Ποίηση

 

(Ποίημα του Κ. Καβάφη)
Απαγγελία: Ελλη Λαμπέτη

 

Ithaki

ΧΔ

 


Στον Κώστα ΒΑΡΝΑΛΗ

(Τρεις γριές ξερακιανές, έρημες, δούλες σε ξένο τόπο, αρπαγμένες απ’ τον τόπο τους, κάθουνται όξω στο χαγιάτι, κοντά μεσάνυχτα, άνοιξη, στριμωγμένες στον τοίχο, στριμωγμένες η μια δίπλα στην άλλη, με τα μαύρα τους ρούχα, τα μαύρα τους τσεμπέρια, πες γεννήματα της νύχτας, φαντάσματα. Δεν κοιτάνε τη θάλασσα. Μήτε τ’ αστέρια. Λίγο λίγο αρχινάνε να μιλάνε, αργά, σα να ξεχάσαν και τα λόγια, σαν μόλις τώρα να τα ξαναθυμήθηκαν, και τα κρατάν κάτου απ’ τη γλώσσα τους, τα γεύουνται μαζί με το σάλιο τους και δεν ξέρουν αν είναι αυτά ή άλλα. Πότε πότε κομπιάζουν, σταματούν, σαν όταν μασάς κατιτίς που το ξέρεις μαλακό, μια μπουκιά ψίχα ψωμί, και ξάφνου το δόντι σου σκοντάφτει σε κάτι απρόσμενα σκληρό-χαλικάκι, ένα σφελίδι σκουπόξυλο, αγκίθα· φτύνεις τη μπουκιά στην παλάμη σου, την πασπατεύεις με το δάχτυλο του άλλου χεριού· —δεν είναι τίποτα— ψωμί είναι, ξαναφέρνεις τη μπουκιά στο στόμα, την καταπίνεις· — νόστιμη ήταν. Μπορεί να κάνουν κι έτσι. Δε φαίνεται. Νύχτα είναι. Την παλάμη τους τη φέρνουν κάθε τόσο στο στόμα. Ίσως για να σκεπάσουνε μια τρύπα σ’ άλλο μέρος, αφανέρωτο —της ψυχής που λένε— ίσως μην τις ακούσουνε τ’ αφεντικά που κοιμούνται μες στο σπίτι. Σίγουρα γριές της Μήλος θα ’ναι κείνες που μας έλεγε ψες προψές ο γερο-Θουκυδίδης, σαν ήρθε, λέει, την τρίτη χρονιά απ’ την Αθήνα με πολλά καράβια ο Φιλοκράτης του Δημέα και ξεθεμέλιωσε το νησί, κι έκαψε σπίτια κι εκκλησιές κι έβαλε στο μαχαίρι όλους τους άντρες — γέροντες, νιους και βρέφη, και κουβάλησε σκλάβες τις γυναίκες — γριές και νιόπαντρες, μανάδες, κοριτσόπουλα. Ναι, Μηλιώτισσες είναι, σ’ άλλο νησί τώρα, δούλες, έρημες. Σιγοκουβεντιάζουν στο ξένο χαγιάτι —λίγο λίγο πιο γοργά, πιο ξάστερα— σιγανά πάντα):

Α΄ ΓΡΙΑ
Σα να ’βαλε ψύχρα. Το καλοκαίρι αργεί. Χτυπάει το ρολόι της εκκλησίας.
Β΄ ΓΡΙΑ

Δώδεκα χτύπησε. Μεσάνυχτα. Σιγά — θα μας ακούσουν μέσα.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Να κάτσουμε δω νάς, στριμωγμένες, να μας χτυπήσει η δρόσο.
Γ΄ ΓΡΙΑ

Παράξενο δεν είναι
να χτυπάει το ρολόι και να μετράμε αποξαρχής — δύο, τρία, πέντε, εννέα,

.

.

Κ. Π. Καβάφης (Από τα Αποκηρυγμένα)

.

Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.

 

(ΕΚΜ)

Ερανίσματα απ’ το διαχρονικό έργο του,

τα οποία αντιστοιχούν σε σημαντικούς σταθμούς της ζωής του.

.

.

Βασίλειου Κωνσταντή Σχίζα

 

 

Παλαμάς 1Κωστής Παλαμάς 13.01.1859 - 27.02.1943

.

Πλήθος μελέτες έχουν γίνει και αναλύσεις τού έργου τού Εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά. Εκτός από κορυφαίος ποιητής ήταν θεατρικός συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας, δημοσιογράφος και ιδρυτικό μέλος της ΕΣΥΕΑ, ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και στη συνέχεια πρόεδρός της. Το τεράστιο έργο του, ενώ αναφέρεται στην εποχή του, είναι διαχρονικό και πάντα επίκαιρο.

Σταχυολογούμε μικρά μόνο στοιχεία τα οποία αντιστοιχούν σε σημαντικούς σταθμούς της ζωής του, απ’ τη γέννησή του στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου 1859 από Μεσολογγίτες γονείς, τον Μιχάλη και την Πηνελόπη, ως το θάνατό του στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 1943. Ήταν μόνιμος κάτοικος της Αθήνας και δεν ταξίδευε παρά μόνο μέχρι το Μεσολόγγι. Δεν είχε δικό του σπίτι. Διέμενε κατά διαστήματα στην οδό Ιπποκράτους, στη Σόλωνος, στην Ασκληπιού και στην Περιάνδρου.

ΛΙΓΟ ΨΩΜΙ, ΛΙΓΟ ΝΕΡΟ

Λίγο ψωμί, λίγο νερό
να υπάρχει στο τραπέζι,
αν είμαστε και τυχεροί,
μια στάλα πετιμέζι,

για να γλυκάνει της ζωής
τις πίκρες που μας δίνει
κι ένα ποτήρι με κρασί
κάθε καημό να σβήνει.

Λίγο νερό, λίγο ψωμί,
η μέρα να περνάει,
να μην πεινάνε τα παιδιά,
κανείς να μην πονάει.

ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ ΠΑΝ. ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ

 

 
 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό