Ποίηση

Ο μύθος του Φιλοκτήτη

Ελένης Καλλίστου

 

Η ανοιχτή πληγή μου
Επίκεντρο όλων των πληγών μου
Τη φαρέτρα βαστώ του Ηρακλή
Ουδείς με αναζητεί
Πληγώνω επίμονα 
τους θλιμμένους τοίχους του άντρου μου
χαράζοντας υγρά ιερογλυφικά.

Αναμένω σιωπηρά
Αφορμίζοντας, πυορροώντας 
Την ηλιακή επιστροφή των συντρόφων μου
Οπλισμένος παροπλισμένος
Ανίκανος να στρέψω το τόξο στο στέρνο μου...
Ενστερνίστηκα τα ιδανικά τους.

Υποκείμενο και αντικείμενο της σκέψης μου
ο εαυτός μου
Καταδικασμένος στην αναμονή
Ίσως με θυμηθούν
Όταν χρειαστούν το δηλητήριο
Τη φορητή θανατηφόρα μου δύναμη
Επικό άλλοθι και εξιλέωσή τους.

Ως τότε
Οι ανίατες αναθυμιάσεις της δύσοσμης πληγής μου
Θα διαλαλούν πως είμαι άνθρωπος
Αρχέγονο και ύστατο ένδυμά μου
Η ανοιχτή πληγή μου.

 

(ΧΙΜ)


Της μάνας η ευχή

Πώς σε θωρεί η μάνα, από την πρώτη στιγμή,

πώς έλαμψε η ματιά σου.

Έκλαψες δάκρυα τρυφερά,

καλώντας την κοντά σου.

Δεν σε θωρεί σαν σκέψη αλλοτινή,

βαθιά στα έγκατα του νου.

Εσύ, της τραγουδάς τα πικρά γλυκά,

μικρό λουλούδι του Μαγιού.

Σ’ ακολουθεί, το δρόμο άνοιξες,

απλώνοντας το χέρι.

Εσύ, παντοτινά την ανάδυσες,

από της ερημιάς, της μοίρας το καρτέρι.

Κρατάς της μάνας την ευχή,

ανοίγεις φτερά μακριά της.

Ακούραστη υφάντρα, υφαίνει ευχές,

κι ανθεί ολάνθιστη η καρδιά της.

Με σιωπηλή συγκίνηση, καρτερώντας,

γέρνει η σκέψη της κοντά σου.

 

Αγνώ, 5-10-2017

 

(ΕΚΜ)

Ποίηση Ελένης Καλλίστου

Από την ανέκδοτη ποιητική της συλλογή 

            "Διαρκής μνήμη"

.

Δύο υγρά θραύσματα νύχτας
Σταγόνες στη σιωπή του κόσμου
Η ανάσα στον κόρφο της ερήμου 
Ψάχνει μειλίχια όαση.

Του μυαλού το παιχνίδι διπλό 
Ένα για μέσα μας
Ένα για τους άλλους 
Πλαισιώνεται η φωτογραφία του νου
Κάδρο κουτσό στον ορίζοντα 
Ποτέ δεν αγαπήσαμε 
Η σκιά μας ήταν....


4-11-2017

 

(ΧΙΜ)

Λησμοσύνη

Τώρα που λήθη ακόμα δεν γίναμε,

σε ρωτώ,

ενάντια σε ποιες μνήμες πολεμάς,

ποιες θύμησες κυνηγάς,

τί προσπαθείς να λησμονήσεις;

Ενώ, σπειροειδώς οι εικόνες ζωντανεύουν,

νιώθω,

ανάμνηση γίνονται οι ηλιοφώτιστες αλήθειες,

αλληλοδιαδέχονται ως θολερές εμπειρίες,

και παράμερα, ανέμελα, μας εγκαταλείπουν.

Όταν επικρατήσει η λησμοσύνη,

αναρωτιέμαι,

η προσδοκία, πού θα εναποτεθεί;

αφού, μια ζωή που έχει διαγραφεί,

ξεθώριασε, ως κανένας διόλου να μην θυμάται.

Καθώς, κωφεύοντας πλέον οδεύεσαι,

και συνθηκολογείς,

με την ψυχική στέρηση μιας ασθενούς μνήμης,

γιατί, δεν θυμάσαι δυο μάτια αγάπης,

που πασχίζουν ενάντια στη λησμονιά;

Αποζητά ο στοχασμός ίαμα στη λησμοσύνη,

μα θλίβεσαι,

που η ζήση κρύβει τη δικιά της επιταγή,

αγκάθι άβολο στης σκέψης την οδύνη,

σε μιας αγάπης την υστερνή αναλαμπή.

Αγνώ, 30.10.2017

 

(ΕΚΜ)

Λογοτεχνικό αφιέρωμα στην 28η Οκτωβρίου 1940

Η 28η Οκτωβρίου του 1940 αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα στη σύγχρονη Ελλάδα. Είναι η επίσημη έναρξη της πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, η οποία διήρκεσε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 23 Απριλίου 1941. Το έπος του -40 αποτελεί ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για την τέχνη, τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, και ως ένα μικρό αφιέρωμα για τις γιορτινές αυτές μέρες παρατείθενται τα ακόλουθα ποιήματα:

"Η πορεία προς το μέτωπο": Ελύτης
Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο: Βρεττάκος / Βίντεο Απαγγελία: Κατράκης
"Οι γερανοί": μτφρ. Ρίτσος

 

"Η πορεία προς το μέτωπο"
Απόσπασμα από το "Άξιον εστί" (1959) του Οδυσσέα Ελύτη

Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου», «οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.

Απαγγελία: Μάνος Κατράκης

 

**************************

 

Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;

Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας

βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο

με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.

Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού: ένας κόσμος χαμένος.

Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.

Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,

ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.

Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου

δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,

δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,

γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,

αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν

αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα

μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού

να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

Η νύχτα μας βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά.

εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε

μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο,

τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορα μας, τ

ην Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,

που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ' το θάνατο.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.

Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,

Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.

Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,

με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.

Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.

Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου

δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

 Νικηφόρος Βρεττάκος

 

**************************

 

 "Οι γερανοί"

"Πρόκειται για ρωσικό τραγούδι του 1969, που αναφέρεται στους νεκρούς στρατιώτες του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, όπως ονομάζουν οι Ρώσοι την απόκρουση της γερμανικής εισβολής του 1941 και την αντεπίθεση του σοβιετικού στρατού μέχρι την κατάληψη του Βερολίνου το 1945. Η ελληνική διασκευή ερμηνεύεται από τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά ("12 ρούσικα λαϊκά τραγούδια" - μετάφραση Γιάννης Ρίτσος, 1977).

Στιγμές στιγμές θαρρώ πως οι στρατιώτες
που πέσανε στη ματωμένη γη
δεν κείτονται, θαρρώ, κάτω απ το χώμα
αλλά έχουν γίνει άσπροι γερανοί.

Πετούν και μας καλούν με τις κραυγές τους
απ τους καιρούς αυτούς τους μακρινούς
κι ίσως γι αυτό πολλές φορές σιωπώντας
κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς.

Πετάει ψηλά το κουρασμένο σμάρι
στης δύσης τη θαμπή φεγγοβολή
και βλέπω ένα κενό στη φάλαγγά του
και είναι ίσως η δική μου η θέση αυτή.

Θα ρθεί μια μέρα που μ αυτό το σμάρι
στο μέγα θάμπος θα πετώ κι εγώ
σαν γερανός καλώντας απ τα ουράνια
όλους εσάς που έχω αφήσει εδώ.

 

 

 (ΕΚΜ) 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό