Ο τσοπάνος και η λαγοκυλίστρα

Ο τσοπάνος και η λαγοκυλίστρα
Γράμματα πολλά δεν έμαθε, δεν τα ήθελε, δεν του άρεσαν, όπως έλεγε.
-Εγώ να στραβώσω τα ματάκια μου με δαύτα...
Καλά δεν είναι έτσι όπως μου τα έδωσε ο Θεός;..
Έμαθε μόνο την άλφα, βήτα, για να διαβάζει και την αριθμητική να λογαριάζει. Του άρεσε να είναι ελεύθερος, ανεξάρτητος, στις βουνοκορυφές, στα ρουμάνια να τριγυρνάει, και στα ουράνια να ακουμπάει...
Στις ραχούλες να κάθεται, να ακούει τις πέρδικες, τα αηδόνια και με την φλογέρα του μαζί τους να τραγουδάει.
Στα λιβάδια να βόσκει τα γιδοπρόβατα και μαζί τους να μιλάει...
Να κουβεντιάζει..
Και τον τραγοπόδαρο Θεό των βουνών, τον Πάνα να δοξάζει!..
Στίς ρεματιές στο ίσκιο της ιτιάς το γάργαρο νερό να πίνει, να δροσίζεται, να ρεμβάζει και στου πλατάνου τις φυλλωσιές να γέρνει να πλαγιάζει..
Σφεντόνες έφτιανε καλές και ξόβεργες για τα τσιροπούλια...
Στις θηλιές, στις πλακοπαγίδες ήταν άφταστος...
Στις θηλιές για λαγούς και ζούδια ήταν πρώτος.
Γνώριζε καλά τα περάσματα τους, στα σούρματα, εκεί τις έστηνε δεν του ξέφευγε κανένα...
Την στάνη έβοσκε στα βουνά και τρία τσοπανόσκυλα καλά είχε για πιστικούς του. Τα έβοσκε, τα παραβόλιαζε, τα πήγαινε τα γίδια για νυχτοβόσκι, με το φεγγάρι τα σκάριζε και εκείνα με φιλότιμο έκαναν όλα τους, στην γέννα τους, από δύο τρία κατσίκια το καθένα τους...
Και όλοι οι άλλοι τον ζήλευαν για την προκοπή που είχε η στάνη του ενώ των άλλων η στάνη τους έμενε στέρφα.
Αλλά όπως λέγεται: «Πρέπει να βρέξεις κώλο για να φας ψάρια.»
Καλά είναι τα γιδοπρόβατα μόνο την Άνοιξη τον Μάϊ μήνα, να ακούς τα κυπριά από τα τραγιά να κελαηδούν και στα γίδια τα μελωδικά κουδούνια. Να βόσκουν στις βουνοκορυφές, στις κοντές ραχούλες, στα λιβάδια...
Να αρμέγεις και να πήζεις.
Αλλά όσα μελωδικά κουδούνια στα γίδια κρέμονται, τόσα φαρμάκια ο τσοπάνης πίνει.
Ζήλια και φθόνος έπεσε μεγάλη για την προκοπή του. Ήθελαν να τον βλέπουν να είναι κουρελής, να σέρνεται, να πεινάει και να λιμοκτονάει, το κορμί του να πονάει και με πολύ αγώνα, το ψωμί του να κονομάει.
Από τον φθόνο την ζήλια και την κακομοιριά τους, στα βοσκοτόπια οι χωρικοί, στα δικά τους, στα περάσματα, στα σούρματα, βάλανε καρυδιές, μηλιές, καστανιές αχλαδιές και άλλα οπωροφόρα δέντρα, όχι για να καρπίσουν, να κόψουν τους καρπούς τους, αλλά για να του κόψουν του τσοπάνου της προκοπής του, την φόρα.
Έβαλαν τα δέντρα αυτά εκεί που στα γιδοπρόβατα ήταν οι στράτες τους, για να περνάνε στις πλαγιές, στις ραχούλες, στα καταράχια, να πηγαίνουν για βοσκή, να ροβολάνε στις ρεματιές, για ίσκιο, για το στάλο, για νερό, στην κάψα του καλοκαιριού να πιούνε. Εκεί του το λέγανε στα σούρματα καρτέρι του είχανε στήσει, δόκανο, για να τον πιάσουνε στην φάκα... Την φόρα της προκοπής για να του κόψουν.
-Που θα πας;...
Στην έχουμε στήσει την φάκα, την παγίδα, να την γλυτώσεις, δεν έχεις καμία ελπίδα... Από το σούρμα, την λαγογαμίστρτα δεν θα περάσεις;...
Θα περάσεις.
Και άμα περάσεις, στο σκαμνάκι, αμέσως θα πας να κάτσεις...
Θα σε περάσω και εγώ από του Κατή την πόρτα... Θα σε καθίσω στο σκαμνί... Και βρες την άκρη...
Τότε τα κουβεντιάζουμε πόσα απίδια πιάνει (αχλάδια) χωράει, ο σάκος...
Και τότε δεν σε φτάνουν, όχι τα τρία γίδια που σου ζητάω εγώ τον χρόνο, για το σουρματάκι, την λαγοκυλίστρα, μα ούτε και η μισή η στάνη...
Ο πατέρας του, τα αδέρφια του, όλοι, τον ορμήνευαν, καλά να φυλάει τα γιδοπρόβατα, ζημιές για να μη κάνει...
Με όλο τον κόσμο να τα έχει καλά, να είναι αγαπητός και στις ζημιές να συμβιβάζεται, να δίνει ότι του γυρεύουνε, στα δικαστήρια να μη φτάνει.
Άκουσε τις συμβουλές του πατέρα, των αδερφιών, των συγγενών, της οικογένειας.
Ο τσοπάνης, την στάνη φύλαγε καλά, και με πιστικούς τα δύο τσοπανόσκυλα του, δεν είχανε στασιό καθόλου...
Αλλά τα γίδια, τα πράματα, είναι σαν τον διάβολο, δεν έχουνε φιλότιμο, δεν έχουνε ούτε μπέσα...
Εκεί που εσύ φυλάγεσαι, αυτά εκεί να κάνουν την διαβολιά τους...
Να βρίσκεις ανεπάντεχα τον μπελά σου.
Οι ζημιές ήσαν αναπόφευκτες...
Στην αρχή ο Αρκουδόπετρος, ο τσοπάνος, συμβιβαζότανε και έδινε φιλότιμα ότι του ζητούσαν ...
Αλλά αυτοί, οι χωρικοί καλόμαθαν, νόμισαν πως οι κακαράντζες από την στάνη του Αρκουδόπετρου είναι χρυσές λίρες...
Και όλοι τρέξανε να μαζέψουν άκοπα από δαύτες...
Λίρες χρυσές!...
Στα καταράχια έστησαν τουρλιά, ψηλά, τόσο ψηλά, σαν τον πύργο του Άιφελ, στα σύνορα έφτιαξαν πυραμίδες, σημάδια σαν το Σινικό το τείχος, το άσπρισαν με ασβέστη από μακριά να φαίνεται πως ο τόπος, η βοσκή, αμποδιέται...
Εμποδίζεται, απαγορεύεται...
Ούτε πόδι γίδας να μη πατήσει μέσα...
Δίπλα στα σούρματα έβαλαν ο καθένας τους κλαράκια, οπωροφόρα δέντρα, από ότι φανταστεί ο νούς ανθρώπου.... Ο καθένας...
Ασφυξία ! Αναπνοή ζωής σε αυτόν και στα γίδια του δεν αφήκανε καθόλου...
Δεν ήξερε τι να κάνει, ήρθε σε απόγνωση μεγάλη.
Τους πλήρωνε, τους αποζημίωνε, από ότι ο καθένας τους ζητούσε...
Μέχρι που άλλο, δεν είχε, δεν μπορούσε...
Δεν τον έφταναν μόνο τα έσοδα, ξόδευε και από το καπιτάλι....
Και του ερχόταν μεγάλη ζάλη...
Αν συνέχιζε έτσι από νοικοκύρης που ήταν, δεν θα του έμενε στο νοικοκυριό, ούτε κουτάλι....
Σκέψεις πολλές έκανε τα γίδια να χαλάσει, για να ησυχάσει...
Αλλά η οικογένεια, τα παιδιά, την πείνα τους, πως θα χορτάσει;...
Οι συναυλακαρέοι, οι γείτονες, συγγενείς, γνωστοί και ξένοι, όλοι τους όλο και περισσότερα γυρεύανε και στην πόρτα του Κατή τον φοβερίζανε πως θα τον πηγαίνανε, στο σκαμνί να τον καθίσουν αν δούνε, αχνάρι, κακαράτζα, στον τόπο τον δικό τους.
Αν δούνε και ένα φύλλο, να είναι φαγωμένο στα κλαριά τους, δεν τον σώζει τίποτα θα τον φτάσουνε μέχρι στο Εφετείο στο Ανάπλι και ακόμα πάρα πάνω... Δεν τους στόμωνε με τίποτα, ο τσοπάνης.
Ήσαν σαν τον Άδη που όλο νεκρούς, κόκαλα, ζητάει...
Για ένα κλαράκι, μια μηλίτσα, που είχε βάλει κάποιος γείτονα στο λόγγο στην ραχούλα, του τα γύρευε ούλα!...
Δίπλα στο ανταμικό το σούρμα, εκεί που τα γιδοπρόβατα, οι στάνες των παππούδων αντάμα ροβόλαγαν, για ίσκιο, για δροσιά, στα πλατάνια, στο ρέμα, για νερό να πιούνε και να σταλιάξουνε στις φυλλοσιές, στον βαθύ των πλατανιών τον ίσκιο...
Εκεί έβαλε την μηλίτσα, στο σούρμα, στην λαγογαμίστρα...
Τα γίδια στο ροβόλημα, τα τρυφερά φύλλα της μηλιά να αρπάξουν...
Και ποιος και πόσοι τσοπάνηδες μπόραγαν στο καταράχι τα γίδια από την μηλιά να φυλάξουν;...
Και ο γείτονας ο Αρκουδόγιαννης στην αγορά τον τσοπάνο τον Αρκουδόπετρο φοβέριζε πως από τώρα στο λυκο δόκανο, στην πλακοπαγίδα, από τώρα τον έχει πιάσει.
Του βρήκε την αδυνασιά, την αδυναμία και τον έβαλε στην στίβα...
Τα γίδια στο πέρασμα τους, ξέφυγαν και την φουντίτσα της κορυφής από την μηλίτσα άρπαξαν...
Δεν ήθελε ο γείτονας περισσότερες αφορμές, τον τσίγκλαγε και η κυρά του...
Πήγε τους εκτιμητές....
Άλλοι από αυτούς έλεγαν πως η ζημιά είναι μεγάλη, άλλοι πως η μηλιά θα γιάνει, πάλι θα ξανά πετάξει, άλλοι να υποχρεωθεί ο τσοπάνης να την περιφράξει, και άλλοι εκεί η μηλιά προκοπή δεν κάνει, δεν είναι κατάλληλος ο τόπος...
Και άλλοι, το σταυρό τους έκαναν, τους ήρθε παραζάλη, μη γίνει φονικό, και η ζημιά μεγάλη...
Όλοι οι σεβάσμιοι γέροντες συμβούλευαν, πάνω κάτω να τα βρούνε, να συμβιβαστούνε και να συμφιλιωθούνε...
Όμως ο γείτονας του γύρευε για τον συμβιβασμό την μισή την στάνη...
Έτσι τον είχε ορμηνέψει, τον είχε διατάξει, το φουστάνι...
Λιγότερη δεν τον φτάνει...
-Βρε συγγενή Αρκουδόγιαννη έλα στα συγκαλά σου και εσύ γιδοπρόβατα είχες και τα χάλασες, τότε δεν είχαμε πρόβλημα κανένα.
Αντάμα είχαμε τις βοσκές, μαζί σμίγαμε τα πράματα, μαζί τα αρμέγαμε και πήζαμε τυρί και τα άλλα...
Συναυλακαραίοι είμαστε και συγγενείς, αίμα βρε, πάππου προς πάππου!...
Όλα αυτά τα ξέχασες;...
Σε αυτό το σούρμα πέρναγαν, ροβόλαγαν, για νερό και σμίγανε στην ρεματιά και οι δύο στάνες και η δικιά σου και η δικιά μου. Και η κάθε μία έπιανε τον ίσκιο στον πλάτανο το δικό της, δεν μαλώνανε τα τραγιά, δεν τσακονόσαντε τα κριάρια... Εμείς τώρα τα μάτια μας θα βγάλουμε, τα φωτερά μας;...
Θα χαλάσουμε την καρδιά μας;...
Για την λογοκυλίστρα;...
Ας βάλουμε το χέρι στην καρδιά και στην συνείδηση μας, να πάρουμε από αυτά τα γίδια, παράδειγμα να ρθούμε στα λογικά μας...
Οι παππούδες, μαζί τρώγανε ψωμί, μαζί αρμέγανε, αντάμα τυροκομάγανε, δεν είχανε τέτοια φαγωμάρα, νιτερέσα...
Ρε, το ίδιο αίμα είμαστε, δεν το σέβεσαι, δεν το λυπάσαι;...
Εγώ σε αφήνω στο φιλότιμο και στην συγγένεια ...
Εσύ ότι, σου κόψει ο νους σου κάνε...
Για σκέψου και τούτο που θα σου ειπώ να ησυχάσεις και εσύ να ξενοιάσω και εγώ...
-Για λέγε το και βλέπουμε.
-Ρε συγγενή το σούρμα είναι ανταμικό, πόσα λεφτά θέλεις να γίνει όλο δικό μου;... Να το αγοράσω;...
Μόνο το σούρμα θέλω και τρία μέτρα δίπλα από το πλάι...
Και αν ξανά φτιάξεις εσύ, τα παιδιά σου, τα εγγόνια σου, ή κάποιος απόγονός σου, πάλι στάνη, πάλι με γραφή ανταμικό, ελεύθερο πάλι να γίνει...
-Τι λες ρε, που θα σου πουλήσω εγώ την κότα που κάνει τα χρυσά αυγά...
Κάθε χρόνο θέλεις, δεν θέλεις, θα σου παίρνω το λιγότερο 10 δέκα αρνοκάτσικα και ένα βαρέλι τυρί...
Αν θέλεις τα δίνεις μόνος σου, και με συμφωνητικό τα πράματα, τα γιδοπρόβατα, ανενόχλητα να περνάνε...
Άλλωστε εκεί στην θηλιά στην έχω στημένη.
Με δέκα θα συμβιβαστούμε στο δικαστήριο, συν τα δικαστικά έξοδα.
Εφτά (7) ακατέβατα μαζί με το βαρελάκι το τυρί θα παίρνω εγώ κάθε χρόνο και τρία (3) ο δικολάβος γινόνται δέκα (10) κάθε χρόνο...
Τόσα μήλα θα έκανε, αν δεν της έκοβε το γίδι σου, την φούντα την ανάπτυξη της προκοπής της μηλιάς την φόρα...
Σε (10) δέκα χρόνια γίνονται (70) εβδομήντα, σου πήρα την μισή στάνη...
Και για να εξηγιόμαστε κάθε χρόνο θέλω (10) δέκα και το βαρελάκι....
Τα λόγια φέρνουν φτώχεια.
-Ε ρε συγγενή, όχι και την μισή στάνη, δεν είναι καλύτερα να σου την δώσω όλη... Ολόκληρη να ησυχάσω εγώ, και για να βρει το μπελά σου εσύ;..
Να φυτέψω και εγώ απέναντι μια μηλίτσα και τρεις καρυδιές, να σου πάρω πίσω την στάνη, να ερθούμε στο πάτσι, πάτσι και πόστα;...
Και στα ίσια- ίσια;...
Η κουβέντα αυτή γινότανε μπροστά στην γυναίκα του Αρκουδόγιαννη...
Και εκεί που η κουβέντα είχε στρώση και ίσως με το μεζέ και το κρασί τα βρίσκανε να ερθούνε σε συμφιλίωση, σε συμφωνία, σαν φίδι αστρίτης πετάχτηκε αυτή και του άντρα της του λέει...
-Με τα λόγια πέσε, πέσε, θα σε τουμπάρει.
Τα λόγια γυρίζουν το ποτάμι, δεν θα γυρίσουν εσένα.
Τι να σου κάνω καημένε μου, ήσουνα τυχερός, τυχερός, καημένε μου...
Αν δεν ήμουνα εγώ, κονάκι δεν στεκότανε.
Σε τούμπαρε ρε, σε τούμπαρε και δεν το πήρες ακόμα χαμπάρι...
Και πήρε από μόνη της η κυρά Μαλάμω το λόγο και του λέει:
-Είμαι και εγώ εδώ, σε τούτο το κονάκι, που το κουμανταρίζω και γίνεται κορωνιό...
Άλως... Αλλιώς, θα είχε κλείσει με παλιούρια...
Τι λες, κοντεύεις να τον φέρεις βόλτα αυτόνε, θα φέρεις και εμένα;...
Αυτά είναι που είπαμε και λόγια δεν χωράνε...
Τα δέκα αρνοκάτσικα και το βαρελάκι το τυρί κάθε χρόνο, ακατέβατα και όλα αυτά θα είναι παραδοτέα τον μήνα Μάη, το αργότερο μέχρι του Αγίου Κωνσταντίνου την άλλη μέρα.
Αυτή είναι η συμφωνία, αν θέλουτε, αλλιώς φάτε πιέτε και στροφιάστε και άλλες κουβέντες πέστε...
Τα μαζεμένα λεφτά τρώγονται, ενώ έτσι θα τρέχει η βρύση συνέχεια, και θα παραμείνει το δικαίωμα και προίκα θα δοθεί στις εγγόνες μου να έχουνε άκοπα, ισόβια την νομή, έως συντέλειας κόσμου...
Ο Αρκουδοπέτρος ξαφνιάστηκε, δεν το περίμενε να πεταχτεί στην κουβέντα η φυσφυρίγγο...
Νευρικά στρίβει το τσιγκελωτό μουστάκι και στον συγγενή του τον Αρκουδόγιαννη λέει:
-Τώρα όπως φαίνεται η δουλειά, η συμφωνία, δεν γίνεται, ας τα αφήσουμε για άλλη ώρα....
Τώρα μπερδευτήκανε στο σόι, στην συγγένεια, ξένα αίματα και με ξένα αίματα, αγάπη, συνεννόηση και προκοπή, δεν γίνεται...
Από ότι φαίνεται εδώ μέσα, κάνει αυτή ότι θέλει...
Θέλει να κάνει κουμάντο η Μαλάμο, η φυσφυρίγγο σε τι;...
Στο μεγάλο νάχτι που έφερε;...
Ούτε βρακί στο κώλο της...
Που να τα βρούνε το βρακί;...
Που να τα βρούνε τα νάχτια;...
Οι τεμπέληδες, οι γολόζοι.. Οι τεμπελχανάδες;...
Ούτε μπουκιά ψωμί δεν είχανε στην θουρίδα, ούτε σπυρί αλάτι να αλατίσουνε, οι ανάλατοι, οι ξανάρτυγοι.
Που να την βρουν την αρτυμιά;..
Και ο πόντικας από το πολύ το έχοντα, όπου πέρναγε, έσπαγε την μούρη του... Και ήρθε αυτή να κάνει κουμάντο στα βοσκοτόπια του σογιού, που ήσαν οι παππούδες άρχοντες, τσέλιγκες, νοικοκυραίοι και ήρθε αυτή κουνάμενη λιγάμενη, με το μισό βρακί στο κώλο και τίποτα άλλο, να κάνει κουμάντο...
Να τα καταργήσει όλα...
Να διαλύσει την αγάπη, την ομόνοια.
Ήρθε αυτή τώρα να σπείρει την γκρίνια, την διχόνοια..
Να τσαλαπατήσει τι;...
Τα ιερά και τα όσια!...
Την υπερηφάνεια του σογιού, τον λόγο και την μπέσα!...
Αχ πως κατάντησε το σόι, πως κατάντησε...
Μπερδευτήκανε τα ξένα αίματα...
Και εκεί που κρεμάγανε τα παλληκάρια του σογιού τα άρματα, θέλουν οι ξε ίγκλωτοι, οι νερόβραστοι, να κρεμάσουνε τα βρακοζώνια...
-Τι λες ρε για το σόι μου;...
Μπήκαμε εμείς μέσα και σας ομορφύναμε, σας κάναμε ανθρώπους...
Αγρίμια είσαστε, σιαπέρα στα λόγγια, σιαπάνου στα βουνά, ακοινώνητοι, σαν λύκοι...
Σαν άγριοι κάπροι...
Άντε να μη πω και κάτι πάρα πάνω, που δεν μου πρέπει...
Και εκεί που ο τσοπάνης ο Αρκουδόπετρος ήταν ήρεμος, στάλα τον βάρεσε στο κεφάλι, όχι τόσο με τις παράλογες απαιτήσεις, αλλά με τις προσβολές που του έκανε η φυσφυρίογγο κατάμουτρα, σε αυτό και για το σόι και εκεί που ήταν λογικός, άγριο θεριό, ανήμερο του βουνού, του λόγγου, εγίνει...
Ασυναίσθητα τράβηξε μπούφλα στην φυσφυρίγκο, στην Μαλάμο την νοικοκυρά, σπρωξιά στον σπιτονοικοκύρη τον Αρκουδόγιαννη.
-Αρκετά σας χάιδεψα, σας λιβάνισα τόση ώρα...
Αλλά όσο την γάτα την χαϊδεύεις, τόσο σηκώνει την ουρά...
Τσάτ ... Τσάτ... μωρή, της φυσφυρίγγος λέει και σηκώνεται, βιαστικά και φεύγει... Βάζει η φυσφηρίγγο τα σκουμάρια της, τα κλάματα της, με την βραχνή φωνή της, μάζεψε τους γειτόνους και με κλαψιάρικη φωνή έλεγε σε όλους:
-«Ο Ακουδόπετρος με βάρεσε και έχω αβάσταχτους, μεγάλους πόνους ...»
Και άλλοι την συμπονάγανε και άλλοι πολύ κρυφά με τα καμώματά της, γελάγανε...
Ο Αρκουδόπετρος, ο τσοπάνος τρεχάτος μονολογούσε και έλεγε:
-Τώρα, χαλάλι, χαλάλι...
Το ευχαριστήθηκα, δίκαια θα είναι τώρα να καθίσω στο σκαμνί του Κατή...
Και καλά θα μου κάνει...
Ας μου πάρει ολάκαιρη την στάνη...
Για της σουρλουλούς το φουστάνι...
Το χάρηκα, τα ευχαριστήθηκα...
Άς πληρώσω ρε γαμώ το!...
Δίκαιος ο τζερεμές...
Τόσο καιρό τους πλήρωνα αδίκως...
Η υπόθεση πήγε στα δικαστήρια...
Η κατηγορία βαριά, εξύβριση και χειροδικία σε βαθμό πλημμελήματος...
Ορίστηκε δικάσιμος στο πενταμελές δικαστήριο στην Τρίπολη.
Έγινε το δικαστήριο και οι εξέταση των μαρτύρων και είπανε ότι είπανε...
Και όλοι τους προσπαθούσανε, στα μαλακά, ο τσοπάνος, ο Αρκουδόπετρος να πέσει...
Έρχεται και η ώρα του κατηγορούμενου και ο πρόεδρος του δικαστηρίου λέει:
-Για σήκω επάνω κατηγορούμενε.
Άκουσες τόση ώρα το κατηγορητήριο και τις καταθέσεις των μαρτύρων.
Εσύ τι έχεις να απολογηθείς;...
Τι έχεις να μας πεις, για να αλαφρώσεις την θέση σου;...
Γιατί το έκανες αυτό που έκανες:... Ή δεν το έκανες και τζάμπα, άδικα, σε καθίσανε στο σκαμνί και σε κατηγοράνε για τούτα;...
Για πέσε μας...
-Κύριοι δικαστές πρώτα από όλα να ειπώ τρεις κουβέντες, της τιμής, της μπέσας... Το δικαστήριο ξαφνιάστηκε...
-Εγώ το σόι δεν το προσβάλω...
Ο Αρκουδόπετρος ψέματα δεν λέει...
Άμα τώρα πει ψέματα για να την γλυτώσει, θα γκρεμιστούν τα βράχια στα βουνά και όλα τα ερημοκλήσια και εκεί που κάνει ο τσοπάνης τον σταυρό του και κάπου,κάπου ανάβει στους Άγιους κερί, το καντήλι και καίει λιβάνι, θα πέσουν να τον πλακώσουν...
Άμα τώρα εγώ πω ψέματα, θα είναι να βγω σε κοινωνία ανθρώπων;.... Πέστε μου, πέστε μου, θα είναι, θα είμαι για να βγώ;...
Με έπνιξε το δίκιο, προσέβαλε αυτή, η φυσφυρίγκο, ολάκερο το σόι...
Ο πρόεδρος τον διακόπτει.
-Μη κάνεις χαρακτηρισμούς κατηγορούμενε, επιβαρύνεις την θέση σου...
-Και με τα πολλά στην φυλακή και με τα λίγα μέσα...
Φυσφυρίγκο κύριοι δικαστές φυσφυρίγκο, και εσείς στην θέση μου, έτσι και χειρότερα θα κάνατε...
Ο Αρκουδόπετρος να πει ψέματα;...
Ποτέ... ποτέ...
Και ας μου πάρετε την μισή και πάρα πάνω από την στάνη...
Όλοι γέλασαν...
-Τώρα δεν μας είπες, το έκανες, ή δεν το έκανες;...
-Ναι κύριοι δικαστές, τόση ώρα τι λέω...
Φέρτε τα πάλι να τα αρμέξουμε;...
Ναι το έκανα...
Ο πρόεδρος :
-Ερώτηση οι κύριοι δικαστές;
-Όχι καμία.
-Ο κύριος Εισαγγελέας:
-Όχι...
-Οι κύριοι συνήγορο;
-Όχι κύριε πρόεδρε.
-Κύριε εισαγγελέα επί της ποινής...
Εισαγγελέας:
-Ο κατηγορούμενος ομολόγησε με ειλικρίνεια και παρρησία την πράξη του.
Του αναγνωρίζω την ειλικρίνεια του και ότι βρέθηκε εις βρασμό ψυχής. Διαισθάνομαι ότι έχει μετανοήσει.
Αλλά, ο εγωισμός του, το ορεσίβιο του χαρακτήρα του, δεν τον αφήνει να το μολογήσει, συγνώμη να ζητήσει...
Έχει βίο έντιμο και προτείνω με αυτά τα ελαφρυντικά την ποινή έξη μήνες με τριετή αναστολή και 30 μεταλλικές δραχμές για τα έξοδα...
Όσο για αποζημίωση για την μηλίτσα, από τις μαρτυρίες νομίζω ότι είναι σε αμφιβολία η προκοπή της εκεί δεν υπάρχουν άλλες, για να έχουμε στοιχεία, σημεία σύγκρισης ...
Ο πρόεδρος:
-Το δικαστήριο διακόπτει να συσκεφτεί για έκδοση της απόφασης...
Σε λίγο επανέρχονται και ανακοινώνεται η απόφαση.
-Δικάζεται έξη μήνες για εξύβριση και αυτοδικία με τριετή αναστολή και 30 μεταλλικές δραχμές, για τα έξοδα δικαστηρίου....
Κρατείται...
-Χωροφύλαξ, πάρτε τον στο ταμείο να πληρώσει και στο κρατητήριο...
-Κύριε πρόεδρε, κύριε πρόεδρε, για κρατηθείτε λιγάκι, να σας πω κάτι...
-Τι κατηγορούμενε;
Τι θέλει; Για λέγε το...
Τώρα ότι και να πεις, δεν πιάνει.
Η απόφαση έχει βγει και πισωγύρισμα δεν παίρνει.
Το κατάλαβες;... Το κατάλαβες;...
Αλλά για πες το...
-Γίνεται κύριε πρόεδρε, γίνετε κύριε δικαστή.
-Είπαμε δεν γίνετε...
Αλλά λέγε το να ακούσουμε, τι άλλο θα ακούσουμε, τι άλλο θα δούμε.
-Εγώ γίδια έχω πολλά, λεφτά για να πληρώσω δεν έχω, και η στάνη κλισμένη μέσα στο μαντρί βελάζει, περιμένει να σκαρίσει...
-Και τι θέλεις κατηγορούμενε, να πάω εγώ να σκαρίσω, να την φυλάξω στην βοσκή;...
-Όχι κύριε πρόεδρε...
Αυτό που τώρα θα ειπώ γίνεται χωρίς μεγάλη στενοχώρια...
-Για λέγε το λοιπόν τόση ώρα...
-Δεν διατάζετε τον κύριο χωροφύλακα, εδώ που στέκεται όρθιος και εμένα εδώ φυλάει, να μη λακίσω, εγώ δεν φεύγω, δεν λακάω και που να πάω;...
Και αν λακίσω, πίσω θα με πιάσετε και τότε την έχω πιότερο βαμμένη....
Δεν του λέτε, δεν τον διατάζετε, να πάει μια πιλαλήτσα, να φωνάξει εκείνο τον αδελφό μου το Μήτσο, να έρθει τώρα να πληρώσει;...
Αυτός έχει...
Αυτός κάθε μήνα την θυρίδα αρμέγει, και πάντα η θυρίδα γάλα βγάζει, ποτέ δεν του λέει όχι, ποτέ δεν μένει στέρφα...
Ναι κύριε πρόεδρε, να έρθει να πληρώσει...
Αφού μυαλό δεν έχει και τον έχει πιάσει μουγγαμάρα...
Δεν έχει μυαλό να πει μια λεξούλα, μια λεξούλα ψιθυριστά...
Δεν είχε μυαλό να την πει ψιθυριστά στο αυτί εκεί που έπρεπε την λεξούλανα πει, την κατάλληλη την ώρα...
Τώρα όλα αυτά να είναι τελειωμένα...
Τι να του κάνω εγώ;... Τι να του κάνω;...
Ας πληρώσει, ας πληρώσει τώρα...
Μήπως του γίνει μάθημα και βάλει μυαλό και του έρθει η γνώση....
Αλλά που;...
Ο Μήτσιος ... Μήτσιος είναι...
Τρίχα στο κεφάλι αλλάζει... Μυαλό δεν βάζει....
-Και που είναι ο αδελφό σου, ποιος είναι που σε περιμένει, σε ποιο μαγέρικο τα κουτσοπίνει...
Το δικαστήριο μειδιά, το ακροατήριο συγκρατημένα γελάει, με αυτά που από το τσοπάνη τον Αρκουδόπετρο ακούει...
-Ο αδερφός μου είναι ο Μήτσος...
-Ε καλά, αυτό μας το είπες...
Ποιος είναι ο Μήτσος;
Που είναι ο Μήτσος;...
-Ε καλά δεν ξέρουτε τον Μήτσο;...
Ο Μήτσος είναι ο αδερφός μου και είναι ο αστυνομικός διοικητής ασφάλειας εγκληματικού Πελοποννήσου, ο κύριος χωροφύλακας ξέρει, ας πάει μια πιλαλήτσα να έρθει να πληρώσει...
Γρήγορα να του πει να ξεμπερδεύουμε, να πάει ο καθένας στην δουλειά του...
Και μη ξεχάσει να του πει, τα γίδια βελάζουνε στην στρούγκα....
Το δικαστήριο και το ακροατήριο έμεινα βουβοί...
Όταν άκουσαν αστυνομικός διοικητής ασφαλείας εγκληματικού Πελοποννήσου.
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου έλαβε τον λόγο και είπε:
-Ας του κάκουμε αυτή την χάρη...
Παρακαλώ τον αξιωματικό της ασφάλειας, να στείλει έναν αστυνομικό με διακριτικότητα να του πάει στον κύριο Διοικητή, αυτή την παραγγελία από τον αδερφό του και προσοχή μεγάλη...
Τον λόγο ζήτησε από τον πρόεδρο και πήρε ο εισαγγελέας της έδρας. Και έκανε διδαχή μεγάλη...
-Κύριε κατηγορούμενε...
Ο αδερφός σας είναι αξιέπαινος!...
Αυτός να πει κουβέντα;...
Και που να ειπεί την κουβέντα;...
Που;..
Σε κομματάρχες;..
Σε πολιτικούς;...
Σε εμάς και σε άλλους, εσύ να την γλυτώσεις;...
Πέσε ότι την είπε...
Επειδή εσένα πολύ σε αγαπάει...
Μετά αυτός τι κάνει;...
Έβαλε από μόνος του, στενή θηλιά στο λαιμό του...
Και θα τον σέρνουν από την μύτη..
Και πως θα κάνει την δουλειά του;..
Αυτός που είναι θεματοφύλακας της τιμής, του ήθους, του νόμου και της τάξης;... Και πως θα βγει στην κοινωνία, το έγκλημα, το κακό, την αδικία, να πατάξει;...
Η κοινωνία τι θα λέει;...
«Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις»
Ή καλύτερα για να το καταλάβεις κύριε κατηγορούμενε θα λένε και δικαίως θα λένε: «Βάλανε τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα»
Κύριε να είσαι περήφανος για τον αδερφό σου...
Και προσπαθείτε να μη έρχεστε στα δικαστήρια, για ψήλου πήδημα, να συμβιβάζεστε με την λογική μόνοι σας...
Όσο και δίκαιη να είναι η απόφαση του δικαστηρίου, που βγάζουνε, που θα βγάλουμε εμείς, άδικη θα φαίνεται...
-Ο κατηγορούμενος υπό κράτηση...
-Όχι κύριε πρόεδρε, κύριε εισαγγελέα, αναλαμβάνουμε την εξόφληση εμείς αφήστε τον να φύγει...
-Ελεύθερος λέει ο πρόεδρος...
Σε λίγο έφτασε ο αστυνομικός ασθμαίνοντας με την απόδειξη πληρωμής στο χέρι και στον πρόεδρο του δικαστηρίου την δίνει...
Και έμαθα και ξέρουν όλοι ότι:
Πλήρωσε, ο αδερφός για τα αμαρτήματα του αδερφού...
Ένα όμως δεν ξέρω, οι διάδικοι έβαλαν μυαλό, ή μία από τα ίδια;..
Σαν τα ζημιάρικα τα γίδια;...
Ένα όμως με βεβαιότητα ξέρω, ότι από την συμπεριφορά της πολιτείας και του λαού, ούτε τα κυπριά ακούγονται στα βουνά, μα ούτε τα μελωδικά κουδούνια της στάνης, στα πλάγια, στις ραχούλες, στις ρεματιές και στα ρουμάνια ...
Δεν βελάζουνε πια τα αρνιά...
Βουβάθηκαν τα λόγγια, τα ρουμάνια, τα βουνά, μουγγάθηκαν οι ρεματιές, στέρεψαν τα νερά, ξεράθηκαν τα πλατάνια...
Δεν κελαηδούνε τα πουλιά, δεν λαλούν οι πέρδικες στα πλάγια, ούτε κράζουν τα όρνεα, τα θεριά, τα άγρια ζούδια...
Παντού ερημιά και βουβαμάρα...
Και όμως ο Ήλιος βγαίνει και ο Ουρανός βρέχει...
Θα ζωντανέψει η Φύση και του Θεού η Πλάση;...
Ή ο άνθρωπος, και πάλι θα την χαλάσει;...

Γιάννης Στ Βέργος (gortynios.isv)
09/05/2020
Διευκρίνιση: 1)Τα ονόματα που αναφέρονται είναι τυχαία χάρη της διήγησης. 2)Το λεξιλόγιο το θεωρώ ωφέλιμο για τους νεώτερους, που δεν έχουν ζήσει σε χωριά.

Λεξιλόγιο:
-Λαγοκυλίστρα: Είναι η κατηφορική πλαγιά, τοποθεσία με μεγάλη κλίση 35% και άνω που ο λαγός όταν περνάει από εκεί δεν μπορεί να περπατήσει και κατρακυλάει γυρίζει τούμπες... Αυτό γίνεται γιατί τα μπροστινά πόδια του λαγού και του κουνελιού είναι πολύ μικρότερα από τα πισινά... Ο λαγός τρέχει πολύ στην ανηφόρα διότι τον βοηθούν τα μακριά πισινά πόδια του.
-Ρουμάνια: Είναι το πολύ πυκνό δάσος.
-Πλακοπαϊδες, ή πλακοπαγίδες: Είναι οι παγίδες που στήνονται με μεγάλες πέτρινες πλάκες, έχουν κάτω στο έδαφος λάκκο, ανάλογου μεγέθους, που όταν πάει το πουλί, ή πέρδικα κλπ, να φάει το δόλωμα πέφτει η πλάκα και το παγιδεύει στον λάκκο.
-Σούρμα: Είναι πολύ στενό δρομάκι στο βουνό, που μπορεί να περάσει μόνο πεζός ο άνθρωπος, τα γίδια και τα άγρια ζώα.
–Παραβόλα:Είναι ή άκρη του καλλιεργημένου χωραφιού που έχει καλό χορτάρι καλή βοσκή.
-Νυχτοβόσκι: Το βόσκημα της στάνης την νύχτα με το φεγγάρι που έχει δροσιά και τα γίδια τρώνε με μεγάλη όρεξη και κάνουν περισσότερο γάλα.
-Σκαρίζω: Πηγαίνω για βοσκή την στάνη.
-Στέρφα: Τα γίδια που δεν γέννησαν.
-Κυπρί: Είναι το μεγάλο κουδούνι που ο τσοπάνος το βάζει στο πιο καλύτερο τραγί, για να κτυπάει και το τραγί να καθοδηγεί το κοπάδι, την στάνη. -------------Λαγογαμίστρα: Γυμνό, πολύ επικλινές μέρος, έδαφος στο βουνό, δεν έχει δέντρα και χορτάρι που εκεί ο λαγός δεν στέκεται ούτε να ερωτοτροπήσει για να πολλαπλασιαστεί. Ο λαγός επειδή πολύ φοβάται και συνεχώς η καρδιά του τρέμει ερωτεύεται και την πράξη της γονιμοποίησης από τον φόβο του την κάνει πολύ γρήγορα... Αυτό το μέρος είναι τόσο ξέφωτο, γυμνό από φυτά, που ούτε για αυτή την διευκόλυνση του λαγού δεν κάνει.
-Κατής: Είναι ο δικαστής.
-Στασιό: Το σταμάτημα, το καθισιό.
-Κακαράντζα: Είναι η κοπριά της γίδας.
-Τουρλιά: Είναι η ψηλή κατασκευή μία πέτρα επάνω στην άλλη που συνήθως τις ασβεστώνουν σημάδι που δείχνει ότι στην περιοχή αυτή από τον ιδιοκτήτη της, δεν επιτρέπεται να βοσκήσουν γίδια.
–Νάχτι: Το έχοντα, τα αγαθά, τα λεφτά, η περιουσία που παίρνει η γυναίκα προίκα...
-Θουρίδα: Είναι το μικρό κοίλωμα στον τοίχο συνήθως στο παραγώνι στο σπίτι του χωριού, που βάζανε για τους γέρους το ψωμί και το προσφάγι, την ζάχαρη και τον καφέ.
-Θυρίδα: Είναι το μικρό πορτάκι που έχει το ταμείο, των τραπεζών και των δημοσίων οργανισμών. Από εκεί πηγαίνανε κάθε μήνα και παίρνανε το μισθό τους όλοι οι κρατικοί υπάλληλοι, αστυνομικοί στρατιωτικοί, εκπαιδευτικοί κλπ
-Μεταλλική δραχμή: Είναι το νοητό άυλο,(εικονικό) νόμισμα που οριζόταν συνήθως ως ποινή, ως αποζημείωση από τα δικαστήρια και σε μερικές άλλες συμβατικές συναλλαγές... Η αξία της μεταλλικής δεν ήταν σταθερή,η ισοτιμία της μεταβάλλεται κάθε τόσο ανάλογα με τον πληθωρισμό και περισσότερο της εν κυκλοφορία δραχμής και πάντοτε με Υπουργική απόφαση του υπουργού των οικονομικών... ΠΧ σήμερα η μία μεταλλική μπορεί να ισούται με πέντε δραχμές και μετά από δέκα ημέρες να ισούται με δέκα. Σήμερα να πληρώνει για εξόφληση οφειλής σε μεταλλικές δέκα και μετά από δέκα ήμέρες για την ίδια οφειλή να πληρώνει δέκα πέντε δραχμές...Τώρα μετά την καθιέρωση του Ευρώ νομίζω {δεν το έχω επιβεβαιώσει) δεν επιβάλλονται ποινές σε μεταλλικές.