Ποίηση

Ιησού Γέννησης

 

Από το facebookτης Ελένης Θ. Τρουπή-Burillon

"Ήρθαν οι Μάγοι",  μας είπαν.

 "Έφεραν δώρα !"
Εκστατικά παιδιά μπροστά στη φάτνη
Ερωτευτήκαμε το γυμνό βρέφος.


Ο αντίλαλος του "Ωσαννά"
Νανούριζε τους παιδικούς μας φόβους.

Οι φόβοι έγιναν εφιάλτες.
Δολοφονήσαμε το βρέφος...


Το αφήσαμε στα γυμνά βράχια.
Το εγκαταλείψαμε στα παγωμένα ερείπια.
Εμπόρευμα στα χέρια των κάπηλων
Λεία στα πλοκάμια των μεγάλων.


Μεγαλώσαμε βλέπεις...

.

(ΧΙΜ)


Δυστυχία σου Ελλάς.

 

  Γεωργίου  Σουρή

    [1853-1919]

………………………..

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
να 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Να 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

.

Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαριέσαι» κι «ωχ αδερφέ».

Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

.
Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!

Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

 .

(χιμ)

Η τελευταία επιθυμία - Ποίημα

Ποίημα: Θανάση Σχίζα, (από Αυστραλία)
 
Σε τούτη εδώ τη μακρυνή τη χώρα
που ο ήλιος βγαίνει άλλη ώρα
νοσταλγικά τα μάτια κλείνω
και απεριόριστα τη φαντασία αφήνω,
να απλωθεί σε ωκεανούς και άγνωστα μέρη
και στην πατρίδα να με φέρει,
να δω τον Παρθενώνα που ’ναι καμάρι
και να μυρίσω βάγια και θυμάρι.
 
Μεγάλη χάρη τότε θα ζητήσω
χρόνια πολλά πίσω να αφήσω
στα παιδικά μου χρόνια να γυρίσω.
Στον τόπο που γεννήθηκα να τρέξω,
και στου σχολείου μου την αυλή να παίξω
να πάρω πλάκα και βιβλίο
πάλι να κάτσω στο θρανίο.
 
Να πάω στη βρύση την τρανή
που ’ναι σαν κεφαλάρι  
όπου οι γριούλες πάνε το πρωί
και οι νιές με το φεγγάρι,
να πιω νερό να δροσιστώ
στον πλάτανο ν’ αράξω. .
και στον κορμό του τον χοντρό
τ’ όνομα να χαράξω.
 
Να πάω στην πάνω εκκλησιά
με τη *βραχνή Καμπάνα
όπως την πρώτη τη φορά,
που πήγα με τη μάνα.
Με ευλάβεια θάμαι στο στασίδι
μα το μυαλό μου στο παιχνίδι.
Κι όταν τελειώσει η λειτουργία
κι ο ψάλτης σβήσει τα κεριά
πρώτος θα είμαι στην ουρά
για κόλλυβα και προσφορά.
 
Να πάω εδώ, να πάω εκεί,
λουλούδια να μαζέψω
Κι η ευκαιρία σαν δοθεί
σύκα να πάω να κλέψω.
Και όταν θα έρθει πια το βράδυ
και θα απλωθεί παντού σκοτάδι
έξω απ’ την πόρτα θα καθήσω
τα αστέρια θέλω να μετρήσω.
 
Και κεί ο ύπνος θα με πάρει
σαν θάχει βγεί πια το φεγγάρι.
Επιθυμία μου στερνή …..
προτού να έρθει πια η αυγή
κι ο ήλιος στην ώρα του θα βγει
και ο κόκορας λαλήσει
η κουρασμένη μου ψυχή
τούτη τη ζωή να αφήσει.
 
* ήταν ραγισμένη

 
Σημείωση: 
1. Το ανωτέρω ποίημα δημοσιεύτηκε και στην Εφημερίδα του Συνδέσμου «Αρτοζήνος» φύλλο 198
2. Στον αγαπητό Θανάση αφιερώνεται και η κατωτέρω σύνθεση κολάζ, που δείχνει μερικές από τις εικόνες που εκείνος περιγράφει με στίχους.


 
(ΧΔ)
 

 

Θρήνος

Ελένης Θ. Τρουπή-Burillon                                                                                                                                                                                                  

Αναδημοσίευση από το facebook της                                                                                                                                                                                             

 

Παιδί μου, μικρό πάνω στη φύτρα σου λουλούδι
Διψάς από τα σπάργανα μόνο για το τραγούδι
Εσύ νικάς την αστραπή, της γης την καταιγίδα
Κρίνα στα χέρια σου που θες να γίνουν η ελπίδα

Μα αυτοί δεν άκουσαν ποτέ ένα κελάηδισμά σου
Μήτε που διώξαν τη βροχή μες το νανούρισμα σου
Τα κρίνα σου μαράθηκαν κάτω από τα συντρίμμια
Νεκρό σε έσυραν, παιδάκι μου, τ' αγρίμια!

Νύχτα Χριστουγεννιάτικη

Γεωργίου Δροσίνη

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη

λυγούν τα πόδια και προσκυνούν γονατιστά στη φάτνη τους
τα άδολα βόδια.

Κι ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
και λέει με πίστη απ' της ψυχής τ' απόβαθα
Χριστός γεννιέται!

Διαβάστε περισσότερα: Νύχτα Χριστουγεννιάτικη

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό