ΕΤΣΙ ΦΤΙΑΧΝΕΤΑΙ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ....ΝΕΡΑΪΔΑ !!
.. ... ( θυμάται καί μολογάει ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ )
*********************************************************************
** Πολλά από τα σημερινά παιδιά, δεν γνωρίζουν αρκετά γιά τίς νεράϊδες, τά λίγα πού ξέρουν για αυτές, τα έχουν διαβάσει σε κάτι πολύ χρωματιστά και κολλαριστά βιβλία,
με κάτι ξενέρωτες ιστορίες για αυτές. Αλλά οι πραγμα-
τικές, οι γνήσιες νεράιδες, οι χειράμενες ή καληώρες ή ένα
σωρό ονόματα, όπως τις λέγανε είναι αυτές. Είναι εκείνες
που ακούγαμε μικρά παιδιά, μπροστά στο αναμμένο τζάκι,
τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες, να μας τις μολογάνε οι
γιαγιάδες μας – όπως η δική μου – οι οποίες μάλιστα, όρκο
επαίρνανε ότι τις είχανε δει λέγανε – με τα μάτια τους τα
ίδια, και αυτές, και οι γιαγιάδες των γιαγιάδων τους και ακόμα
παραπίσω!
****Δεν τις είχανε ακούσει όμως να μιλάνε, γιατί οι νεράιδες
ήσαντε πολύ όμορφες, ψηλές, λυγερόκορμες, με μεγάλα
αμυγδαλωτά – να έτσι σχιστά- μάτια, και βγαίνανε τα
άγρια μεσάνυχτα, μέσα από τις σπηλιές που ζούσανε, σε
σκοτεινά μέρη, πάντα κοντά σε δροσερές πηγές, σε ποτά-
μια, σε πέτρινα αλώνια, όπου αφήναμε τις ρόκες τους κατα-
γής, και το στρώνανε, οι καλές
σου οι κυράδες στο χορό !!
** Οι μεγαλύτερες – μολογάνε- φοράγανε τσεμπέρι, πότε
άσπρο, πότε μαύρο, ενώ οι μικρότερες, αφήνανε τα μαλλιά
τους – ίσιαμε τα κωλομέρια ξέπλεκα, να ανεμίζουνε στον
αέρα, μαζί με τα πολύχρωμα φαρδουλά και μακρουλά φου-
στάνια τους.
** Μουσική – λέει- έπαιζε ένας κακομούτσουνος
μαύρος - σαν τον τέντζερη –αράπαρος, μαζί με την παρέα
του, πέντε έξι αραπάκια, σκανταλιάρικα και άσχημα, ίδια ...
βελξεβούλια. Και καθώς – λέει– χοροπδαγαν και κουνιόσαντε,
με πολύ σκλέρτσο και νάζι, κουνάγανε στο χέρι τους, και
ένα μεταξωτό μαντήλι.
** Όποιο ψυχωμένο παλικάρι, δεν σκιαζότανε, κόταγε και
φραπ, τους άρπαζε το μαντήλι, και τότενες αυτές εχάνανε τα
μαγικά τους, παραδινόσαντε, γινόσαντε πραγματικές γυναί-
κες, παίρνανε τον άνδρα ακολούθα, παένανε σπίτι τους,
και ταχειά τον παντρευόσαντε, και ήσαντε λέει, πολύ καλές,
και φρόνιμες νοικοκυρές.
** Σκιαζόσαντε όμως οι νεράιδες, πολύ το λιβάνι, και το μαύρο το μπαρούτι τό Δημητσανίτικο, και για αυτό οι γιαγιάδες μας, μας εκρέμαγαν χαϊμαλιά τσουπωμένα με μπόλικο λιβάνι και μπαρούτι.
Ολόκληρη φυσούνα, Δημητσανίτικο μπαρούτι, μου είχε βάλει εμένανε η γιαγιά μου στο χαϊμαλί μου, και αϊντε μετά –πρίτς – που να με ζυγώσουνε οι νεράιδες.
** Αλλά τι είχανε να φοβηθούνε οι άνθρωποι από τις πανέμορφες νεράιδες; Μήπως να τους σκοτώσουνε; Όχι!
Τότε; Να τους πάρουνε και να τούς........ σηκώσουνε; Όχι!
Τότε; Απλά οι νεράιδες με την μεγάλη ομορφιά τους και τα
σκέρτσα τους, πλάνευαν τους άνδρες και τους έπαιρναν τα
λογικά του και την μιλιά τους,
και γι’ αυτό οι άλλοι στερνά, τους έλεγαν αλαφροΐσκιω-
τους ή νεραϊδοπαρμένους. Άλλο ένα χούι που είχανε οι
νεράιδες, ήτανε λέει που αρπάζουν τα βυζαρούδια μέσα
από το μπεσίκι τους. Που τα επηγαίνουν, και τι τα έκαναν
τα βυζαρούδια οι νεράιδες, καμιά γιαγιά δεν ήξερε να μου
ειπεί, όσες κι αν ερώτησα.
** Και εμείς, τα χάφταμε ούλα εφτούνα γιατί μια γιαγιά δεν
μπορεί να μάς έλεγε ποτέ ψέματα. Αυτά, και άλλα πολλά
μας μολογάνε και εμείς μικρά παιδιά, τότενες, ανατριχιάζα-
με, κουκουλωνόμαστε κάτω από τις παντανίες, ελέγαμε
από μέσα μας σαράντα φορές τα «πάτερ υμά μας» και
το « σους χριστός νικά» ίσαμε να μας πάρει ο ύπνος, ή όταν
περνάγαμε κοντά από κάποια βρύση, ή από πηγάδι, από το
σούρουπο και ύστερα.
** Αλλιώτικα μας τα λέγανε όμως οι παπάδες και εμείς
εμπερδευόμαστε, και δεν ξέραμε ποιόνε να πρωτοπιστέ-
ψουμε, αλλά το δίκιο το είχανε σίγουρα οι γιαγιάδες.
Μικρό παιδί ήμουνα τότενες, όταν στο χωριό μας ένα βρά-
δυ, γεννήθηκε μια νεράιδα, η οποία για πολλές ημέρες,
είχε γίνει το μοναδικό θέμα, σε όλες τις ρούγες του χωριού.
Για να φτιαχτεί όμως μια καλή νεράιδα, χρειάζεται πρώτα –
πρώτα πολύ φαντασία, μπόλικη αφέλεια, κάποιες σατανικές
συμπτώσεις και κάποιον που να ειδεί την νεράιδα, για να
το ειπεί, για να « βουίξει» το χωριό, γιατί αλλιώς πώς θα
μαθευότανε!
**Ε λοιπόν, αυτά υπήρχαν όλα. Ήτανε μια Αυγουστιάτι-
κη νύχτα, τότε που στο χωριό μας, ελλέιψει νερού, επότιζαν
τους κήπους ακόμα και την νύχτα. Εκείνη την νύχτα, με ένα
φεγγάρι που έκανε τις πέτρες να λαγγουνίζουν, είχε σειρά
για πότισμα, ο κήπος της θεία– Γιαννούς, που ήτανε κολητά
με το Τομπρέικο σπίτι, εκεί στο Δασκαλέικο!
** Αφού λοιπόν, τελείωσε το ολονύχτιο πότισμα, μπορεί στις δύο, μπορεί και στις τρεις, η θεία Γιαννού, ξεκίνησε περνώντας μέσα από την πλατεία – γνέθοντας την ρόκα της – ανηφορίζοντας κατά τόνν Άγιο Λια, για να πάει στο σπίτι της.
** Φθάνοντας ακριβώς, απέναντι από το σπίτι της Μηλιάς,
εκεί που είναι σήμερα η παιδική χαρά, υπήρχε ένα θεόρατο σφεντάμι, που ο ίσκιος του εσκέπαζε όλο τον δρόμο.
**Κοντοστάθηκε όμως λιγούλι, γιατί αφουγκράστηκε κάτι σαν
άρβαλο, και θέλοντας να αποφύγει το συναπάντημα, μη και
την παρεξηγήσουν για το νυχτοπερπάτημα, παραμέρισε και κρύφτηκε στον ίσκιο του σφενταμιού.
** Πράγματι, ήταν ο εξάδελφός της ο Γεώρ. Γεωργαντάς, ( ο χονδρός) που εγύριζε από το σπίτι του αδερφού του Κωνσταντή, ύστερα από ένα κρασομεζέ. Αλλά και ο μπάρμπα – Γιώργης, είδε
με την άκρη του ματιού του,μια γυναικεία σιλουέτα, χωρίς
όμως, να την γνωρίσει!
** Φοβισμένος, τάχυνε το βήμα του,και αναρωτήθηκε: τι να ήτανε
αυτό; Περασμένα μεσάνυχτα, ψηλή γυναίκα, με τσεμπέρα
στο κεφάλι, με ρόκα γνέθοντας, και κρύψιμο στην σκιά
του σφενταμιού, τι μπορεί να ήτανε;
** Νεράϊδα βέβαια, νεράϊδα, ουτε συζήτηση, ούτε κορόιδο ήτανε, να μην το .... Καταλάβει!
Φθάνοντας στό σπίτι του, τόν καρτέρεσε η γυναίκα του, η θεία – Γιώργενα!
** Προσπάθησε να της μιλήσει, αλλά– μπα- δεν μπόρηγε. Γιατί η
νεράιδα η πονηρή, η ψηλή με την ρόκα και την τσεμπέρα –όχι που θα τον άφηνε – του είχε κλέψει την μιλιά! Αυτό
που σας έλεγα!
**Τι έχεις Γιώργη μου; Μμμμ!
Τι έπαθες χριστιανέ μου ;
Μμμμ εκείνος, κι ας ρώταγε και ματαρώταγε εκείνη.
Οπότε εκείνη, γυναίκα της εκκλησίας όπως ήτανε, αμέ-
σως κατάλαβε! Κάτι αερικό, κάποια νεράιδα τον είχε «μπλάξει». Αρχίζει τα γιατροσόφια, τα ξόρκια και δόστου
λιβάνισμα, ίσιαμε το πρωί ως που μαστουρώσανε όλα
τα Μεσιανέικα.
* Αρχινάει τα σταυροκοπήματα, αρχίζει και
τα «πάτερ υμα», του αλλάζει τα σκουτιά και τα απαλαξίδια,
τα μαγαρισμένα, τα πετάει στα κεραμίδια για να ξορκίσει το
κακό.
** Αλλά το κακό είναι – το λέγανε και εφτούνο – είναι πει-
σματάρικο, και δεν έφευγε το σκασμένο, και ούτε εξεκου-
μπιζότανε, να πάει στα κομμάτια. Και ο μπάρμπα Γιώργης
στην ... μούγκα!
**Μόνο μου– μου –μου και νοήματα έκανε! Φώτισε η μέρα του θεού,και βούιξαν οι ρούγες από το άσχημο μαντάτο. Όχι, τελάλης
δεν εβγήκε, - ούτε ο Αυτιάς το είπε. Αλλά να, στόμα σε στό-
μα, το μάθανε ούλοι στο χωριό, και πλακώσανε οι επισκέψεις.
** Γέμισε το σπίτι από γυναίκες και τα σούρτα –φέρτα, τελει-
ωμό δεν είχανε. Και δόστου κουβεντολόι – τώρα που βρή-
καμε παπά – και δόστου μολογήματα, από κοντά και ιστο-
ρίες παλιές, για νεράιδες και εξωτικά, και δόστου να πηγαι-
νοέρχονται οι ρεβυθοκαφέδες, χαμός γινότανε!
**Έτσι, για να τα βλέπουνε αυτά οι άπιστοι Θωμάδες οι
άνδρες, που δεν τα πιστεύανε τα ξωτικά και λέγανε τις γυ-
ναίκες χαζοπαλαβιάρες, και άλλα τέτοια κοροϊδευτικά.
** Καί εκεί απάνω, ηρθε καί ο παπάς μέ τό πετραχήλι
του, είπε « δι ευχών και κύριε ελέησον» τρεις φορές,είπε και
περαστικά του, πήρε και το κατιτίς του και μην τον είδατε.
**Επέρασαν έτσι κανά δυο ημέρες, και κάποια στιγμή, η
εξαδέρφη του η Γιαννού, ερώτησε τις άλλες.
-Πότε το έπαθε μωρή γυναίκες το κακό;
-Την Τρίτη την νύχτα, Τετάρτη ξημερώματα, απλογήθηκαν
εκείνες.
-Κρίμα τον άνθρωπο! Τι είναι ο άνθρωπος μωρή γυναί-
κες, από την μια στιγμή στην άλλη. Γιατί εγώ την Τετάρτη
ξημερώματα, που γύριζα από το πότισμα, τον είδα; Και ήταν
μια χαρά ο άνθρωπος.
**Ερχότανε εδεκεί από τον Αγιολιά και πήγαινε στο σπίτι του και
εγώ κρύφτηκα πίσω από σφεντάμι και τον άφηκα να προ-
σπεράσει.
**Στην στιγμή ο μπάρμπα-Γιώργης, άμα ακούει έτσι,
άξαφνα ανασηκώνεται, κρεμάει τα πόδια με το μακρύ το
σώβρακο από το κρεβάτι του, τεντώνει τα χέρια του, του έρ-
χεται και η μιλιά του, και πατώντας μια περιποιημένη δεκάρι
κη μούντζα, την ρώτησε:
-Εσύ ήσουνα μωρή ζουρλή;
-Εγώ ήμουνα ξάδερφε, περαστικά σου, τι σου κανα και
με μουντζώνεις;
-Πάρτα μωρή και ματαπάρτα, να μην στα χρωστάω!!
**Την μια μούντζα ακολούθησαν κι άλλες, και άλλες απα-
νωτές.
**Για τον κακό σου τον καιρό και τον μαύρο σου τον
φλάρο μωρή, παλιο- νυχτοτρυγιρίστρα που με κοψοχό-
λιασες. Τι σου έφταιξα μωρή;
Τι σου έφταιξα;
** Καί βέβαια ολοι κατάλαβαν οτι ο φταίχτης, δεν ήτανε ούτε ο νεραϊ-δοπαρμένος μπάρμπα Γιώρ-γης, ούτε η νυχτοτρυγιρίστρα θεία Γιαννού, παρά μόνο η μεγάλη φαντασία, ο επηρεασμός από τέτοιες διηγήσεις, οι σατανικές συμπτώσεις, και
η αυθυποβολή υλικά άριστα και αρκετά, όπως είπαμε στην
αρχή, για να φτιαχτεί μια πολύ καλή, καλή.... Νεράιδα!
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
( δημοσιεύτηκε στήν εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ )