protomagia 500

«... Λουλούδια ας διαλέξουμε
και ρόδα και κρίνα,
κι ελάτε να πλέξουμε
στεφάνια μ' εκείνα,
το Μάη που σήμερα προβάλλει στη γη...»

Που καιρός και καρδιά για γιορτές ξεφαντώματα με στεφάνια από ρόδα και κρίνα, για τους ανθρώπους του χωριού μου την Πρω­τομαγιά!

Μαζεμένες έπεφταν οι δουλειές τούτη την εποχή, και μάτια o κόσμος μας δεν είχε παρά μονάχα για τον ουρανό.

«Να κρατήσει ο Θεός», για να ξεχυθεί σε χωράφια, κήπους κι αμπέλια, για βότανο, φύτεμα, σκάλο...

Χρώματα, ήχους κι ευωδιές, μαλάματα τού φεγγαριού και του ήλιου, ποιος είχε μάτια να τα ίδεί και να τα προσέξει! Φύση δεν ήταν άλλο από το χώμα, το φτωχό και λίγο, που ήθελε ολοχρονίς «περέτεμα» για να δώσει ανάλογους - φτωχούς και λίγους - τους καρπούς του, για τη ζωή ανθρώπων και «ζωντανών».

Και για τα τσακισμένα από τον κάματο κορμιά, γλύκα περισσό­τερη από τον μολυβένιο ύπνο της νύχτας δε γινότανε...

‘Ετσι, η Πρωτομαγιά, ήτανε πιά γιορτή για τους δασκάλους μόνο, και τα «δασκαλόπουλα». Κι άναβε τ’ όνειρο κι ο πόθος στου κάθε γονιού την καρδιά. Να «δυνηθεί» κι εκείνος να γραμματίσει κανένα παιδί, να το κάνει δάσκαλο, για να ζήσει «άνθρωπινότερη ζωή»!...

Γιορτή για τους δασκάλους και τα «δασκαλόπουλα», λοιπόν, και τη γιορτάζαμε - αν δεν έβρεχε - στο Λάζο.

Ξεκινάγαμε από την αυλή του σχολειού, με τάξη, δύο δύο στην γραμμή - μελισσολόι σωστό - κι ανάμεσά μας οι δάσκαλοι!...

Διασχίζαμε το απάνω χωριό, και, με τραγούδια, φτάναμε στου Λάζου την ήμερη φαλακρή πλαγιά, με το ξανθό το χώμα και τους πελώριους «δέντρους» του.

Στα σακούλια ψωμοτύρι κι όρεξη μπόλικη. (Το «πρόβλημα» ανορεξία μας ήταν άγνωστο τότε.)

Ξάγναντος τόπος, άφηνε τα μάτια ν' ακουμπάνε πέρα μακριά σέ κάτι ψηλά χιονισμένα βουνά. Ο ’Ωλενός - λέγανε - ο Χελμός (που ήσουνα Γκόλφω κι άργησες), δεν θυμάμαι με σιγουριά τα ονό­ματα.

Σαν τη σκουριά στο σίδερο, κάθεται κι ο χρόνος στη μνήμη και σκεπάζει τις λεπτομέρειες. Βάλε η απόσταση, οι εντυπώσεις που άλλαξαν... Πάλι καλά.

Αντίκρυ, φαίνονταν τα Λαγκάδια. Το Μεγάλο Γιορτινό χωριό, που απλωνόταν αρχοντικά από την κορυφή του βουνού ίσαμε κάτω στη ρεματιά!...

Και να ειπείς πως ήταν κανένα μικρό βουναλάκι...

Σαράκι μ' έτρωγε η απορία, πως γινότανε να βλέπω τα Λαγκά­δια το ίδιο κοντά και καλά, όσο κι από του Κατούνθι στο βουνό, μισή μέρα μακριά, στην άλλη άκρη!... Σαράκι που δεν τόξερε κανείς...

Τα Λαγκάδια λοιπόν, με τη δημοσιά - ένα πελώριο φίδι ατέλειωτο - κι επάνω της να κυλάει κάθε τόσο κάποιο από εκείνα τα παράξενα πράματα που τάλεγαν αυτοκίνητα...

Εμείς δεν είχαμε δημοσιά, μα λέγανε πως θα τη... «φέρνα­νε».

-     Να το ιδώ και τούτο κι ας πεθάνω, έλεγε ο παππούλης μου σαν κουβεντιάζανε για δαύτην.

Κι εγώ, βασάνιζα το μυαλό μου, για το πως μπορεί να «φέρνουνε» μια δημοσιά!...

Έ και σα μαζευτούν οι θύμησες στην πόρτα του μυαλού. Στριμώχνονται να πεταχτούν όλες μαζί, σαν άλογα σε καταιγίδα, ή σα φυλακισμένα πουλιά.

Κι έρχεται μπρος σου ο Λάζος με τους «δέντρους» και στην πλατιά του ράχη, τα «παιδιά» να παίζουνε σκαμνάκια κι αμάδες, «γκέο-βαγκέο...» και «δεν περνάς κυρα-Μαρία» τα κορίτσια...

Το φαγοπότι του μεσημεριού στον ίσκιο των «δέντρων» με ψωμοτύρι και δροσερό νερό από το παγούρι, που το είχαμε γιομίσει στη βρυσούλα του Λιμιντάρανι. Τα στεφάνια που είχαμε πλέξει με φτέρες κι ασπρολούλουδα, τραγουδώντας χιλιολογίτικα τραγούδια, για τις χαρές και τις χάρες τού Μάη «με τα λούλουδα...».

Κι ύστερα ο χορός. Με τους Κύριους και τις Κυρίες μας!...

Τι όμορφοι, καλοντυμένοι άνθρωποι, τόσο αλλιώτικοι από τους άλλους του χωριού!...

Σαν έπαιρνε ο Ήλιος να γείρει, μπαίναμε πάλι στη γραμμή, με τα στεφάνια περασμένα στα μπράτσα, και με τραγούδια γυρίζαμε στο χωριό. Στην αυλή του σχολειού η βραδινή προσευχή, κι ύστερα - όπα - το σκόλασμα!...

Γιόμιζαν φασαρία και φωνές οι δρόμοι, καθώς τραβούσαμε για τα σπίτια.

-     Βρέ καλωσορίσατε, που ήσαστε κι αργήσατε; Μάς υποδεχόταν ή γιαγιά, κι ήταν ο τόνος της φωνής της τέτοιος που έλεγε: «... Καλώς μου τα, να γελάσει το σπιτικό μας, μα οι άλλοι ακόμα στο χωράφι ιδροκοπάνε...»

Το στεφάνι με τις φτέρες και τ' ασπρολούλουδα, μαραμένο στο κατώφλι, απομεινάρι του ονείρου που είχε τελειώσει...

Τούριχνε μια φευγαλέα ματιά η γιαγιά, και: «... Τα βλέπουτε πως τα περνάνε οι δάσκαλοι!... Να δυνηθείτε με τη βοήθεια του Παντοδύναμου κι ο πατέρας σας να σας γραμματίσει...»

Άφηνε μισοειπωμένη τη σκέψη της, σαν από φόβο και ντροπή για τα τόσα πολλά που πεθυμούσε!!

Κάπως έτσι τελείωναν εκείνες οι Πρωτομαγιές. Κι ο Μάης, «που σήμερα προβάλλει στη γη», με βρίσκει στο διαμέρισμα τής πολυκατοικίας και τις νοσταλγώ - λες και δεν ήρθαν άλλες, κι άλλες - και να σκέφτομαι πως η «ανθρωπινότερη» ζωή τού πόθου των γονιών μας ήρθε, ξεπερνώντας κατά πολύ τα φτωχά συγκρατη­μένα τους όνειρα. Αλλά μαζί της ήρθαν και πράγματα αλογάριαστα. Ρωτήματα και σκοτούρες...

Όπως, το μέτρο που μας λείπει, να βρούμε πόσο ειν' ανθρώπινη η ζωή μας ετούτη. Μα περισσότερο, η ελπίδα ότι μπορεί να γίνει πιό καλή.

Δηλαδή, Ανθρωπινότερη.

 

(ΧΔ)

 

===========

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
16-1-2015
Το ανωτέρω κείμενο είναι της Μαρίας Παναγοπούλου
Με τη δημοσίευση θα πρέπει να μπει στη σχετική Κατηγορία.
ΧΔ

================