Ποίηση

Από το ιστολόγιο της Μαρίνας Αθ. Μαραγκού

Έτσι, απλά...

 
Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα,
μόνον μέσ' από τα καθάρια νερά της μοναξιάς


Στην απλότητα κρύβεται η ευτυχία
Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά...
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα
για το τέλος τους.
 
 
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν' ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα
στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ' αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ...
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ...
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι' αυτούς.

 
 
 
 
 
 
 
 
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω... μερικές φορές...
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν
...
 
Οδυσσέας Ελύτης
"Μήνυμα του ετοιμοθάνατου ποιητή στη νεολαία
"Adresse des sterbenden Dichters an die Jugend"
Το ποίημα αυτό είναι γραμμένο κατά τη διάρκεια της εξορίας του, στις ΗΠΑ, (1941-1947) και δημοσιευμένο στο βιβλίο 'Μπέρτολτ Μπρεχτ 76 ποιήματα', σ. 78-79.
.
Εσείς οί νέοι άνθρωποι των εποχών πού έρχονται
καί της καινούργιας χαραυγής πάνω στίς πολιτείες
πού δέ χτίστηκαν ακόμα, καί σεις
πού δέ γεννηθήκατε, ακούστε τώρα
τη φωνή τη δική μου, πού πέθανα
όχι δοξασμένα.
Αλλά
σάν τόν αγρότη πού δέν όργωσε τό χωράφι του
καί τόν χτίστη πού ξετσίπωτα τό ‘βαλε στά πόδια
σάν είδε την τρύπια στέγη,

Έτσι κ’ εγώ,
δέ βάδισα μέ τήν εποχή μου, ξόδεψα τίς μέρες μου,
καί τώρα πρέπει νά σας παρακαλέσω
νά πείτε εσείς αυτά πού δέν ειπώθηκαν,
νά κάνετε αυτά πού δέν έγιναν, καί μένα 
γρήγορα νά μέ ξεχάσετε, σας παρακαλώ,
γιά νά μήν παρασύρει καί σας
τό δικό μου κακό παράδειγμα.

Αχ, γιατί κάθισα στων στείρων τό τραπέζι
τρώγοντας τό φαΐ 
πού αυτοί δέν ετοίμασαν; 
αχ, γιατί ξόδεψα τά καλύτερα μου λόγια
στη δική τους
άσκοπη κουβέντα.
Έξω όμως 
διάβαιναν οι άδίδαχτοι 
διψασμένοι νά μάθουν.

Αχ, γιατί
τά τραγούδια μου δέν υψώνονται στά μέρη εκείνα
πού θρέφουν τίς πολιτείες, εκεi 
πού ναυπηγούνται τά καράβια; 
Γιατί δέν υψώνονται 
απ’ τίς γρήγορες ατμομηχανές 
σάν τόν καπνό
πού αφήνουν πίσω τους στόν ορίζοντα;

Γιατί ο δικός μου λόγος
είναι σταχτη και μεθυσμένου παραλήρημα στο στόμα
εκείνων πού είναι χρήσιμοι καί δημιουργικοί. 

Ούτε μιά λέξη
δέν ξέρω νά πω σέ σας, γενιές των εποχών πού έρχονται,
μήτε μιά υπόδειξη δε θά μπορούσα νά σάς κάνω
μέ δάχτυλο τρεμάμενο,
γιατί πώς τό δρόμο νά δείξει
αυτός πού δέν τόν διάβηκε! 

Γι' αυτό σε μένα που τη ζωή μου 
έτσι σπατάλησα άλλο δέ μένει
παρά νά σας ζητήσω 
νά μή δώσετε προσοχή σε λέξεις 
πού βγαίνουν άπό τό δικό μας 
σάπιο στόμα, μήτε καί συμβουλή
καμιά νά μή δεχτείτε
απ’ αυτούς πού στάθηκαν τόσο ανίκανοι,
αλλά μόνοι σας ν’ αποφασίσετε
ποιό τό καλό γιά σάς καί τί σάς βοηθάει
τόν τόπο νά χτίσετε πού εμείς αφήσαμε 
να ρημάξει σάν τήν πανούκλα,
καί γιά νά κάνετε τίς πολιτείες 
κατοικήσιμες.
 
 .
 
Στους μεταγενέστερους (Μπέρτολτ Μπρεχτ)
 
.

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε (10.2.1898) στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και πέθανε (14.8.1956) στο Ανατολικό Βερολίνο της Ανατολικής Γερμανίας.

Ο Γερμανός συγγραφέας, ποιητής, δραματουργός, λιμπρετίστας, θεωρητικός του θεάτρου και σκηνοθέτης, θεωρείται πατέρας του σύγχρονου θεάτρου και μια από τις πιο σπουδαίες προσωπικότητες της σύγχρονης τέχνης. Είναι ο Μπρεχτ του στοχασμού του 20 αιώνα.

Εκατόν είκοσι χρόνια από τη γέννησή του, ο λόγος του παραμένει πάντα διαχρονικός, επίκαιρος, διδακτικός, η φωνή του εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το σήμερα και το αύριο, καθώς υπάρχουν άνθρωποι εκμεταλλευόμενοι που μπορεί να συνομιλεί μαζί τους. Στη συνομιλία αυτή, όπου ο πλούτος της σκέψης του μεγάλου Γερμανού διανοητή ρέει με λαϊκή απλότητα, σκιαγραφεί την τραχύτητα της ζωής αυτού του κόσμου, την οποία ερμηνεύει από τη σκοπιά της πάλης των τάξεων.

.
Ε. Μπόρα

.

                                Από το ιστολόγιο του Γεωργίου Λ. Παπαθωμόπουλου.                                    

 . 

Ο Κήμος Μενεδώρου, Ιταλιώτης νέος,
τον βίον του περνά μέσα στες διασκεδάσεις·
ως συνειθίζουν τούτο οι απ’ την Μεγάλη Ελλάδα
μες στα πολλά τα πλούτη αναθρεμένοι νέοι.

 

Μα σήμερα είναι λίαν, παρά το φυσικό του,
σύννους και κατηφής. Κοντά στην παραλίαν,
με άκραν μελαγχολίαν βλέπει που εκφορτώνουν
τα πλοία με την λείαν εκ της Πελοποννήσου.

 

Λάφυρα ελληνικά· η λεία της Κορίνθου.

A σήμερα βεβαίως δεν είναι θεμιτόν,
δεν είναι δυνατόν ο Ιταλιώτης νέος
νάχει για διασκεδάσεις καμιάν επιθυμίαν.

 

γλυπτική: IGOR MITORAJ

.ΠΑΠΑΘ-ΚΑΒΑΦΗΣ

.

.ΠΑΠΑΘ-ΚΑΒΑΦΗΣ-2

.

(χιμ)

«Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση…»


«…και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!»

«Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση...»
 Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
―Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
―Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
―Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα
που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα.
―Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια.
―Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών.
―Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερέχθειο των Πουλιών.

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ’ ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη το Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ’ ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.
―Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
―Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
―Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού θα στενάξουν οι νέοι και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Kαι θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα ’ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ’χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας. Και θα ’ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ’ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

Οδυσσέας Ελύτης
ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, ΤΑ ΠΑΘΗ, ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

[ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, 13η έκδ., Ίκαρος, Γενάρης 1980]

 

(EKM)

.

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του πατριώτη Γεωργίου Λεων. Παπαθωμόπουλου

 

Aυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

 

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

 

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

 

Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».


Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»

 

(χιμ)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό