Ποίηση

 

 

Μαρίνας Αθ. Μαραγκού-TEXNOGRAFIA.
Η άνοιξη, πιστή και ακριβής στο ραντεβού της και, μη ορρωδώνταςπρο ουδενός, κατέφθασε και πάλι με όλο της το κάλλος. Η ποίηση, και αυτή πιστή στην αποστολή της, εμπνεύσθηκε από την άνοιξη και την ύμνησε πότε με αισιοδοξία και πότε μελαγχολικά, δωρίζοντάς μας καρπούς οίστρου που πάλλουν το είναι μας και αποτυπώνουν συγκινήσεις, αξίες και μηνύματα, που οι ποιητές, ως θεματοφύλακες, διαφυλάσσουν ως κόρην οφθαλμού για την πορεία του έρημου ανθρώπου σε αυτόν τον πλανήτη.
Ευσεβής πόθος, μια άνοιξη του δίποδου ζώου που ενώ θεωρεί με οίηση ότι είναι νοήμον και ικανό για τα μέγιστα, ιχνηλατεί αυτούς τους καιρούς στα σκοτάδια.

 


Μυρίσαι το άριστον
IV
 Την άνοιξη δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή, έστω, σ' ένανBotticelli όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη. Έτσι και μια μέρα, τη θάλασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός.
Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ' ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό.
Εγώ τον έχω δει από καταμεσής τής θάλασσας. 
Οδυσσέας Ελύτης 
 Ο Μικρός Ναυτίλος
.
(ΧΙΜ)

                                                                                                                                                                                                                           

meramagioudphfodh

Θεσσαλονίκη, Μάϊος 1936. Μια μάνα καταμεσίς του δρόμου,

μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της,

βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών των απερ-

γών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της.

                                 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες                                                      

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ' αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας

 

(ΘΓΤ)

          

 

 

(Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν)

Εµπρός, Ελλάς επαναστάτισσα, στάσου όρθια
κράτα µ
ε τα γερά τα όπλα την δύναµιν σου.

Δεν εγέρθηκε ένας Όλυµπος του κάκου

η Πίνδος σου και οι Θερµοπύλες, η τιµή σου.

Επετάχθηκε από των σπλάχνων σου τα βάθη
η ε
λευθερία σου δυνατή, φωτός πυρήνας

κι απ' του Θησέως και του Περικλή τους τάφους
και τα πάντα νέα ιερά των Αθηνών.

Θραύσε τώρα, γη θεών και ηρώων

της σκλαβιάς τες αλυσίδες, την µαύρην µοίρα
µε τες γλυκόηχες ωδές από του Τυρταίου
και από του Ρήγα και του Βύρωνος την λύρα.

Solomos Dionysios
                    Ο Εθνικός μας ποιητής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε                                                                                                   

της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη·
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκά στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες της καρδιάς τα φύλλα
«γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα».

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστήτε·
μέσα στες εκκλησιές τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε·
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε·
φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη,
πέστε «Χριστός Ανέστη», εχθροί και φίλοι

 

 

(ΘΓΤ)

 

 

 (Από τα δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη).

 

Λόγια φτωχά βαφτίζονται στην πίκρα και στο κλάημα

βγάζουν φτερά και πέτονται πουλιά και κελαηδάνε

Και κειος ο λόγος ο κρυφός τής λευτεριάς ο λόγος

αντίς φτερά βγάζει σπαθιά και σκίζει τους αγέρες

 

 

 

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό