Τραπεζιτικές θύμισες (Α Μέρος)

Παλαιότερος συνάδελφος ο Κώστας, καλός υπάλληλος, έξυπνος με αναπτυγμένες τις κοινωνικές δημόσιες σχέσεις. Ανέβηκε σύντομα την ιεραρχία της τράπεζας και έγινε Διευθυντής μεγάλων καταστημάτων. Μικρός υπάλληλος ο Γιάννης, ξεκίνησε στην τράπεζα από νυχτοφύλακας στο δεύτερο υπόγειο της τράπεζας.
Τί φύλαγε; Φύλαγε τη νύχτα τα αρχεία, τα παραστατικά των εγγράφων των τραπεζικών συναλλαγών, μην πάθουν καμιά απρόβλεπτη ζημιά, φωτιά, βραχυκύκλωμα ρεύματος, πλημύρα, απρόβλεπτη καταστροφή. Φύλαγε τα καλά τριπλοαμπαρωμένα θησαυροφυλάκια της τράπεζας, εκεί όπου φυλάσσονταν όλα τα αξιόγραφα της τράπεζας, τα αποθεματικά, τα ταμιακά διαθέσιμα, τα χρυσά, τα κειμήλια και ότι είχε ιδιαίτερη αξία. Τις θυρίδες ιδιωτών που φυλάσσονται χρυσαφικά, ασημικά και ό,τι για κάθε ιδιώτη αποτελεί και έχει χρηματική, ή συναισθηματική αξία. 
Εκεί, στο δεύτερο υπόγειο, όπου ο αέρας και το φως ήταν λίγος-λιγοστός, λειψός και περίσσιο το σκοτάδι, το ημίφως και πληθώρα από κατσαρίδες, παρόλα τα μέτρα απολύμανσης που ελάμβανε η τράπεζα. Εκεί, φύλαγε τη νύχτα ξάγρυπνος ο Γιάννης, και ανά μισή ώρα περνούσε από τα σημεία με το ωρολόγιο στο χέρι, εκεί, στα σημεία που ήταν αριθμημένα τα κλειδιά, και με το κλειδί κλείδωνε το ωρολόγιο, και αυτό κατέγραφε την ώρα που πέρασε και έκανε έλεγχο, από το κάθε σημείο, και ότι ο χώρος ήταν σε απόλυτη ασφάλεια και τάξη. 
Εκεί, στο δεύτερο υπόγειο, μου άρεσε, ήταν πολύ καλά για εμένα. Το χειμώνα, είχε ικανοποιητική ζέστη και το καλοκαίρι ωραία δροσιά. Την εποχή εκείνη, δεν υπήρχανε τα κλιματιστικά, αραιά και που ήταν κανένας ανεμιστήρας και εκείνος σε γραφεία των μεγάλων διευθυντών. 
Εκεί, στα σκαλοπάτια της μαρμάρινης σκάλας, καθόμουνα και διάβαζα, στον ενδιάμεσο κενό χρόνο, τα μαθήματα της σχολής, της Ανωτάτης Εμπορικής. Το διάβασμα το έκανα κρυφά, με επιφυλάξεις, φοβόμουνα, ήταν εν ώρα υπηρεσίας. Αλλά, αν και ήταν απαγορευτικό για εμένα, ήταν θεραπευτικό και πολύ-πολύ ωφέλιμο. Νέο παιδί ήμουνα τότε… Θεραπευτικό, διότι δεν τρελάθηκα κλεισμένος μόνος τη νύχτα στα ημίφωτα, στο σκοτάδι, στο δεύτερο υπόγειο. Εκεί που φρατσαλάγανε τα ποντίκια, πεταγόταν οι κατσαρίδες και τριζοβόλαγαν τα ντέξιον από την αλλαγή θερμοκρασίας και δεν ήξερα τί έκανε έτσι με αυτούς τους παράξενους θορύβους, μέχρι να το αντιληφθώ και να τους συνηθίσω.
Σε αυτό το χώρο, έμενα μόνος και όρθιος όλη νύχτα, ήταν όμως ωφέλιμος διότι με αυτό το διάβασμα πέρναγε χωρίς να το καταλάβω η ώρα και πέρναγα στις εξετάσεις σε όλα τα μαθήματα της ΑΣΟΕΕ.
Αλλά λένε και έτσι είναι ότι: «Ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιο». Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι και στο δεύτερο υπόγειο, με τόσο ελάχιστο ημίφως, τίποτα δεν μένει κρυφό. Και μέσα στο βαθύ σκοτάδι, στα μεσάνυχτα που κρύβονται και τα άστρα, τίποτα δεν κρύβεται… Κάποιος σε βλέπει…
Ο αρχικλητήρας συνάδελφος, Κώστας Καρπούζος, παλιός αστυνομικός, χωροφύλακας, ήρθε τη νύχτα να κάνει επιθεώρηση. Έστειλε το συνάδελφο κ. Γράψια, ο οποίος δούλευε πρώτα εργάτης, όταν χτιζόταν το ξενοδοχείο Χίλτον και έπαθε μικρό ατύχημα, όταν τέλειωσε η δουλειά στο Χίλτον, ο πρόεδρος της τράπεζας καθηγητής Στρατής Ανδρεάδης τον έφερε στην τράπεζα νυχτοφύλακα, να μαζέψει τα ωρολόγια για να ελέγξει τα σημεία, αν είναι εν τάξει. Ήρθε, κατέβηκε στο δεύτερο υπόγειο με το ασανσέρ, αθορύβως. Τον αντιλήφτηκα, πετάχτηκα αμέσως επάνω και προσπάθησα να μεριάσω στην πάντα το βιβλίο με τα γραφόμενά μου, για να μην με αντιληφθεί…
Με αντελήφθη… Με πλησίασε…
-Τί έχεις εκεί Γιάννη;… Μπερδεύτηκε η γλώσσα μου.
-Κύριε Γράψια, δεν θα το ξανά κάνω, μην με μαρτυρήσεις.
-Τί είναι αυτό που κάνεις, που δεν θα το ξανά κάνεις και δεν πρέπει να το μαρτυρήσω;…
-Να, κάθομαι λίγο στο σκαλοπάτι. 
–Και τί κάνεις;… Κάνεις καμιά παλιοδουλειά;…
-Κάθομαι και διαβάζω, ενώ το ξέρω, ότι δεν πρέπει εν ώρα υπηρεσίας, και πρέπει τα μάτια μου να τα έχω, όχι μόνο τέσσερα ,αλλά δέκα τέσσερα… 
Εκεί γέλασε… Έτσι πρέπει, από εδώ τρώμε ψωμί και ζούμε… Για σήκω τα βιβλία και τα χαρτιά… για να δω τί άλλο έχεις από κάτω…
-Τα σήκωσα… 
-Να κοιτάξετε… 
Τα κοίταξε, τα έπιασε στα χέρια του, τα τίναξε, τα ξεφύλλιζε, να διαπιστώσει στα ενδιάμεσα στα φύλλα, εάν ήταν κάτι, εκτός από τα γράμματα τα δικά μου. 
Ο συνάδελφος, κ. Γράψιας, γράμματα δεν ήξερε, ήξερε ίσα-ίσα να συλλαβίζει, και εκείνα με το ζόρι. Στο στρατό, έμαθε ό,τι έμαθε, να γράφει το όνομά του και σιγά-σιγά να γράφει και από την αριθμητική την πρόσθεση και την αφαίρεση. 
Δεν πιστεύω να είναι τούτη εδώ η παλιό φυλλάδα τίποτα από τα παλιό βιβλία;… Και μας πάρει και μας σηκώσει…-Πάμε να τα δει και ο κ. Καρπούζος, που ξέρει περισσότερα… Με κοίταξε. Τα κράταγε στα χέρια του και μου είπε:
-Δεν είναι τίποτα από τα πονηρά;

-Βιβλίο της ΑΣΟΕΕ είναι.
-Τότε, έλα πάμε, μην αργούμε…
-Για πού; 
-Έχει έλθει ο κ. Καρπούζος και θέλει να κάνει επιθεώρηση στους φύλακες. Ανεβήκαμε στο κεντρικό σαλόνι της εισόδου από την οδό Πεσματζόγλου.
-Καλώς τον Γιάννη, μου λέει…
-Καλησπέρα, τα σέβη μου, κύριε προϊστάμενε...
Κοιτάζει τον κ Γράψια και του λέει:
-Τί είναι αυτά.
-Είναι βιβλία και χαρτιά του Γιάννη.
-Και τί βιβλία είναι αυτά, τόσο χοντρά και τόσο μεγάλα. Δεν πιστεύω να είναι τίποτα βιβλία του Μαρξ, του Λένιν, του Μάο, εδώ μέσα, και μας πάρει και μας σηκώσει όλους ο διάβολος συθέμελα… Ρίχνει μια βλαστήμια…
-Τί στο διάβολο είναι αυτά;…
Λες να μπλέξουμε;…
Φέρτε τα εδώ, να τα πάρει ο διάβολος, να δω τί είναι;
Του τα δίνει. Κοιτάζει και συλλαβίζει ΑΣΟΕΕ…
Τί είναι τούτα εδώ και τί λένε, μου λέει, σοβαρά και με αυστηρό ύφος.
-Αυτά, κύριε προϊστάμενε, είναι και λένε Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών…
Είναι η Ανωτάτη Εμπορική, είναι στην Πατησίων, απέναντι από τον ΟΤΕ.
-Την ξέρω, την ξέρω και ξέρω τί γίνεται εκεί μέσα… Όμως, λες πολλά και δεν σε ωφελούνε… Τί έκανα εγώ τόσα χρόνια;… Από τα Πανεπιστήμια βγαίνουν καλοί άνθρωποι, αλλά βγαίνουν κάτι μπουμπούκια…, επαναστάτες, Θεός να σε φυλάει, κόκκινοι, κουμουνιστοσιμορίτες, που περισσότερο διαβάζουνε και ξέρουν τον Μαρξ, τον Λένιν και τον Μάο, παρά από ό,τι ξέρουν αυτοί τον εαυτόν τους, που ο διάβολος να τους πάρει.
Τα ακούς;… Ξέρω εγώ το τί γίνεται εκεί μέσα…
Όπως τα έλεγε, κοπήκανε τα γόνατά μου, πάγωσε η καρδιά μου, παιδί της επαρχίας ήμουνα, δεν είχαμε να πάρουμε βιβλία, τετράδια για το σχολειό, πού για τέτοια; 
-Εσύ φαίνεσαι καλό παιδί, δεν φαντάζομαι να χάλασες, εκεί μέσα… Διάβασε κακομοίρη μου, διάβασε, να μάθεις καμιά αράδα γράμματα καλά, και πρόσεχε μην σε φάει η μαστοριά και η λάσπη… Εσύ δεν έχεις αμπέλια, χωράφια, γιδοπρόβατα στο χωριό σου, για να ζήσεις, το μεροκαματάκι σου έχεις, και αν έχεις κανένα παλιοχώραφο, εκεί, δεν σταματάει ούτε ο λαγός τα αρχ… του να ξύσει, πρόσεχε, μην χάσεις και το λίγο ψωμάκι τώρα που έχεις.
-Όσο το πού είχε αυτά τα βιβλία και διάβαζε, εξέτασέ τα, θα ρωτήσουμε να μάθουμε τί είναι τούτα και αν είναι καλά, καλά έκανε και διάβαζε, να ξεστραβωθεί, δεν κοιμότανε…
-Μέχρι τώρα, στη δουλειά του είναι καλός;
-Κώστα, διάβαζε το παιδί, τάχα έχει στο δωμάτιό του που νοικιάζει και ηλεκτρικό να διαβάσει;… Και εκεί κάτω, στο μισοσκόταδο, θαύμα είναι πώς έβλεπε.
-Αυτός, από εκεί που είναι, έχει το μάτι του αετού, την όραση της κουκουβάγιας. 
Αυτός-αυτός… βλέπει και με κλειστά τα μάτια, αυτός έμαθε ό,τι έμαθε με την τσιμπλού τη λάμπα...
-Για μένα, αν τα βιβλία είναι καλά, καλά έκανε…
-Για δώσε μου το εργαλείο τώρα, να δούμε έκανε καλά τη δουλειά του, πέρασε κανονικά από όλα τα σημεία;
Του δίνει το ρολόι, το ξεκλειδώνει, κοιτάζει την ταινία και διαπιστώνει πως από όλα τα σημεία τα είχα περάσει κανονικά.
–Εσύ ρε, δεν σου έχει ξεφύγει ούτε δευτερόλεπτο, πού έχεις το νου σου, σε εκείνα που διαβάζεις, ή στο ρολόγι;
-Κύριε προϊστάμενε… και στα δύο…
-Μην μιλάς είπαμε…
Σιώπησα φανερά εκνευρισμένος. Είπα μέσα μου, εδεκεί να τα παρατήσω και να φύγω…
Ο κύριος Γράψιας, γέρος τότε, Θεός συγχώρεσέ τον, με έπιασε και μου έσφιξε το μπράτσο δυο φορές, για να καταλάβω, να σωπάσω, να μην κάνω καμιά κουταμάρα…
-Τα βιβλία κατάσχονται…
-Όχι, δεν κατάσχονται, τα έχω πληρωμένα και δεν έφαγα, έμεινα νηστικός για να τα αγοράσω… Με δόσεις τα πήρα, από το βιβλιοπωλείο του Παπαζήση. 
-Κατάσχονται για να τα εξετάσουμε, να τα εξετάσουν αύριο αυτοί που ξέρουν και θα σου τα δώσουμε, αν είναι καλά.

-Καλά εξετάστε τα. Αυτή τη στιγμή, μου ήρθε να ξεκαρδιστώ στα γέλια, αλλά δάγκωσα τα δάχτυλά μου και συγκρατήθηκα.

-Πήγαινε τώρα στη θέση σου, στη δουλειά σου, και αύριο βλέπουμε…
Επήγα πάλι στο δεύτερο υπόγειο, και την υπόλοιπη νύχτα έκανα βόλτες, πέρα, δώθε, μέχρι που ξημέρωσε…
Την άλλη μέρα, μόλις ξημέρωσε, ο κ. Καρούζος, πρωί-πρωί στο κεντρικό θυρωρείο της τράπεζας, στην κεντρική είσοδο, επί της οδού Πεσματζόγλου, όπου μπαίνουν οι υπάλληλοι και υπογράφουν στο βιβλίο εισόδου. Ενωρίς ήρθε και ο Δ/ντής του κεντρικού καταστήματος, ο κ. Αντώνης Πλωμαρίτης. Αμέσως, τον πιάνει και του λέει:
-Κύριε Διευθυντά, να σας ρωτήσω κάτι;…
-Λέγε μου τί; 
-Αυτά τα βιβλία, τί είναι σε παρακαλώ;
Τα κοιτάζει και του λέγει:
-Αυτά είναι της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής… Πού τα βρήκες;
-Εκείνο το παιδί που φέρανε τις προάλλες, μας τον στείλανε από την Εμπορική τράπεζα να τον βάλουμε νυχτοφύλακα, και τον βάλαμε κάτω στο δεύτερο υπόγειο, απέξω από το θησαυροφυλάκιο, στα αρχεία, και αυτό το παλιόπαιδο, μας κουβάλησε εδώ μέσα αυτά τα βιβλία, και τον πιάσαμε να κάθεται στα σκαλοπάτια, στο μισοσκόταδο, να διαβάζει… Δεν πιστεύω να είναι τίποτα από αυτές τις παλιοφυλλάδες του Μαρξ, του Λένιν, ή του Μάο, και τον πάρει ο διάβολος και τον σηκώσει… Και μας σηκώσει όλους μας;… 
-Δεν μου λες, Κώστα, στη δουλειά του είναι καλός, ή μήπως τον βρήκατε να κοιμάται;
-Όχι… όχι… Έχουμε και ψυχή να παραδώσουμε, δεν κοιμόταν, ο Γράψιας τον έπιασε να διαβάζει, όταν, χθες την νύχτα, έκανα αιφνιδιαστικό έλεγχο στους νυχτοφύλακες. Έκανα έλεγχο στο ρολόι του και είχε περάσει από όλα τα σημεία στην ώρα τους, ούτε δευτερόλεπτο πιο αργά…
-Ώστε στη δουλειά του είναι καλός;
-Από ό,τι φαίνεται, ναι… Όμως, εδώ με τούτους τους μπελάδες, τί κάνουμε;… Με αυτές τις παλιοφυλλάδες;… Και δείχνει τα βιβλία.
-Τίποτα… Μακάρι να το κάνανε όλοι έτσι…
-Πώς;… πώς;…
-Στο σκοτάδι να διαβάζουν και να κάνουνε καλά τη δουλειά τους… Εδώ, δεν διαβάζουνε τα παιδιά μας την ημέρα, με ούλα τους τα καλά… Και βγαίνουν… «Χαζά παιδιά άξιων γονέων…» Έχουμε πάρει, όπως ξέρεις, στην τράπεζα, παιδιά άξιων, αρίστων συναδέλφων, κατά εντολή του προέδρου καθηγητή, Στρατή Ανδρεάδη, και του γενικού του κ. Κυριακόπουλου, για να βοηθηθούν οι οικογένειές τους από τα έξοδα, και τα περισσότερα, τα καλομαθημένα, δεν μολογάνε τίποτα… Αργούνε να πάρουνε μπροστά… Φέρνει ο κ. Γενικός, ο κ. Κυριακόπουλος κάτι πεινασμένα από τη Γορτυνία, που έχουν τελειώσει τα εκεί γυμνάσια και το γυμνάσιο Λαγκαδίων της πατρίδας του και της Δημητσάνας, δίνουν εξετάσεις για υπάλληλοι, γράφουνε άριστα και τους προσλαμβάνει στην Εμπορική, στην Ιονική και στις άλλες τράπεζες του ομίλου, κλητηράκια και αυτά είναι αετοί, αρπάζουν τη δουλειά με τη μία, κάνουν δουλειά υπαλλήλου και προχωράνε… Προχωράνε… και…

Νομίζω από τη Γορτυνία είναι και δαύτο… -Μπράβο… μπράβο του…

Θα δώσω εντολή, σήμερα κιόλας, να βάλουνε κάτω, σε κατάλληλο μέρος, ένα μικρό γραφειάκι, μία καρέκλα, και από πάνω στην οροφή να αλλάξουνε τη λάμπα, να έχει περισσότερο φως, να βλέπει να διαβάζει. Και μην του λέτε τίποτα, να τα δει ξαφνικά… Αυτός θα προκόψει… Αυτοί από εκεί, το μάτι τους από την πείνα αστράφτει… Αύριο το πρωί, να του πείτε να μην φύγει, να έρθει στο γραφείο μου, να τον δω…
Την άλλη μέρα το βράδυ, επήγα και έπιασα δουλειά, (δεν μου είπανε τίποτα) κατεβαίνω από τις σκάλες στο δεύτερο υπόγειο. Μόλις κατέβαινα, αντιλήφθηκα το φως ήταν πιο δυνατό, θα το έχουν ξεχάσει, να το σβήσω είπα. Όταν κατεβώ θα το σβήσω… 
Κατέβηκα και τί να ιδώ… Στη μέση ακριβώς του χώρου, απέναντι ακριβώς από την πόρτα του θησαυροφυλακίου είχαν τοποθετήσει ένα μικρό γραφειάκι και μια καρέκλα. Το γραφείο ήταν αυτό που είχαν τότε οι κοπέλες, οι δακτυλογράφοι. Επάνω στο γραφείο, ήταν κλειστά τα βιβλία μου και δίπλα ένα πολύ χοντρό τετράδιο με τη φίρμα της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος, δίπλα ένα στυλό, που έπαιρνε βιδωτά ανταλλακτικά και μερικά ανταλλακτικά, μια γομολάστιχα, μια ξύστρα, πολλά κοινά μολύβια και χαρτιά. 
Από μακριά τα κοίταγα όλη νύχτα, δεν τα πλησίασα καθόλου… Και όλη νύχτα, ο νους μου έλεγε και ο νους μου λέει:
Νάτος, νάτος ο δούρειος ίππος, με αλλιώτικη μορφή.
Και λέει, ο Γιάννης, στο Γιάννη.
-Σου βάλανε γραφείο και καρέκλα… Γιατί;… Σε αγαπάνε;… Έτσι σε αγαπήσανε απότομα… Γιατί;.. Γιατί;… Γιάννη, το τυρί (την ωραία καρέκλα) τη βλέπεις, τη φάκα τη βλέπεις; Φάκα, φάκα, δούρειος ίππος είναι, μην πλησιάζεις… Σου την έχουνε στημένο. Μην πλησιάζεις… Σε δοκιμάζουνε, να δούνε τί θα κάνεις;…
Με αυτές τις σκέψεις, την αγωνία και την εναλλαγή συναισθημάτων, όρθιος, όρθιος όλη νύχτα έκανα πολύ καλά τη δουλειά μου. Το πρωί, την κανονική ώρα, ανέβηκα επάνω και παρέδωσα το νυχτερινό ρολόι ελέγχου στο κεντρικό θυρωρείο, επί της οδού Πεσματζόγλου, στον κ. Γράψια.
-Άκουσε παιδί μου, Γιάννη, να μην φύγεις. Έχουμε εντολή να σε δει ο κ. Δ/ντής, ο κ. Πλωμαρίτης, όταν θα έλθει αμέσως… Δεν ξέρω τίποτα άλλο τί σε θέλει;… Μην με ρωτάς, δεν ξέρω.
-Τώρα, τη βάψαμε είπα… Αλλά, τί φοβάσαι Γιάννη;… Παλιά μου τέχνη κόσκινο… Τί θα μου κάνει και αυτός;… Το πολύ-πολύ να με διώξει… Τα εργαλεία της οικοδομής, ευτυχώς που δεν τα πέταξα, από κάτω από το ράντζο τα έχω φυλαγμένα…
Καθόμουνα όρθιος, σε στάση προσοχής, απέξω από το κεντρικό θυρωρείο, ερχόταν οι υπάλληλοι και υπογράφανε στα βιβλία παρουσιών των τμημάτων όπου ανήκει ο καθένας. Κάποια στιγμή, μπαίνει από την είσοδο ένας κύριος ψηλός, ψαρομάλλης, καλημερίζει και λέει: 
-Να μου τον στείλεις σε λίγο μέσα…
-Μάλιστα κύριε Δ/ντά, λέει ο κ. Γράψιας.
Μόλις απομακρύνθηκε λίγο, μου λέει:
-Αυτός είναι ο Δ/ντής, ο κύριος Πλωμαρίτης, που μας έδωσε εντολή να πας να σε δει, και σε θέλει…
Τον κοιτάζω από πίσω, περπάταγε αγέρωχα, ήταν σχετικά ψηλός και ευθυτενής. Και είπα από μέσα μου: Δεν είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος, ο λεβέντης, να θέλει το κακό μου… Εξάλλου, τί έκανα; Και ποιον έβλαψα;… Στη δουλειά μου είμαι καλός… Και αν… Δεν χάνεται και ο κόσμος… Τόσα και τόσα πέρασα, και αυτό κοντά με τα άλλα…
Σε λίγο, όταν τελείωσε η ώρα προσέλευσης των υπαλλήλων και έκλεισαν τα βιβλία παρουσιών, ο κ. Γράψιας μου λέει:
-Γιάννη, τώρα θα πάμε στον κ. Δ/ντή, να είσαι κουμπωμένος, το σακάκι σου, να χαιρετήσεις, να ειπείς καλημέρα, με ελαφρά υπόκλιση, να έτσι, και να καθίσεις σε στάση προσοχής. Θα τον κοιτάς στα μάτια, να εδώ, στο σταυρό, και θα απαντάς σε ό,τι σε ερωτήσει, αφού πρώτα θα κάνεις την ερώτηση, μου επιτρέπεται κύριε Διευθυντά, και θα απαντήσεις όταν σου δώσει την άδεια να μιλήσεις.

-Με έπιασε από το μπράτσο και μου λέει:

-Πάμε τώρα…

Εμπήκαμε στο γραφείο του, μισό βήμα μπροστά ο κ. Γράψιας και πίσω εγώ. Καλημερίσαμε ταυτοχρόνως και οι δυο μας, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό, την καλημέρα.
-Κύριε Δ/ντα, σας τον έφερα…
-Καλά, αφήστε τον και πηγαίνετε.
-Σηκώνει το βλέμμα του, με κοιτάζει στα μάτια, μου έριξε μια γρήγορη ματιά, από την κορυφή έως κάτω και τανάπαλιν. Με κοιτάζει διαπεραστικά στα μάτια και μου λέγει: 
-Έλα παιδί μου, τί έκανες;… Για λέγε μου…
-Τί να σας πω κύριε Δ/ντά, σας τα είπανε, τα μάθατε, έκανα αυτό που δεν έπρεπε να κάνω.
-Σηκώθηκε όρθιος και με χαμηλή φωνή μου λέει:
-Για λέγε μου, τί έκανες που δεν έπρεπε να κάνεις;
-Να… κύριε Δ/ντά, εν ώρα υπηρεσίας, τη νύχτα, είχα φέρει κρυφά τα βιβλία και καθόμουνα στα σκαλοπάτια και διάβαζα, και με πιάσανε, αν και είχα πάρει τις προφυλάξεις μου…
-Και τί διάβαζες;…
-Από αυτά τα βιβλία που είδατε. 
-Είσαι φοιτητής της Ανωτάτης Εμπορικής;
-Ναι.
-Μπράβο…
Καλά έκανες- καλά έκανες… Και έβλεπες, με αυτό το φως και διάβαζες;
-Ναι κύριε Δ/ντά έβλεπα, βλέπω. Από τη λαμπίτσα, την τσιμπλού, που είχαμε στο χωριό και στο γυμνάσιο, είναι καλύτερο…
Σηκώθηκε όρθιος και μου λέει:
-Μπράβο, μπράβο… Αυτό θα κάνεις…
Ήρθε κοντά μου, με έπιασε από το βραχίονα και μου είπε: Ακολούθησέ με… Με επήγε στο απέναντι γραφείο και χωρίς δισταγμό εμπήκε μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα.
-Καλημέρα κύριε Δ/ ντά (ήταν ο αναπληρωτής Γενικός Δ/ντής καταστημάτων και εργασιών, ο κ. Μπουχάτζερ).
-Καλώς τον Αντώνη…
-Τον βλέπετε αυτόν… και με έδειξε…
Σήκωσε τα μάτια του και μου έριξε μια ματιά.
-Αυτόν τον φέρανε για νυχτοφύλακα, τον έχουν βάλει στο δεύτερο υπόγειο, και τον πιάσανε τη νύχτα να διαβάζει…
Ο αναπληρωτής Δ/ντής ταράχτηκε και σηκώθηκε απότομα από τη διευθυντική πολυθρόνα του…
-Και τί διάβαζε;… Τί διάβαζε εδώ μέσα;…
-Από ό,τι διαπίστωσα, είναι φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και είχε φέρει τα βιβλία του, και καθότανε στα σκαλοπάτια και διάβαζε, και τον πιάσανε…
-Και έβλεπε εκεί κάτω;…
-Την ίδια απορία είχα και εγώ. Και από ό,τι μου λέει βλέπει εκεί καλά…
-Πολύ καλά κάνει… Μπράβο-μπράβο.
-Για φροντίστε να του βάλετε μια λάμπα καλή…
-Του έβαλα…
-Πολύ καλά…
-Εγώ, αυτόν τον θέλω δίπλα μου, και όταν γίνει εσωτερικός διαγωνισμός μετατάξεων, να τον μετατάξουμε, χωρίς άλλο. Να το ειπούμε στον προσωπάρχη τον Λυμπερόπουλο, να το έχει υπόψη του, ας είναι νυχτοφύλακας. Αυτός ξέρει γράμματα περισσότερα από τους άλλους… Και αν δεν το επιτρέπει ο οργανισμός, θα βρούμε τρόπο… Αμέσως, εκεί, παίρνουν τηλέφωνο τον προσωπάρχη και ρωτάνε τί λέει ο οργανισμός για τις μετατάξεις, και τους απαντάει ότι μετατάξεις επιτρέπονται να γίνονται μέχρι του βαθμού του κλητήρα, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις. Για να είμαστε και τυπικά εν τάξει, τον κάνουμε αμέσως, με πράξη διοίκηση κλητήρα Δ. Και αυτός θα τους πηδήξει όλους τους βαθμούς….
Δεν είχε περάσει ένας μήνας από τότε, ο αρχικλητήρας Μαρούλης Απόστολος και ο προϊστάμενος των κλητήρων Αλούπης Γιώργος μου ανακοίνωσαν ότι προβιβάστηκα κατ’ εκλογή και έγινα κλητήρας, και πήδηξα και ένα βαθμό σαν φοιτητής, αντί για Δ με έκαναν κλητήρα Γ.
Εντολή του κ. Πλωμαρίτη, μου είπαν, αν θέλω να μην πηγαίνω νύχτα, να γυρίσω ημέρα. Σκέψου το, μου είπαν, και εσύ θα αποφασίσεις… Να μην ξεχάσεις αύριο πρωί–πρωί να πας να ευχαριστήσεις τον κ. Πλωμαρίτη, που ξέρουμε ρε πως σε συμπάθησε, σε αγαπάει, ας φαίνεται αυστηρός. Τα ακούς;… Αλλά μην πηγαίνεις ακόμα, σήμερα θα σου δώσουμε την εντολή για τον ράφτη, τον κ. Πολυκράτη, να πας από εκεί, να σου πάρει μέτρα, να σου φτιάξει ένα κουστούμι ρούχα, και να πας απέναντι, να πάρεις με αυτή την εντολή ένα ζευγάρι παπούτσια δίσολα, ραφτά, για την τράπεζα, ξέρει αυτός τί θα σου δώσει. Και όταν ετοιμαστεί η στολή σου, δεν αργεί, το πολύ σε τρεις ημέρες θα είναι έτοιμη, θα σου δώσουμε και το σήμα της τράπεζας, θα το φορέσεις στο πέτο, και θα πας στον κ. Δ/ντή να τον ευχαριστήσεις.
[Τότε στην τράπεζα υπήρχε τάξη, σεβασμός και ευπρέπεια!... Η τράπεζα, κάθε δύο χρόνια, χορηγούσε δωρεάν στους υπαλλήλους της ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα κουστούμι ρούχα χειμερινό και ένα καλοκαιρινό, για τους κλητήρες, ομοιόμορφα, και στις κυρίες υπαλλήλους φόρεμα εργασίας (ποδιές) μπλε χρώματος, και κεντημένο στο αριστερό μέρος, στο στήθος, το σήμα της τράπεζας, και ένα ζευγάρι παπούτσια με πολύ λίγο τακούνι, συνήθως βραχιόλι για την καλή ομοιόμορφη, σεμνή εμφάνιση, και για να ξεχωρίζει ο υπάλληλος από τον πελάτη.
Έτσι και έγινε, ο ράφτης, σε δύο ημέρες, είχε έτοιμο το κουστουμάκι, επήγα το φόρεσα, ήταν μολυβί με σταυροκουμπωτό σακάκι, με δύο σειρές αργυρά κουμπιά. Ήταν ωραίο επάνω μου…
Έβαλα σε μια τσάντα τα δικά μου ρούχα και πήγα στην τράπεζα.
Εκεί, ο αρχικλητήρας, ο κ. Μαρούλης Απόστολος, μου έβαλε και καρφίτσωσε το σήμα της τράπεζας στο αριστερό πέτο του σακακιού, με χαιρέτησε και με φίλησε στο μέτωπο, και μου ευχήθηκε: 
-«Σου εύχομαι καλή πρόοδο και Δ/ντής να γίνεις εδώ μέσα»

Και ήταν ή ώρα ανοιχτή και η ευχή, από καρδιά, από καλή ψυχή βγαλμένη!... (Και ήρθε η ώρα και έγινα και Δ/ντής).
Με πήρε και με παρουσίασε στον Δ/ντή τον κ. Πλωμαρίτη. Έτσι γινότανε τότε, οι μικροί στο βαθμό υπάλληλοι, όταν ήθελαν να πάνε στο Δ/ντή, τους παρουσίαζε ο προϊστάμενός του για να δοθεί λύση άμεση, να λυθεί το αίτημα αμέσως. Καλημέρα του είπε: 
-Τον έφερα κ. Δ/ντα και έγιναν όλα ως η εντολή σας, και έχει την επιθυμία να σας ευχαριστήσει.
–Σας ευχαριστώ πολύ, κ. Δ/ντά…
-Δεν έκανα τίποτα σπουδαίο…
Σηκώθηκε όρθιος. Μου ευχήθηκε και αυτά τα λόγια μου είπε: "Καλορίζικος στην οικογένεια της τράπεζας, και εύχομαι υγεία, να είσαι τίμιος, εργατικός, φιλότιμος, όπως είσαι και θα προκόψεις…"
(Τότε, ήταν άλλα τα ήθη, τα έθιμα και οι συνήθειες, όλοι οι τραπεζιτικοί τον συνάδελφο τον θεωρούσαν αδελφό, οικογένεια).
-Κύριε Μαρούλη, δεν σας θέλω άλλο, μπορείτε να φύγετε. Έφυγε.
-Δεν μου λες παιδί μου, από πού είσαι;
-Από τη Γορτυνία, κύριε Δ/ντά.
–Κατάλαβα… κατάλαβα…
Σε πολλά παιδιά από εκεί κάτω, ο κ. Γενικός σας δίνει ένα κομμάτι ψωμί και όλοι σας το εκτιμάτε.
Δεν μίλησα. Δεν ήξερα τί να ειπώ;…
-Δεν μου λες, εσύ ξέρεις γραμματάκια, θέλεις να σε πάρω από τη νύχτα, να σε έχω δίπλα μου στις καταθέσεις, να μαθαίνεις και τη δουλειά σιγά–σιγά, να γίνεις από τους καλούς υπαλλήλους. Σκέψου και λέγε μου, μην μου λες τώρα, αύριο-μεθαύριο, και όποτε θέλεις μου το λες
-Θέλω κύριε Δ/ντα και σας ευχαριστώ πολύ, για ό,τι κάνατε για μένα, αλλά σε λίγο καιρό πηγαίνω φαντάρος και να σας πω και το άλλο… 
-Τί;… Τί;… Λέγε μου…
-Τώρα, δουλεύω τη νύχτα και την ημέρα πηγαίνω στην πλατεία Κοντζιά, και άμα βρίσκω κάνω και κανένα μεροκάματο στην οικοδομή, για να τα βολέψω, να μου μείνει και κάτι για το στρατό.
-Πολύ ωραία, τότε, με το καλό, όταν γυρίσεις, χωρίς να σου το ξαναπώ, κοντά μου.
-Σας ευχαριστώ.
-Πού θα πας φαντάρος, πού θα παρουσιασθείς και πότε;…

-Το πότε δεν το ξέρω, ξέρω μόνο ότι θα πάω στην Ελληνική Βασιλική Αεροπορία, στον Άραξο.
-Όταν σε ειδοποιήσουνε να μου το ειπείς, εκεί είναι ο γιός μου ο Κώστας εκπαιδευτής, έφεδρος Ανθυποσμηναγός, θα του ειπώ να σε πάρει στο σμήνος του, να σε προσέχει. Ευχαριστώ, κύριε Δ/ντά.
-Καλά, πήγαινε και θα τα ξαναπούμε…

Ιωάννης Στ. Βέργος

(EKM)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.