Η Γυναίκα στον Αγώνα για την Ελευθερία μέσα από τη Δημοτική Ποίηση


Της Ελένης Κ. Μπόρα
8-3-2021

Όπως λέει το Δημοτικό Τραγούδι και περιγράφει η Ιστορία, το πνεύμα του ηρωισμού είναι μια κληρονομιά της φυλής μας όπου η γυναίκα στέκεται δίπλα στον άνδρα με συγκινητικό τρόπο. Μεγάλος είναι ο έπαινος από το Δημοτικό Τραγούδι στη γυναίκα αγωνίστρια για την ελευθερία.

Η δραστηριότητα της γυναίκας της εποχής εκείνης ήταν έντονη στα του οίκου, αλλά πολλές γυναίκες πρωτοπόρησαν και πολέμησαν στο αγώνα κατά της σκλαβιάς. Ο ηρωισμός χαρακτηρίζει τη στάση τους και πλούτισε η ιστορία με ηρωικές γυναικείες μορφές, Μουμπουλίνες, Λασκαρίνες, Σουλιώτισσες, Τζαβέλαινες. Η μάνα, η αδερφή, η σύζυγος, η κόρη ζώστηκαν τα άρματα και παραστάθηκαν στον άντρα πολεμιστή σαν σύντροφος και βοηθός.

Γράφτηκαν οι ιστορικοί θρίαμβοι των γυναικών, όπως στους χορούς του Ζαλόγγου και τους γκρεμούς της Αραπίτσας. Τα βουνά του Μοριά, της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Μακεδονίας, η στεριά, η θάλασσα και τα νησιά άνοιξαν την αγκαλιά τους στους αγωνιστές και αγωνίστριες, άστραψαν, βρόντησαν, τραγούδησαν και γέννησαν τη λευτεριά.

Το δημοτικό τραγούδι, με φαντασία, εξιδανικευμένες εικόνες και παρομοιώσεις, τραγουδάει την παλληκαριά της γυναίκας μέσα σε ένα πολεμικό πανηγύρι. Η ιστορία γεμίζει με λεβέντισσες, γυναικείες μορφές με ηθικές αρχές, ιδανικά, κοινό σκοπό και όραμα για την αποτίναξη του ζυγού. Με μια ψυχή σαν λάβα, η προσπάθεια γίνεται ομαδική των κλεφταρματολών άξιων ανδρών και γυναικών. Ο κοινή αγάπη όλων για την ελευθερία και η αποφασιστικότητα παραμερίζουν χαρακτηριστικά της γυναικείας φύσης, και υπερισχύει η αξιοσύνη, η αδελφοσύνη, το μεγαλείο της αποφασισμένης ψυχής να παλέψει για τα ιδανικά της.

 Στο δημοτικό τραγούδι, Η Διαμάντω,«δώδεκα χρόνους έκαμε αρματολός και κλέφτης κανείς δεν την εγνώρισε πως ήταν η Διαμάντω».
Στο Σούλι, η Μόσχω Τζαβέλαινα πολεμάει με άλλες τετρακόσιες.
«Τζαβέλαινα σαν τ’ άκουσε, γριά Τζαβέλαινα, βαριά της κακοφάνη, ωρέ πιάνει και ζώνει τ’ άρματα». ... 
«Είναι το Σούλι ξακουστό, το Σούλι ξακουσμένο Που πολεμούν μικρά παιδιά, γυναίκες και κορίτσια. Που πολεμάει η Τζαβέλενα με το σπαθί στο χέρι. Με το παιδί στην αγκαλιά, με το τουφέκι στ’ άλλο».
Στο Ζάλογγο, συφάμελα «η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’αγγόνια» …
«δεν κλαίνε για το σκότωμα μον κλαίνε για το σκλάβωμα»

και γίνονται ολοκαύτωμα,
«δαυλί στο χέρι άρπαξε και τα φυσέκια άναψαν κι’όλοι φωτιά γινήκαν».

Η γυναίκα, πέρα από το καθήκον και χρέος για την πατρίδα ως πολεμίστρια ελληνίδα, προβάλει και ως μάνα ενός πολεμιστή, γεμάτη στοργή, «Τ’Ανδρούτσου η μάνα χαίρεται του Διάκου καμαρώνει». Η μάνα του Κίτσου που τον πήραν οι Τούρκοι να τον κρεμάσουν παρακαλεί το ποτάμι να στρέψει πίσω να περάσει απέναντι να δει τον γιο της. Παραμερίζει τον πόνο της μάνας κι ξεχειλίζει η πίκρα γιατί του πήραν τ’άρματα, τη συντροφιά του. «Κίτσο που είναι τ’άρματα, που τα’χεις τα τσαπράζια, τις πέντ’ αράδες τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;»

Η μάνα σκλάβα είναι εξοικειωμένη με την ιδέα του θανάτου. Επιθυμεί όμως έναν θάνατο για το παιδί της περήφανο, με τιμή, με την αρματωσιά του, γιατί αυτή είναι παρηγοριά για τον σκλάβο και η ελπίδα για τη λευτεριά. Μοιράζεται ο πόνος της για το γιο της και τη λευτεριά, και έτσι λέει ο Κίτσος «Μάνα δεν κλαις τα νιάτα μου και την παλληκαριά μου μον κλαις τα έρμα τ’άρματα τα έρμα τα τσαπράζια».

Από τα δημοτικά τραγούδια αναβλύζει όχι μόνο η ομορφιά της γυναίκας και η συγκίνηση αλλά και η θαυμαστή της δύναμη. Στην πληγωμένη ζωή του, ο λαός, και στον απελευθερωτικό αγώνα, ταύτισε τη γυναίκα και τον άντρα ως τίμιο και γενναίο πολεμιστή και άνθρωπο.

 

EKM


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.