Ποίηση

"Μήνυμα του ετοιμοθάνατου ποιητή στη νεολαία
"Adresse des sterbenden Dichters an die Jugend"
Το ποίημα αυτό είναι γραμμένο κατά τη διάρκεια της εξορίας του, στις ΗΠΑ, (1941-1947) και δημοσιευμένο στο βιβλίο 'Μπέρτολτ Μπρεχτ 76 ποιήματα', σ. 78-79.
.
Εσείς οί νέοι άνθρωποι των εποχών πού έρχονται
καί της καινούργιας χαραυγής πάνω στίς πολιτείες
πού δέ χτίστηκαν ακόμα, καί σεις
πού δέ γεννηθήκατε, ακούστε τώρα
τη φωνή τη δική μου, πού πέθανα
όχι δοξασμένα.
Αλλά
σάν τόν αγρότη πού δέν όργωσε τό χωράφι του
καί τόν χτίστη πού ξετσίπωτα τό ‘βαλε στά πόδια
σάν είδε την τρύπια στέγη,

Έτσι κ’ εγώ,
δέ βάδισα μέ τήν εποχή μου, ξόδεψα τίς μέρες μου,
καί τώρα πρέπει νά σας παρακαλέσω
νά πείτε εσείς αυτά πού δέν ειπώθηκαν,
νά κάνετε αυτά πού δέν έγιναν, καί μένα 
γρήγορα νά μέ ξεχάσετε, σας παρακαλώ,
γιά νά μήν παρασύρει καί σας
τό δικό μου κακό παράδειγμα.

Αχ, γιατί κάθισα στων στείρων τό τραπέζι
τρώγοντας τό φαΐ 
πού αυτοί δέν ετοίμασαν; 
αχ, γιατί ξόδεψα τά καλύτερα μου λόγια
στη δική τους
άσκοπη κουβέντα.
Έξω όμως 
διάβαιναν οι άδίδαχτοι 
διψασμένοι νά μάθουν.

Αχ, γιατί
τά τραγούδια μου δέν υψώνονται στά μέρη εκείνα
πού θρέφουν τίς πολιτείες, εκεi 
πού ναυπηγούνται τά καράβια; 
Γιατί δέν υψώνονται 
απ’ τίς γρήγορες ατμομηχανές 
σάν τόν καπνό
πού αφήνουν πίσω τους στόν ορίζοντα;

Γιατί ο δικός μου λόγος
είναι σταχτη και μεθυσμένου παραλήρημα στο στόμα
εκείνων πού είναι χρήσιμοι καί δημιουργικοί. 

Ούτε μιά λέξη
δέν ξέρω νά πω σέ σας, γενιές των εποχών πού έρχονται,
μήτε μιά υπόδειξη δε θά μπορούσα νά σάς κάνω
μέ δάχτυλο τρεμάμενο,
γιατί πώς τό δρόμο νά δείξει
αυτός πού δέν τόν διάβηκε! 

Γι' αυτό σε μένα που τη ζωή μου 
έτσι σπατάλησα άλλο δέ μένει
παρά νά σας ζητήσω 
νά μή δώσετε προσοχή σε λέξεις 
πού βγαίνουν άπό τό δικό μας 
σάπιο στόμα, μήτε καί συμβουλή
καμιά νά μή δεχτείτε
απ’ αυτούς πού στάθηκαν τόσο ανίκανοι,
αλλά μόνοι σας ν’ αποφασίσετε
ποιό τό καλό γιά σάς καί τί σάς βοηθάει
τόν τόπο νά χτίσετε πού εμείς αφήσαμε 
να ρημάξει σάν τήν πανούκλα,
καί γιά νά κάνετε τίς πολιτείες 
κατοικήσιμες.
 
 .
 
Στους μεταγενέστερους (Μπέρτολτ Μπρεχτ)
 
.

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε (10.2.1898) στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και πέθανε (14.8.1956) στο Ανατολικό Βερολίνο της Ανατολικής Γερμανίας.

Ο Γερμανός συγγραφέας, ποιητής, δραματουργός, λιμπρετίστας, θεωρητικός του θεάτρου και σκηνοθέτης, θεωρείται πατέρας του σύγχρονου θεάτρου και μια από τις πιο σπουδαίες προσωπικότητες της σύγχρονης τέχνης. Είναι ο Μπρεχτ του στοχασμού του 20 αιώνα.

Εκατόν είκοσι χρόνια από τη γέννησή του, ο λόγος του παραμένει πάντα διαχρονικός, επίκαιρος, διδακτικός, η φωνή του εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το σήμερα και το αύριο, καθώς υπάρχουν άνθρωποι εκμεταλλευόμενοι που μπορεί να συνομιλεί μαζί τους. Στη συνομιλία αυτή, όπου ο πλούτος της σκέψης του μεγάλου Γερμανού διανοητή ρέει με λαϊκή απλότητα, σκιαγραφεί την τραχύτητα της ζωής αυτού του κόσμου, την οποία ερμηνεύει από τη σκοπιά της πάλης των τάξεων.

.
Ε. Μπόρα

«Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση…»


«…και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!»

«Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση...»
 Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
―Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
―Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
―Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα
που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα.
―Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια.
―Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών.
―Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερέχθειο των Πουλιών.

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ’ ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη το Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ’ ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.
―Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
―Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
―Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού θα στενάξουν οι νέοι και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Kαι θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα ’ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ’χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας. Και θα ’ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ’ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

Οδυσσέας Ελύτης
ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, ΤΑ ΠΑΘΗ, ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

[ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, 13η έκδ., Ίκαρος, Γενάρης 1980]

 

(EKM)

.

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του πατριώτη Γεωργίου Λεων. Παπαθωμόπουλου

 

Aυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

 

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

 

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

 

Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».


Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»

 

(χιμ)

.

                                Από το ιστολόγιο του Γεωργίου Λ. Παπαθωμόπουλου.                                    

 . 

Ο Κήμος Μενεδώρου, Ιταλιώτης νέος,
τον βίον του περνά μέσα στες διασκεδάσεις·
ως συνειθίζουν τούτο οι απ’ την Μεγάλη Ελλάδα
μες στα πολλά τα πλούτη αναθρεμένοι νέοι.

 

Μα σήμερα είναι λίαν, παρά το φυσικό του,
σύννους και κατηφής. Κοντά στην παραλίαν,
με άκραν μελαγχολίαν βλέπει που εκφορτώνουν
τα πλοία με την λείαν εκ της Πελοποννήσου.

 

Λάφυρα ελληνικά· η λεία της Κορίνθου.

A σήμερα βεβαίως δεν είναι θεμιτόν,
δεν είναι δυνατόν ο Ιταλιώτης νέος
νάχει για διασκεδάσεις καμιάν επιθυμίαν.

 

γλυπτική: IGOR MITORAJ

.ΠΑΠΑΘ-ΚΑΒΑΦΗΣ

.

.ΠΑΠΑΘ-ΚΑΒΑΦΗΣ-2

.

(χιμ)

 

 Arcadiaportal.gr

Μόνιμη στέγη βρήκε το αρχείο του Νίκου Γκάτσου

 Kathimerini.gr ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

 

        ΓΚΑΤΣΟΣ 1

 

Ο Νίκος Γκάτσος, με το χαρακτηριστικό του βλέμμα.

 

Μόνιμη στέγη βρήκε το αρχείο του σπουδαίου ποιητή και στιχουργού Νίκου Γκάτσου – μία στέγη με πόρτες ανοικτές. Η Βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ, στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης, διαθέτει πλέον έναν σπουδαίο θησαυρό, όπως εξάλλου ανακοίνωσε το περίφημο ίδρυμα στην ιστοσελίδα του. Αποτελεί μία ιδιαίτερης σημασίας προσθήκη στη συλλογή της Βιβλιοθήκης, αφού θα ρίξει περισσότερο φως στη νεοελληνική λογοτεχνία αλλά και στην εξέλιξη του ευρύτερου ελληνικού πολιτισμού του 20ού αιώνα, διατιθέμενη παράλληλα για έρευνα σε φοιτητές και επιστήμονες απ’ όλο τον κόσμο. 

 

Στη Βιβλιοθήκη του Χάρβαντ, όπως ανακοινώθηκε χθες, Δευτέρα, αργά το βράδυ ώρα Ελλάδος, περιέρχονται, μεταξύ χειρογράφων, δακτυλόγραφων, σημειωματαρίων, αλληλογραφίας, βιβλίων, φωτογραφιών και ηχογραφήσεων:

• Δεκαοκτώ επιστολές από τον Οδυσσέα Ελύτη (που κυμαίνονται από τρεις έως 25 σελίδες),
• Καρτ-ποστάλ 50 ετών από την καλή του φίλη και δημοφιλή διεθνώς ερμηνεύτρια Νάνα Μούσχουρη,
• Αλμπουμ με υπογραφές των συνθετών,
• Κασέτες με τίτλο «Τραγούδια εν εξελίξει»,
• Το σενάριο του «America» της Ελία Καζάν (με σχολιασμούς του Καζάν) και
• Σχολιασμένα δακτυλόγραφα των Γιώργου Σεφέρη, Archibald MacLeish, Desmond O’Grady και Charles Haldeman.

Ο Παναγιώτης Ροϊλός, καθηγητής στην έδρα «Γιώργος Σεφέρης» Νεοελληνικών Σπουδών και καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Χάρβαρντ, ανήκε σε εκείνους που υποστήριξαν την απόκτηση του αρχείου του ποιητή: «Ο Νίκος Γκάτσος ήταν μία από τις σημαντικότερες μορφές της ευρωπαϊκής αβάν-γκαρντ. Το μακροσκελές ποίημά του “Αμοργός”, που δημοσιεύθηκε το 1943, όταν η Ελλάδα βρισκόταν υπό την κατοχή των Γερμανών και των συμμάχων τους, χαρακτηρίστηκε αυθωρεί από κριτικούς και ποιητές εμβληματικό έργο του ελληνικού υπερρεαλισμού.

 A

Το αρχείο του Γκάτσου είναι ένα σημαντικό απόκτημα για τα αρχεία του Χάρβαρντ σχετικά με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, αλλά είναι επίσης σημαίνουσα προσθήκη για τη μοναδική συλλογή ελληνικής λογοτεχνίας και πολιτισμού του πανεπιστημίου. Δεν χωρεί σε λόγια η δυνάμει εκπαιδευτική και ερευνητική αξία του αρχείου για διάφορα επιστημονικά πεδία, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής και εν γένει ευρωπαϊκής πολιτισμικής Ιστορίας, της συγκριτικής λογοτεχνίας, της ελληνικής λογοτεχνίας και των σπουδών μετάφρασης».

 

Ο Νίκος Γκάτσος (1911-1992), ο ποιητής που συνδύαζε μοναδικά τον υπερρεαλισμό, τον συμβολισμό και το λαϊκό τραγούδι, ως ένας εκ των δημιουργών που επηρέασαν όσο λίγοι τη μεταπολεμική γενιά και όλες τις επόμενες, ο ανατόμος της απώλειας αλλά και της ελπίδας, ανοίγεται, πλέον, στο διεθνές ειδικό και ευρύτερο κοινό. Η αίσθηση της σκέψης, της γλώσσας (για την οποία ο Γιώργος Σεφέρης, μάλιστα, έλεγε ότι είναι η μοναδική που ζηλεύει), της ματιάς του, που διαπερνούσε τον –ελληνικό και ευρωπαϊκό– 20ό αιώνα, τα ποιήματα, τα τραγούδια (με Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και Ξαρχάκο, μεταξύ πολλών άλλων) και οι μεταφράσεις του (δύσκολο να ξεπεράσεις τον Λόρκα ή τον Στρίντμπεργκ του) υπήρξαν μία διαδρομή προς την κατανόηση της ελληνικότητας και του Ελληνα εντός ευρωπαϊκού περιβάλλοντος.

 

Ενα ανεκτίμητο κομμάτι όλων αυτών θα έχει πλέον στη διάθεσή του το διεθνές κοινό, έπειτα από την επίμονη προσπάθεια των Rhea Lesage (υπεύθυνης του τμήματος Ελληνικών Σπουδών της Βιβλιοθήκης) και Leslie Morris (επιμελήτριας στην έδρα «Γκορ Βιντάλ» Σύγχρονων Βιβλίων και Χειρογράφων της Βιβλιοθήκης Houghton, που επιφορτίζονται με τη διαφύλαξη του αρχείου για τις επόμενες γενεές.

Υπενθυμίζεται ότι, προ μηνών, κυκλοφόρησε η οριστική έκδοση των τραγουδιών του Νίκου Γκάτσου, από την κληρονόμο και επιμελήτρια του έργου του Αγαθή Δημητρούκα,  η οποία, σε συνέντευξή της στην «Κ», είχε αφηγηθεί: «[Ο 20ός αιώνας] Ηταν ένας οδυνηρός αιώνας. Ο αιώνας των αντιθέσεων και των αντιφάσεων, του φωτός και του σκότους. Αυτόν τον αιώνα έζησε ο Νίκος. Φοβόταν και έπαιρνε θάρρος ταυτόχρονα. Εβρισκε το φως στην τέχνη του, του έδινε τη σοφία, την καρτερικότητα αλλά και την απαισιοδοξία. Σαν όλους τους ποιητές, βίωνε έναν οδυνηρό 20ό αιώνα, με τα σκοτάδια του: πολέμους, ορφάνια, φόβο για το μέλλον. Θυμηθείτε την “Ελλαδογραφία”: Χτυπάτε της οργής προφήτες/ καμπάνα στην Καισαριανή/ να ’ρθούν απόψε οι Διστομίτες/ να ’ρθούν κι οι Καλαβρυτινοί/ με σπαραγμό κι απελπισία/ για τη χαμένη τους θυσία».

ΓΚΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ


 

 

Από την παρουσίαση της «Επιστροφής» (1970), απόντος του Χατζιδάκι, ο οποίος έλειπε σε ταξίδι στην Αμερική.

Από αριστερά: Δήμος Μούτσης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, Νίκος Γκάτσος, Δήμητρα Γαλάνη. (Αρχείο Αγαθής Δημητρούκα)

.

(xim)

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό