωραία, αισθητική είναι η παραλλαγή που δίδει ο Βαλαωρίτης στα "Προλεγόμενα" της "Κυρά Φροσύνης" του, αλλά οι περισσότεροι στίχοι της δέν είναι δημοτικοί.

5. Σε κάτι παλαιές συλλογές βρίσκεται ένα "ιστορικό" άσμα του 1832 (ή 1833) έχει. να κάμει όχι με τους Τούρκους πια αλλά με τους Βαυαρέζους, και με τους φόρους τους βαρείς 'ξήντα παράδες το σφαχτό, δυο γρόσια το, μοσκάρι... ποιος Θεός το υποφέρει".
Ο Σακελλάριος εις τα Κυπριακά (Τόμος Β', Αθήναι 1891, σελ. 183), εξέδοσεν ένα ιστορικόν άσμα επιγραφόμενον "Ο Βομβαρδισμός της Αλεξανδρείας" (ο βομβαρδισμός που έγινε στα 1882).

6. Ο Βαλαωρίτης θαρρούσε τον Χρήστο Μημιόνη παλαιότερο και από το 1700.

7. Η χρονολογία του, 1807.

8. Σελ 88. -"Της Μαρούς το Κάστρο", στο Επίμετρο Β', σελ. 268, είναι μια καππαδοκική παραλλαγή του ιδίου άσματος.

9. 716-727.

10. Κάτι ομοιάζον έχει η Κυπριακή διάλεκτος - με στην θέσι του μήτε (Α. Σακελλαρίου, Τα Κυπριακά Β', Αθήναι, 1891).

11. Αυτό το άσμα το εθαύμασεν ο Chateaubriand.

12. Τo καλλίτερο μέρος του ποιήματος είναι η ομιλία με τους γιατρούς. -Το "λινό πανί σαρανταπέντε πήχαις", που προσφέρεται για τον πληγωμένο, σε μιαν άλλη παραλλαγή είναι "αλεξανδρινό" πανί.
Κ' έχω αλεξανδρινό πανί σαρανταπέντε πήχαις.

13. Μια σειρά Ροδίτικα Τραγούδια του Γάμου είχε δημοσιευθεί στην "Νέα Ζωή" το 1909.

14. Αθάσιν είναι το αμύγδαλο. Ο Σακελλάριος μας πληροφορεί ότι στην Σμύρνη λένε "θάσι", και στην Κρήτη ονομάζουν "αθάσσα" ένα είδος αμύγδαλα. Αθασιά -η αμυγδαλιά- είναι λέξις που βρίσκεται στον Βουστρώνιο...

15. 260 Δημώδη Ελληνικά Άσματα, Βιβλιοθήκη Μαρασλή,1905.

16. Στην συλλογή του κ. Πολίτου η χώρα είναι η Αρμενία,

Tι εμέναμε παντρέψαν δω 'σ την Αρμενιά,
και πήρα Αρμενοπούλα, μάγισσας παιδί.

Στην συλλογή του κ. Ά. Θέρου ("Δημοτικά Τραγούδια", 1909, σελ.35) η χώρα μένει αόριστος.

Τι εμένα με 'παντρέψαν 'δω στην ξενητειά,
Μου 'δώκαν μαγοπούλα, μάγισσας παιδί.

17. "Γιατί δειπνά η μαύρη Γης και τρώει ο μαύρος Χάρος". (Ά. Θέρου "Δημοτικά Τραγούδια", 1909, σελ. 78).

18. Το τραγούδι το υπ' αριθ. 232. Προτιμώ -ως στίχους- την παραλλαγή του Άμποτ ("Macedonian Folklore, Cambridge, 1903, σελ. 94). Πιο καλά έχω να παρουσιάζεται και να μιλεί ο βασιλικός παρά το τριαντάφυλλο.

Εγώμαι ο βασιλικός....
Εγώ μυρίζω πράσινος και στεγνωμένος,
Εγώ μπαίνω 'σ τους αγιασμούς κ' εις του παπά τα χέρια.
Ο Άμποτ πήρε το άσμα απ' τήν Νιγρίτα.

19. Το Σάββατον της Τυρινής, χαρείς, Αλέξιε, εννόησές το,
και την Δευτέραν το πρωί
ύπα καλώς, γεράκι μου!

20. Figures Byzantines, Deuxiéme Seτie, 1909.

21. Καταλόγια, Θ'.

22. Εις αυτό (σελ. 266, στ.16), σημειώνω τον πολύ σπάνιον τύπον "Οι άστροι". "Οι άστροι εχαμέλευαν". - Η γραφή "άστροι" στο χειρόγραφο από το οποίον ο Λεγκράν εδημοσίευσεν ένα ποίημα του 15ου αιώνος, του Ζωτικού (Paris, Maisonneuve et Cie, 1875, σελ. 83), είναι, υποθέτω, ανορθογραφία. Ο Λεγκράν ανέγνωσε τα "άστρη". (Δεν αμφιβάλλω διόλου που ο Λεγκράν θα ανέγνωσεν ορθώς "τα". Κ' εν τούτοις - τι κακός, μετρικά, που είναι ο ημίστιχος "κ' επέφτασιν τα άστρη" πως σειάζει αμέσως αν πούμε "κ' επέφτασιν οι άστροι").

23. Θωρώντας το σταυρό τι εμπρός μου πάει,
Φέρει με θέλoυv στη σαντά Μαρία
Στη σεπουρτούρα που με ριζοφάει.
Εκεί με κλείουν με πολλά κλειδία,
Εκείθεν όσο θα ναβγαιν' ο μάη.
...................................
Ριψε μ' άγιο νερό, αν με γαπάει(ς)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό