Γ. Δ. Βέργου.

Με την ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων 2021,

εύχομαι και εγώ σε όλους τους πατριώτες

να περάσουν ευχάριστα, με υγεία

και με την  καινούρια χρονιά να απαλλαγούμε

από τη μάστιγα της εποχής, την πανδημία του κορωνοϊού.

Γράφω 4 μικρά άρθρα

Από παλιές αναμνήσεις του χωριού.

 

  1. Ο γιος του Μήτρου στο σχολειό.

Σέρβου δεκαετία 1950.

 Ρωτάει στο σχολείο του χωριού μας ο δάσκαλος το Γιάννη, το γιο του Μήτρου (υποθετικά ονόματα).

   -Για πες μου Γιάννη, πως λένε τους γονείς σου;

   -Τον πατέρα μου κύριε τον λένε Μήτρο και τη μάνα μου Μήτραινα.

   -Τη μάνα σου τη φωνάζουν Μήτραινα επειδή τον πατέρα σου το λένε Μήτρο, το κανονικό της όμως όνομα, ποιο είναι;

   -Σας είπα κύριε,  όλοι Μήτραινα τη λένε.

   -Ο πατέρας σου πως τη φωνάζει;

   -Μωρή….

   -Δεν είναι παιδί μου το όνομά της αυτό.  Το μεσημέρι που θα πας στο σπίτι θα τη ρωτήσεις και αύριο θα μας το πεις.

-Καλά κύριε.

Υπάκουος ο Γιάννης στην εντολή του δάσκαλου,  ρωτάει τη μάνα του όταν πήγε σπίτι.

 -Ρε μάνα, με ρώτησε ο δάσκαλος πως σε λένε και εγώ του είπα Μήτραινα και μου είπε πως δεν σε λένε έτσι. Έχεις και άλλο όνομα;

-Αχ ρε μαμούρι, Μαρία με βαφτίσανε.

   -Και γιατί ρε μάνα τότε σε φωνάζουν όλοι Μήτραινα και ο πατέρας  μωρή;

   -Δεν ξέρω παιδάκι μου, όλες τις γυναίκες στο χωριό έτσι τις φωνάζουν «μωρή»,   …τι να σου πω…

   Πήγε την άλλη μέρα στο σχολείο ο Γιάννης και είπε στο δάσκαλο με περηφάνια το πραγματικό όνομα της μάνας του.

Τώρα, γιατί πολλοί άντρες στο χωριό εκείνη την εποχή, φώναζαν τις γυναίκες τους «μωρή»,  δεν  ξέρω. Λέτε για να μην παίρνουν θάρρος; (μωρή=ανόητη, όπως το μωρό παιδί). Πάντως,  και όταν ακόμη την φώναζαν με το όνομά της,  έβαζαν μπροστά και το μωρή:

Που είσαι μωρ-Μαρία;

Φαινόμενα εκείνων των καιρών…

                                               

2. Ο Μήτρος  στην Αθήνα.

   Αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Μήτρος ήρθε στην Αθήνα για κάποια δουλειά. Όταν γύρισε στο χωριό, εκεί που καθόντουσαν οι άντρες στο τουράκι της κάτω εκκλησιάς,   τον ρώτησαν να τους πει τα νέα από την πρωτεύουσα:

   -Τι είδες ρε Μήτρο στην πρωτεύουσα, για πες μας κι εμάς που δεν έχουμε πάει;

   -Τι να σας πω ρε παιδιά. 

Σπίτια πολλά έχει η Αθήνα, όπου και να κοιτάξεις σπίτια, σπίτια. Πολλά και μεγάλα, όχι σαν τα δικά μας.…

Οι δρόμοι είναι μεγάλοι και ίσιοι. Από την Ομόνοια για να πας στην Ακρόπολη, μια μεγάλη ευθεία… και πολλά αυτοκίνητα. Για να πάνε μια απόσταση από το χωριό μέχρι το Σουληνάρι  παίρνουν το λεωφορείο…  Λες και θα πάθουν τίποτα να περπατήσουν λίγο…

άλλο πράμα η Αθήνα… 

   -Πήγες κατά την Ομόνοια, πολλά έχουμε ακούσει για δαύτη…

   -Πήγα και εκεί. Να δείτε κόσμο, άλλο πράμα, όπως απολάει εδώ  η απάνω εκκλησιά.  Λεφούσι σας λέω…

 

  1. Η «λιάρα» προβατίνα στην τηλεόραση.

  Οι προβατίνες στο χωριό είχαν και αυτές το όνομα τους. Λιάρα λέγαμε την προβατίνα ή την γίδα, που είχαν  τρίχωμα άσπρο και μαύρο.

Στη δεκαετία του 1960, με τη μεγάλη εσωτερική μετανάστευση, πήγαν στην Αθήνα  ο Μήτρος και ο Λιάς με τις οικογένειές τους. Έμειναν εκεί σε μια περιοχή κάπου στα δυτικά προάστια, που υπήρχαν πολλοί πατριώτες.

 Μια μέρα η Μήτραινα, επισκέφτηκε τη Λιού να πιούνε καφέ και να πούνε τίποτα χωριάτικο… Όταν ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η Μήτραινα μέσα βλέπει στην τηλεόραση της Λιούς  τη λιάρα προβατίνα, που έβλεπε και στη δική της τηλεόραση. Έκπληκτη τη ρωτάει:

   -Μόρ Μήτραινα, εφτούνος (αυτός) ευτού με τη λιάρα προβατίνα ήτανε και στη δική μας τηλεόραση.  Πότε πρόφτασε και ήρθε εδώ;

-Που να ξέρω η μαύρη, πως γίνονται αυτά τα πράματα;

Διαβολικά μου φαίνονται… Θεός φυλάξει…

 

  4.  Πάμε για αρραβώνες. Ποιος είναι ο γαμπρός;                                          

  Έγινε το συνοικέσιο για κάποιο πατριώτη μας, με νύφη  «ξενοχωρίτισσα». Το ανακοίνωσε ο υποψήφιος γαμπρός στο δικό μας χωριό και η νύφη στο δικό της. Έγιναν οι σχετικές προετοιμασίες και τη Κυριακή το πρωί κίνησε το μισθωμένο λεωφορείο από το χωριό μας, με τους καλεσμένους του γαμπρού, για το χωριό της υποψήφιας νύφης.

Στο σπίτι της νύφης είχανε πάρει όλα φωτιά, για να καλοδεχτούνε τους συμπεθέρους και να αφήσουν καλές εντυπώσεις. Συγγενείς, γείτονες φίλοι, όλοι επί ποδός… Μια θειά πλησιάζει τη νύφη και τη ρωτάει:

-Παιδάκι μου είναι καλός ο γαμπρός;

-Ρε θειά, αν δεν ήτανε καλός θα τον έπαιρνα; Πολύ καλός είναι και ωραίος.

-Και πως θα τον γνωρίσω εγώ, που δε βλέπω και καλά παιδάκι μου, για να του ευχηθώ;

 -Θα τον γνωρίσεις ρε θειά. Θα φοράει κουστούμι, που δεν νομίζω να φοράει άλλος (ήτανε καλοκαίρι με πολύ ζέστη) και είναι και όμορφος.

 

Τα έδεσε αυτά τα δύο η θειά στο μυαλό της και περίμενε με ανυπομονησία τον ωραίο νέο, με το κουστούμι.

Έφτασε το λεωφορείο στο χωριό, κατέβηκαν οι συμπεθέροι και άρχισαν οι χαιρετούρες με τα καλωσορίσματα και αυτά που λένε σε αυτές τις περιπτώσεις:  …καλώς  ήρθατε, η ώρα η καλή,  κλπ. κλπ.

Εκεί στην αναμπουμπούλα που χαιρετιόντουσαν όλοι, πλησιάζει και η θειά της νύφης τον ωραίο νέο με το κουστούμι και του λέει:

-Καλώς το γαμπρούλι μας, να ζήσετε σαν τα ψηλά βουνά,  μας παίρνεις το καλύτερο κορίτσι, φτούσου, φτούσου...

-Τι λες ρε θειά; απαντάει αυτός. Δεν είμαι εγώ ο γαμπρός, πίσω είναι αυτός  που θα πάρει το καλύτερο κορίτσι του χωριού σας.

-Μα η ανηψιά μου είπε ότι θα φοράει κοστούμι και είναι ωραίος, όπως είσαι εσύ.

-Δεν είμαι εγώ ρε θειά και μη με φτύνεις. Νάτος ο γαμπρός, με το κουστούμι και μάλιστα πολύ ωραίος,  ποιο ωραίος από μένα.

-Καλά παιδάκι μου,  να είσαι καλά.

 

-Δε μου λες,  παντρεμένος είσαι;

 -Όχι ρε θειά, ελεύθερος είμαι…

 -Τότε και στα δικά σου παιδάκι μου. και αν θέλεις έχουμε κι άλλα καλά κορίτσια στο χωριό μας, να σου δώσουμε κι εσένα ένα να νοικοκυρευτείς και να έχει κι η ανιψιά μου παρέα… τι λες;

    -Να είσαι καλά θειά,  θα το σκεφτώ!.

 

Και έβαλαν όλοι τα γέλια…

Επρόκειτο για τον αγροτικό γιατρό του χωριού μας, που ήταν καλεσμένος του γαμπρού. Φορούσε και αυτός κοστούμι και ήταν πραγματικά ωραίος…  Πολλοί μεγάλοι πατριώτες θα τον θυμούνται.

 Όχι δεν πήρε γυναίκα από αυτό το χωριό, ούτε από το δικό μας.

Άλλη ήτανε η τυχερή…

(ΧΙΜ)


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Η διάνοιξη του δρόμου από τον Αγιώργη το Σαρά μέχρι το χωριό, μήκους 12 χιλιομέτρων έγινε το 1950. Οι Σερβαίοι διέθεσαν τις μερίδες τους από τη βοήθεια της UNRA που πουλήθηκαν για να συγκεντρωθούν χρήματα για την μπολντόζα. Επίσης δούλεψαν προσωπική εργασία όλοι οι ενήλικες του χωριού. Οι Αραπαίοι, επειδή είχαν να περπατήσουν μια ώρα παραπάνω από τους Σερβαίους, για να φθάσουν από το σπίτι τους στο έργο και μία να γυρίσουν, κοιμόσαντε το βράδυ εκεί που δούλευαν.