Ποίηση

(Κ. Π. Καβάφης - Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.

 

(ΕΚΜ)

ΛΙΓΟ ΨΩΜΙ, ΛΙΓΟ ΝΕΡΟ

Λίγο ψωμί, λίγο νερό
να υπάρχει στο τραπέζι,
αν είμαστε και τυχεροί,
μια στάλα πετιμέζι,

για να γλυκάνει της ζωής
τις πίκρες που μας δίνει
κι ένα ποτήρι με κρασί
κάθε καημό να σβήνει.

Λίγο νερό, λίγο ψωμί,
η μέρα να περνάει,
να μην πεινάνε τα παιδιά,
κανείς να μην πονάει.

ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ ΠΑΝ. ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ

 

 
 

Από το ιστολόγιο της Μαρίνας Αθ. Μαραγκού

Έτσι, απλά...

 
Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα,
μόνον μέσ' από τα καθάρια νερά της μοναξιάς


Στην απλότητα κρύβεται η ευτυχία
Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά...
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα
για το τέλος τους.
 
 
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν' ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα
στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ' αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ...
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ...
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι' αυτούς.

 
 
 
 
 
 
 
 
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω... μερικές φορές...
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν
...
 
Οδυσσέας Ελύτης

Πολυτεχνείο

 

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
Πολυτεχνείο! Εδώ καλώ
βοήθεια, πρόφτασε, λαέ,

βοήθεια, πρόφτασε,λαέ,
σκοτώνουν τα παιδιά σου, οϊμέ!

Τα νιάτα που έστησαν εδώ
του Αγώνα τραγικόν χορό
και τραγουδούν τη Λευτεριά,
σου τα σκοτώνουν τα παιδιά.
Της βίας ο δούλος ο μωρός
δουλέμπορος, φονιάς μιαρός,
σκοτώνει, λαέ, τα τέκνα σου,
τ' αγόρια, τα κορίτσια σου.

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
τα νιάτα σέρνουνε χορό.
Της Επιστήμης τα παιδιά
και τραγουδάν τη Λευτεριά.
Εδώ της νιότης ο άξιος νους,
που χτίζει θέατρα, ναούς,
σκεδιάζει ιδέες και μηχανές
και δένει το αύριο με το χτες,

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
μέσα στης τέχνης το ιερό
σκοτώνει η βία τα παιδιά
που τραγουδούν τη Λευτεριά.

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
γίνεται ανήκουστο κακό!
Της βίας ο δούλος ο μωρός
του Χάρου μαύρος έμπορος,
σφάζει τα τέκνα του λαού.
τη νιότη, την ελπίδα του,
το άνθος του αύριο, τον καρπό
της τέχνης και της γνώσης, ω!

Εδώ Πολυτεχνείου κραυγή
καλούν το Χρέος κι η Τιμή
Λαέ μας, βοήθα τα παιδιά.
Ο αγώνας για τη Λευτεριά.

Βασίλης Ρώτας
Από τον τόμο Αντιφασιστικά 67-74 (Γραμμή 1984)

 

 



Μαλαμτένια λόγια

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Λάκης Χαλκιάς, Χαράλαμπος Γαργανουράκης & Τάνια Τσανακλίδου 



(ΕΚΜ)

"Μήνυμα του ετοιμοθάνατου ποιητή στη νεολαία
"Adresse des sterbenden Dichters an die Jugend"
Το ποίημα αυτό είναι γραμμένο κατά τη διάρκεια της εξορίας του, στις ΗΠΑ, (1941-1947) και δημοσιευμένο στο βιβλίο 'Μπέρτολτ Μπρεχτ 76 ποιήματα', σ. 78-79.
.
Εσείς οί νέοι άνθρωποι των εποχών πού έρχονται
καί της καινούργιας χαραυγής πάνω στίς πολιτείες
πού δέ χτίστηκαν ακόμα, καί σεις
πού δέ γεννηθήκατε, ακούστε τώρα
τη φωνή τη δική μου, πού πέθανα
όχι δοξασμένα.
Αλλά
σάν τόν αγρότη πού δέν όργωσε τό χωράφι του
καί τόν χτίστη πού ξετσίπωτα τό ‘βαλε στά πόδια
σάν είδε την τρύπια στέγη,

Έτσι κ’ εγώ,
δέ βάδισα μέ τήν εποχή μου, ξόδεψα τίς μέρες μου,
καί τώρα πρέπει νά σας παρακαλέσω
νά πείτε εσείς αυτά πού δέν ειπώθηκαν,
νά κάνετε αυτά πού δέν έγιναν, καί μένα 
γρήγορα νά μέ ξεχάσετε, σας παρακαλώ,
γιά νά μήν παρασύρει καί σας
τό δικό μου κακό παράδειγμα.

Αχ, γιατί κάθισα στων στείρων τό τραπέζι
τρώγοντας τό φαΐ 
πού αυτοί δέν ετοίμασαν; 
αχ, γιατί ξόδεψα τά καλύτερα μου λόγια
στη δική τους
άσκοπη κουβέντα.
Έξω όμως 
διάβαιναν οι άδίδαχτοι 
διψασμένοι νά μάθουν.

Αχ, γιατί
τά τραγούδια μου δέν υψώνονται στά μέρη εκείνα
πού θρέφουν τίς πολιτείες, εκεi 
πού ναυπηγούνται τά καράβια; 
Γιατί δέν υψώνονται 
απ’ τίς γρήγορες ατμομηχανές 
σάν τόν καπνό
πού αφήνουν πίσω τους στόν ορίζοντα;

Γιατί ο δικός μου λόγος
είναι σταχτη και μεθυσμένου παραλήρημα στο στόμα
εκείνων πού είναι χρήσιμοι καί δημιουργικοί. 

Ούτε μιά λέξη
δέν ξέρω νά πω σέ σας, γενιές των εποχών πού έρχονται,
μήτε μιά υπόδειξη δε θά μπορούσα νά σάς κάνω
μέ δάχτυλο τρεμάμενο,
γιατί πώς τό δρόμο νά δείξει
αυτός πού δέν τόν διάβηκε! 

Γι' αυτό σε μένα που τη ζωή μου 
έτσι σπατάλησα άλλο δέ μένει
παρά νά σας ζητήσω 
νά μή δώσετε προσοχή σε λέξεις 
πού βγαίνουν άπό τό δικό μας 
σάπιο στόμα, μήτε καί συμβουλή
καμιά νά μή δεχτείτε
απ’ αυτούς πού στάθηκαν τόσο ανίκανοι,
αλλά μόνοι σας ν’ αποφασίσετε
ποιό τό καλό γιά σάς καί τί σάς βοηθάει
τόν τόπο νά χτίσετε πού εμείς αφήσαμε 
να ρημάξει σάν τήν πανούκλα,
καί γιά νά κάνετε τίς πολιτείες 
κατοικήσιμες.
 
 .
 
Στους μεταγενέστερους (Μπέρτολτ Μπρεχτ)
 
.

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε (10.2.1898) στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και πέθανε (14.8.1956) στο Ανατολικό Βερολίνο της Ανατολικής Γερμανίας.

Ο Γερμανός συγγραφέας, ποιητής, δραματουργός, λιμπρετίστας, θεωρητικός του θεάτρου και σκηνοθέτης, θεωρείται πατέρας του σύγχρονου θεάτρου και μια από τις πιο σπουδαίες προσωπικότητες της σύγχρονης τέχνης. Είναι ο Μπρεχτ του στοχασμού του 20 αιώνα.

Εκατόν είκοσι χρόνια από τη γέννησή του, ο λόγος του παραμένει πάντα διαχρονικός, επίκαιρος, διδακτικός, η φωνή του εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το σήμερα και το αύριο, καθώς υπάρχουν άνθρωποι εκμεταλλευόμενοι που μπορεί να συνομιλεί μαζί τους. Στη συνομιλία αυτή, όπου ο πλούτος της σκέψης του μεγάλου Γερμανού διανοητή ρέει με λαϊκή απλότητα, σκιαγραφεί την τραχύτητα της ζωής αυτού του κόσμου, την οποία ερμηνεύει από τη σκοπιά της πάλης των τάξεων.

.
Ε. Μπόρα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό