Γιάννης Ρίτσος - Ο αφανισμός της Μήλος

Στον Κώστα ΒΑΡΝΑΛΗ

(Τρεις γριές ξερακιανές, έρημες, δούλες σε ξένο τόπο, αρπαγμένες απ’ τον τόπο τους, κάθουνται όξω στο χαγιάτι, κοντά μεσάνυχτα, άνοιξη, στριμωγμένες στον τοίχο, στριμωγμένες η μια δίπλα στην άλλη, με τα μαύρα τους ρούχα, τα μαύρα τους τσεμπέρια, πες γεννήματα της νύχτας, φαντάσματα. Δεν κοιτάνε τη θάλασσα. Μήτε τ’ αστέρια. Λίγο λίγο αρχινάνε να μιλάνε, αργά, σα να ξεχάσαν και τα λόγια, σαν μόλις τώρα να τα ξαναθυμήθηκαν, και τα κρατάν κάτου απ’ τη γλώσσα τους, τα γεύουνται μαζί με το σάλιο τους και δεν ξέρουν αν είναι αυτά ή άλλα. Πότε πότε κομπιάζουν, σταματούν, σαν όταν μασάς κατιτίς που το ξέρεις μαλακό, μια μπουκιά ψίχα ψωμί, και ξάφνου το δόντι σου σκοντάφτει σε κάτι απρόσμενα σκληρό-χαλικάκι, ένα σφελίδι σκουπόξυλο, αγκίθα· φτύνεις τη μπουκιά στην παλάμη σου, την πασπατεύεις με το δάχτυλο του άλλου χεριού· —δεν είναι τίποτα— ψωμί είναι, ξαναφέρνεις τη μπουκιά στο στόμα, την καταπίνεις· — νόστιμη ήταν. Μπορεί να κάνουν κι έτσι. Δε φαίνεται. Νύχτα είναι. Την παλάμη τους τη φέρνουν κάθε τόσο στο στόμα. Ίσως για να σκεπάσουνε μια τρύπα σ’ άλλο μέρος, αφανέρωτο —της ψυχής που λένε— ίσως μην τις ακούσουνε τ’ αφεντικά που κοιμούνται μες στο σπίτι. Σίγουρα γριές της Μήλος θα ’ναι κείνες που μας έλεγε ψες προψές ο γερο-Θουκυδίδης, σαν ήρθε, λέει, την τρίτη χρονιά απ’ την Αθήνα με πολλά καράβια ο Φιλοκράτης του Δημέα και ξεθεμέλιωσε το νησί, κι έκαψε σπίτια κι εκκλησιές κι έβαλε στο μαχαίρι όλους τους άντρες — γέροντες, νιους και βρέφη, και κουβάλησε σκλάβες τις γυναίκες — γριές και νιόπαντρες, μανάδες, κοριτσόπουλα. Ναι, Μηλιώτισσες είναι, σ’ άλλο νησί τώρα, δούλες, έρημες. Σιγοκουβεντιάζουν στο ξένο χαγιάτι —λίγο λίγο πιο γοργά, πιο ξάστερα— σιγανά πάντα):

Α΄ ΓΡΙΑ
Σα να ’βαλε ψύχρα. Το καλοκαίρι αργεί. Χτυπάει το ρολόι της εκκλησίας.
Β΄ ΓΡΙΑ

Δώδεκα χτύπησε. Μεσάνυχτα. Σιγά — θα μας ακούσουν μέσα.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Να κάτσουμε δω νάς, στριμωγμένες, να μας χτυπήσει η δρόσο.
Γ΄ ΓΡΙΑ

Παράξενο δεν είναι
να χτυπάει το ρολόι και να μετράμε αποξαρχής — δύο, τρία, πέντε, εννέα,


Α΄ ΓΡΙΑ
να χτυπάει και ν’ ακούμε — παράξενο. Κι είμαστε τάχα εμείς που μιλάμε;
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

είμαστε μεις που σαλεύουμε τα χείλια, πεθαμένες από χρόνια, Μηλιώτισσες;
Β΄ ΓΡΙΑ

ανοίγουμε το στόμα — κι ήχος βγαίνει; — και τον ακούμε;

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Ύπαρξε τάχα η Μήλο, υπάρξαμε και μεις, κι έχουμε χέρια
και κουνάμε τα χέρια, και θυμούμαστε; — θυμούνται τάχα οι ποθαμένοι;
Α΄ ΓΡΙΑ

και κουβεντιάζουνε κι ανοιγοκλείνουνε τα γλέφαρα;
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Μπας και μας πήρε ο ύπνος
χρόνια και χρόνια, μη και τά ειδαμε στον ύπνο μας, κι ο ύπνος τα παίρνει πίσω;

Μικρό ήταν το νησί μας (τόπος ήταν — όχι θύμησες κι ονείρατα), νησί ήταν
μικρό σα δαχτυλίδι· — πολλά πράματα δεν είχαμε, πολλά δεν ξέραμε


Β΄ ΓΡΙΑ
ήρθαν και δίσεχτες χρονιές — πότε βροχές κι αγέρηδες,
Α΄ ΓΡΙΑ

πότε λιοπύρια και μεγάλες ξηρασίες — μήτε σπυρί σταριού, μήτε πουλί πετούμενο,
Β΄ ΓΡΙΑ

καμίνι ο τόπος, πυρωμένο σίδερο ο αγέρας — σε στράβωνε απ’ τη λάμψη η θάλασσα,
Γ΄ ΓΡΙΑ

μαχαίρι τ’ άσπρο της ασβεστωμένης μάντρας — σου ’κοβε τα μαλλιά· μια καμπάνα
έλιωσε μονομιάς κι ένα ποτάμι σιδερένιο χύθηκε στα σκαλοπάτια.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Οι ελιές μαράγκιαζαν, πέφταν στεγνές στο χώμα σαν τα μάτια του ανήμπορου,
Β΄ ΓΡΙΑ

σαν τα μάτια του νυσταγμένου, σαν τα μάτια του τυφλού — τις μαζώναμε από χάμου,
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

σκύβοντας, ξανασκύβοντας — κάναμε τις μετάνοιες μας
μπροστά σ’ ένα άδειο κόνισμα· τις χώναμε μες στη λινάτσα
σα ναν τις κλέβαμε απ’ του χάρου τα δόντια· κι από πάνου οι φορατζήδες
Γ΄ ΓΡΙΑ

κι από πάνου οι αστένειες, κι η στάμνα σπασμένη, κι η σκούπα μαδημένη
σαν το λιγνό λελέκι που ’φυγε τη νύχτα κι άφηκε τις κουτσουλιές στον καπνοδόχο.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Δεν είπαμε τίποτες —δύσκολα ήταν τα λόγια— ο τόπος στένευε·
μεγάλωνε η σιωπή. Μες στη σιωπή σαν πιο σίγουρες μοιάζαμε·
Α΄ ΓΡΙΑ

πιο σίγουρη κι η πέτρα στο ντουβάρι στου σπιτιού, κι η καρέκλα σιμά στο παραθύρι.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Πότες κακοί οι αρχόντοι, πότες χειρότεροι — πάντοτες χειρότεροι·
μα πάλε το ψωμί δε μας έλειψε ολότελα — μετρήσαμε τις μπουκιές μας,
μετρήσαμε τον αγέρα ανασαίνοντας κρυφά πάνου απ’ το στρώμα του παιδιού —

Α΄ ΓΡΙΑ
Μετρώντας ξεχνιόμασταν· — μπαλώνοντας τα μεγάλα τσουράπια
βελονιά βελονιά, 5, 7, 23, 26, 32, 45 — νανουριζόμασταν 35 μονάχες·
Β΄ ΓΡΙΑ

μας έπαιρνε ο ύπνος στο σκαμνί, κουτουλούσαμε, τιναζόμασταν πάλε,
ανοίγαμε τα μάτια, σταματάγαμε το μέτρημα — ήταν πολύ μεγάλο το τσουράπι,
Γ΄ ΓΡΙΑ

μεγάλο σαν άδειο λιμάνι — κι όσο έραβες η τρύπα μεγάλωνε
όπως το μάτι του κρυμμένου μονόφθαλμου που δεν ήθελες να σε βλέπει
και φοβόσουνα πάλε μην του αγγίξεις το βολβό με τη βελόνα.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Δουλέψαμε σκληρά,
κάναμε και νυχτέρια — κι ούτε ξέραμε αν είχε φεγγάρι κι ούτε αναρωτηθήκαμε —
τώρα μονάχα το συλλογιστήκαμε· αν φύσαγε το ξέραμε — τον άνεμο τον ακούγαμε,
η πατατούκα του ώρες ώρες πιανόταν όξω στο καρφί του τοίχου
κει που κρεμάγαμε τις πλεξούδες τα σκόρδα· πιανόταν στο κλειδί.
Γ΄ ΓΡΙΑ

Σα σταματούσε
μας κράταγε για λίγο το δεξί μας χέρι στον αγέρα, και το χνούδι της κουβέρτας
έπεφτε μαλακά σαν τη χαίτη του αλόγου που γύρισε στ’ αχούρι.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Τα λιανοπορέψαμε
με τούτο και με κείνο, με κριθάρι, με μπομπότα, με πίτουρο — δώσαμε και στις κότες·
Α΄ ΓΡΙΑ

καιρό να τραβήξουμε τη χτένα στα μαλλιά μας δεν είχαμε — δε μας ένοιαζε —
Γ΄ ΓΡΙΑ

μηδά τα περιστέρια μηδά οι κότες τηράνε στον κατρέφτη; Μας ξάφνιασε μόνο
που ’δαμε τα μανίκια στην πουκαμίσα του άντρα μας άκρη άκρη βρεγμένα
όπως πλενόταν στην αυλή· — το νιώσαμε·— αν μας άγγιζε τότες
θα ’χε δυο δροσερά βραχιόλια στα χέρια του, — νιώσαμε τη δροσιά στεκούμενη στην πλάτη μας.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Παράξενο, θε μου —ένα θάμα είναι ο κόσμος— δυο βρεγμένα μανίκια.
Γ΄ ΓΡΙΑ

Μια μέρα πάλι, παστρεύοντας ένα μεγάλο καλαμπόκι, φύλλο το φύλλο —
μεγάλα φύλλα, σφιχτά — μείναμε με το στόμα ανοιχτό — το καλαμπόκι γελούσε
με χίλια δόντια απανωτά, χρυσωμένα απ’ τον ήλιο. Πάνου στο λόφο, στα καμίνια,
«Γιωργή, Γιωργή», φωνάζαν. Χώσαμε το καλαμπόκι στον κόρφο μας. Δεν το δαγκώσαμε.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Σκάψιμο, τρύγος, κλάδεμα, το πότισμα στο χωραφάκι, η μπουγάδα,
η λάτρα του σπιτιού, το σιδέρωμα — κι έξω απ’ το σπίτι να βραδιάζει
ένα ήσυχο βράδι ανοιξιάτικο, και ξάφνου ν’ αντηχάει πάνου απ’ τη θάλασσα
πάνου απ’ το κρυφομίλητο νερό, μια μόνη φωνή πεντακάθαρη,

Γ΄ ΓΡΙΑ
κρουστή φωνή, του νιούτσικου βαρκάρη — να πετρώνει μια στιγμή στον αγέρα
κι απέ ν’ απλώνεται, ναν τη ρουφάει η γαλήνη σα στουπόχαρτο, κι εμείς
εκεί, στα σκοτεινά, πάνου απ’ το σίδερο, με μια γελούμενη πίκρα, να πασκίζουμε
να ξεδιαλύνουμε πάνου στο στουπόχαρτο τ’ ανάποδα γράμματα — εμείς
που μήτες τα σόψια δεν ξεκρίναμε· — δεν καλοβλέπαμε κιόλας,
ό,τι που φώταε το λιανό φεγγαράκι πάνου απ’ του γιαλού το πέταλο —

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
λιανό λιανό το φεγγαράκι, φαίνονταν πίσω απ’ το τζάμι, τόσο απόμακρο
σα να μας κράτησαν εμάς μακριά απ’ τον κόσμο. Ανάβαμε το λύχνο.

Α΄ ΓΡΙΑ
Και τότες, με τον τρύγο, σα γυρνάγαν απ’ τα πατητήρια οι άντροι μας,
Β΄ ΓΡΙΑ

βαμμένοι ολοσούμπιτοι στο μούστο — πόδια, χέρια, μούτρο, σώβρακα, πουκάμισα,
Α΄ ΓΡΙΑ

κόκκινοι της οργής και της χαράς, κόκκινοι σαν εκείνους τους παλιούς θεούς, που λένε,
Γ΄ ΓΡΙΑ

σταγόνες αίμα πήζανε στις σγουρές τρίχες των ποδιώ τους
σάμπως να γύρναγαν από μεγάλο κρυφό φονικό και βιαζόμασταν ναν τους κρύψουμε,
Α΄ ΓΡΙΑ

να ζεστάνουμε στο καζάνι νερό, ναν τους πλύνουμε τα ποδάρια ώς απάνου,
Β΄ ΓΡΙΑ

ναν τους πλύνουμε τα βρακιά, τα πουκάμισα, να φύγουν τα σημάδια,
Γ΄ ΓΡΙΑ

να φάνε το δείπνο τους γλήγορα, ναν τους κρύψουμε κάτου απ’ τα σεντόνια.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Κρυφογελάγαν τότες κάτου απ’ τα μουστάκια τους σα να μας είχαν μπάσει
κι εμάς στο μεγάλο μυστικό τους — και μυστικό δεν ήταν, — μόνο ο ύπνος ύστερις αναπαμένος.

Γ΄ ΓΡΙΑ
Άι, ο τρύγος, με τις ψάθες, τα κοφίνια, τα μαχαίρια· — μοσκοβόλαγε η ρούγα·
Β΄ ΓΡΙΑ

ροδίτη μοσκοβόλαγε ο γιαλός· γλιστράγαν τ’ άλογα στο καλντερίμι·
Α΄ ΓΡΙΑ

μεγάλα, γκαστρωμένα βαρέλια ρουχαλίζαν στο υπόγειο —
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

το κρασί
άλλοι το πίναν· — μόχτος και μόχτος — τρύγος, κλάδεμα, πότισμα, σφουγγάρισμα —
κοκάλωσαν τα γόνατά μας· — καιρό δεν είχαμε να μείνουμε μέσα μας, δεν το θέλαμε
να μείνουμε μέσα μας· — τί δα, μαθές, ξανά μανά, καθούμενες ανακούρκουδα,
με το κεφάλι στα γόνατα, σαν το μωρό μες στην κοιλιά διπλωμένο,
μέσα στ’ ογρό σκοτάδι; — πού καιρός. Κλάδεμα, σκάψιμο, συγύρισμα,

Α΄ ΓΡΙΑ
ν’ ανάψεις τη φωτιά, να ξελεπιάσεις το ψάρι, να γιομίσεις τις στάμνες,
Β΄ ΓΡΙΑ

να καθαρίσεις το γυαλί της λάμπας και τα τζάμια απ’ το χνότο του πελάου,
Γ΄ ΓΡΙΑ

να παστρέψεις μια μια τις φακές — φάναμε και στον αργαλειό δυο τρία προσόψια,
Α΄ ΓΡΙΑ

φάναμε κάνα δυο σκουτιά, μια μεγάλη βελέντζα —
Γ΄ ΓΡΙΑ

κι ουδέ τα πλουμίδια ξεχάσαμε — δυο μαργαρίτες, ένα κόκκινο πουλί,
ένα τρανό γαλαζοπράσινο δελφίνι·
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

δουλεύοντας μεγαλώσαμε,
δουλεύοντας μάθαμε να δουλεύουμε, δουλεύοντας μάθαμε
να ξεχνάμε τα βάσανα, να ξεχνιόμαστε, να ξαναρχίζουμε.
Α΄ ΓΡΙΑ

Τα καλοκαίρια, πέρα στο νησί μας, πώς στραφτάλιζαν τα μεσημέρια,
Β΄ ΓΡΙΑ

τότες που σφύραγαν τα μεγάλα μελτέμια κι έτρεμε σύγκορμο το πέλαο σπασμένο,
κι ήταν ο κόσμος λάμψη, απαντοχή και κόκκινες-πράσινες σπίθες.

Γ΄ ΓΡΙΑ
Μέσα στα σπίτια κούρνιαζε η δροσιά σάμπως πουλί πολύ μεγάλο,
πολύ αλαφρύ, γιόμιζε την κουζίνα — δε σου ’μενε τόπος καθόλου
να κουνηθείς, να συγυρίσεις, να σταθείς στον αργαλειό, μη και πατήσεις
εκείνο το χρυσό πουλί με τα μενεξεδένια μάτια,
Α΄ ΓΡΙΑ

μηδέ να κάνεις έτσι με το χέρι σου να διώξεις μια χαζόμυγα
που εστάθη στο πλυμένο νεροπόπηρο και με τα δυο ποδάρια της ξύνει το σβέρκο της —

Γ΄ ΓΡΙΑ
τίποτες, τίποτες, μη και μαδήσεις κάνα πουπουλάκι του χρυσού πουλιού κι ευτύς ραγίσει ο κόσμος,
αχ, ένα πούπουλο, — κι έμενες έτσι βουλιαγμένη στην καρέκλα
ασάλευτη, με τα χέρια στα γόνατα, σ’ ένα βαθύ αποκάρωμα,
χρυσή κι εσύ, σαν κόνισμα ζουγραφισμένο σε σανίδι από κυπαρισσόξυλο,
σαν κάποιος τάχα να σε πίστευε, να σου ’βαλε τάμα, να σε χρύσωσε —

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Και τότες μέσα μας κι εμείς σα να πιστεύαμε σ’ εμάς τις ίδιες.
Β΄ ΓΡΙΑ

Ήτανε το μεγάλο φως του θέρου — εκείνο σκέπαζε τη σκλαβιά και το χάροντα·
Α΄ ΓΡΙΑ

ήτανε το μεγάλο φως και τα φύλλα και τ’ αξούριστα μελτέμια
με τις τρανές κοχύλες τους φωνάζοντας όξω μαζί με τα τζιτζίκια,
Γ΄ ΓΡΙΑ

και μες στο σπίτι η κοιμισμένη γάτα πάνου στο κρεβάτι.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Αχ, πώς πιστέψαμε στο φως οι σκότεινες, και πώς στη ζήση οι αφανισμένες.

Γ΄ ΓΡΙΑ
Κι ένα άλλο μεσημέρι —πώς εγίνηκε— σκύβοντας πάνου απ’ το πηγάδι,
βιαστικά βιαστικά, κάτι να δούμε — όχι να βγάλουμε νερό — μην ξέροντας, έτσι
κρυφά σαν αμαρτία, — μας ξάφνιασε το τσίριγμα της πίκρας
μαζί μ’ ένα πουλί τσιρίζοντας ψηλά ψηλά, στον ουρανό, σ’ ένα μέρος
που δεν το καρτερούσαμε —ίσα πάνου στη ράχη,— μας σημάδευε πισώπλατα.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Πιάσαμε τότες μες στην τσέπη της ποδιάς μας τα κλειδιά της αποθήκης,
κοιτάξαμε τη συκιά — τα φύλλα της πλατιά σα δουλευτάδικες παλάμες·—
δεν ήταν τίποτες· μπήκαμε μέσα· ησυχία. Μονάχα
μι’ ακρίδα στέκουνταν στα πισινά της πόδια, εκεί, στο νεροχύτη
και μας τηρούσε με μεγάλα, ολοστρόγγυλα, πράσινα μάτια.

Α΄ ΓΡΙΑ
Γινόταν πότε πότε μια μικρή σιωπή ανάμεσα στις ώρες,
σα να λείπαμε μεις και το σπίτι να συγυρίστηκε μόνο του,
Β΄ ΓΡΙΑ

σα να σταμάτησε ξάφνου το ρολόι απάνου στο τραπέζι και μαζί του
σα να σταμάτησε ο χρόνος,
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

και πια δεν ήταν τίποτες να γένει,
δεν ήταν τίποτες που να ’γινε, — σαν ψέματα το λοιπό τα γεννητούρια, τα ξόδια —

Β΄ ΓΡΙΑ
και το τσουκάλι π’ ακουγόταν να κοχλάζει στην πυροστιά σώπασε·
Α΄ ΓΡΙΑ

κι ο σίγλος που τραβούσαν όξω νερό απ’ το πηγάδι, σώπασε και κείνος·
Β΄ ΓΡΙΑ

κόπηκε το σκοινί, βούλιαξε ο σίγλος, βουλιάξαμε —

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Ήσυχο βούλιαγμα, ξαπόσταμα, — και να το ξέρεις που ’σαι βουλιαγμένος,
κι αν κάποιος πάνου απ’ το νερό φωνάξει τ’ όνομά σου, να το ξέρεις που δε βολεί να σ’ έβρει,
Γ΄ ΓΡΙΑ

μόνο η φωνή του να βουλιάζει αργά μες στο νερό
σαν το κομμένο σκουλαρίκι της σκυμμένης πάνου απ’ το πηγάδι συννυφάδας.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Και τότες, μες στο λαγοκοίμισμα, το βελόνι που κράταγες στο χέρι σου,
σου τσιμπούσε από μόνο του το δάχτυλο — «ξύπνα», σου ’λεγε,
«ξύπνα· δεν κάνει», σου ’λεγε, σαν που δεν κάνει μες στην εκκλησία
να βλέπεις έξω απ’ το παράθυρο· κι αρπαζόσουν μεμιάς απ’ το βελόνι,
κουνούσες το δεξί σου χέρι πάνου κάτου, όπως κάνεις το σταυρό σου,
για να ξορκίσεις το κακό, να κυνηγήσεις τον ίσκιο —

Β΄ ΓΡΙΑ
τραβούσες μάνι μάνι την κλωνιά σα να ’δενες το σκοινί του σίγλου,
πιανόσουνα κι ανέβαινες πάνου·
Α΄ ΓΡΙΑ

κοίταζες γύρω σα φταίχτης,
μη και σε πήρε κάνα μάτι εκεί στο βυθό, μη και σ’ είδε ο κατρέφτης στον τοίχο,
Γ΄ ΓΡΙΑ

μη κι είπαν τίποτες συναμετάξυ τους τα μπρίκια αντιφεγγίζοντας το δείλι,
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

κι έτοιμο πάντοτες το μάτι μας απ’ ολουνούς να ζητήσει συμπάθιο,
απ’ το παιδί, απ’ το σκυλί, απ’ το καναρίνι. Ψυχή κατά μάς δεν κοιτούσε.
Σε τούτη την κλωστή που κρατάγαμε, κρατιόμασταν κι ανεβαίναμε πάνου.

Α΄ ΓΡΙΑ
Μονάχα ο φόβος ξώμενε πάντοτες — κείνος ο φόβος
κάθε που βγαίναν όξω τα παιδιά μας, μη και χάσουν τη στράτα και δε ματαγυρίσουν,
Β΄ ΓΡΙΑ

μη και σκοντάψει πάνου τους ίσκιος τρανός με το μαχαίρι στα δόντια,
Α΄ ΓΡΙΑ

μην πέσει στο καυκί τους ως διαβαίνουν η χοντρή πινακίδα της ταβέρνας,
Β΄ ΓΡΙΑ

πολύ χοντρή κι αναγερτή, με ξεβγαλμένες πρόκες σαν τα δόντια του λιόντα,
Γ΄ ΓΡΙΑ

εκείνη λες; — ζουγραφιστή με δυο κοτόπουλα στη σούγλα, στις δυο πάνου γωνίες; —
Α΄ ΓΡΙΑ

μη τους χτυπήσει αστροπελέκι όπως ανοίγουνε το στόμα τους να πουν το δίκιο.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Φόβος και τρόμος — ο χειμώνας ερχούντανε — τρέμαμε σύγκορμες·
σηκωνόταν η πέτσα μας· τα χέρια μας τα χώναμε μες στα τσουράπια των παιδιώ μας που λείπανε
σάμπως να πιάναμε τα πόδια τους για ναν τους τα ζεστάνουμε, — ζεσταινόμασταν.
Β΄ ΓΡΙΑ

Μόνε τηράγαμε κατά την πόρτα, μη και μπουν ξαφνικά και μας εύρουν
έτσι ξεχαζεμένες με τα χέρια μας μες στα τσουράπια τους.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Φτάνει να ’ρχόνταν
κι ας ήταν να μας βρίσκαν και να κόβουμε τα νύχια των ποδιώ μας δίπλα στο τσουκάλι.

Α΄ ΓΡΙΑ
Ήταν και μια κρυφή τρύπα στον τοίχο, — εκεί φυλάγαμε χρόνια και χρόνια
τίποτες πενταροδεκάρες που περσεύαν πότε πότε απ’ τα ψώνια,
εκεί τους μπουναμάδες της Πρωτοχρονιάς — για τις δύσκολες ώρες —
τίποτες ψευτοπράματα· σφαλάγαμε την τρύπα με χαρτί —· δε φαινότανε.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Καμιά Κεριακή, που λείπαν όλοι στην πλατέα γιά κάτου στ’ ακρογιάλι,
τα βγάζαμε, τα μετράγαμε, — κάνα προικιό της κόρης, λέγαμε,
κάνα βρακί του μεγάλου, — δε φτάνανε· — έχει ο θεός λέγαμε· χαιρόμασταν
ετούτο το μικρό κομπόδεμα.
Β΄ ΓΡΙΑ

Πώς θα ’παιζαν της θυγατέρας τα ματόφυλλα
να ξετυλάς μπροστά στα μάτια της δυο κεντητά σεντόνια, δυο μαξιλαροθήκες,
Γ΄ ΓΡΙΑ

μια κόκκινη κουβέρτα με δυο δυο τ’ άσπρα πουλιά, να φιλιούνται μύτη με μύτη.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Δε φτάνανε. Τα κρύβαμε πάλε στον τοίχο. Μια μέρα,
ανοίξαμε την τρύπα. Λείπανε. Δεν είπαμε λέξη.
Ήρθανε τ’ άλλα, πιο βαριά, — τ’ αποσκεπάσαν. Μόνο, πότε πότε,
που το θυμούμαστε την ώρα της λάτρας για το βράδι στο στρώμα,
δω νά στο στομάχι, πιο κάτου, κοντά στον αφαλό, ένας κόμπος,
ένα μπαλάκι κούφιο και βαρύ, σάμπως η τρύπα εκείνη στον τοίχο
να ’γινε μέσα στο κορμί μας. Σουβαντίσαμε αργότερα τον τοίχο.
Τίποτα δε φαινόταν. Μήτε που γυρνάγαμε κατά κείνο το μέρος το μάτι.

Α΄ ΓΡΙΑ
Ήρθανε κι ώρες ήσυχες — δε λέμε — σαν όταν Σάββατο βράδυ
ξεμπλέκαμε απ’ τα χρέητα του μπακάλη, και το λάδι στο κιούπι
θα ’φτανε ακόμα κάνα δυο βδομάδες, μπορεί και μήνα —
Β΄ ΓΡΙΑ

σαν όταν
ξεμπλέκαμε μπλιο απ’ τη μπουγάδα, και το μπουγαδοκόφινο
στέγνωνε στην αυλή καλόκαρδο, και στο σκοινί στεγνώνανε τα ρούχα,

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
κι απέ τα μαζώναμε, τα ρίχναμε στον ώμο μας, μας άγγιζαν το μάγουλο
ζεστά, αχνιστά, κρουστά, ευωδιασμένα από ήλιο και σαπούνι
κι από την άλλη ευωδιά της τελειωμένης δουλειάς και κάτι σαν τριαντάφυλλο,

Γ΄ ΓΡΙΑ
κι ένα χνουδάκι απ’ αγκάθι είχε σταθεί στου παιδιού το πουκάμισο
και μας γαργάλαγε κάτου απ’ τ’ αυτί — κι ήθελε να μας κάνει να γελάσουμε,
κι ήθελε να μας κάνει πάλι νιες· — τα κατάφερνε·— γελούσαμε μέσα μας,

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
έτσι, τρυφερεμένες οι ίδιες για το μόχτο μας, και μυστικά περήφανες,
με τόσα ρούχα παστρικά στον ώμο μας, σάμπως ελόου μας να σηκώναμε
ακέριο το ντουνιά — και βάρος δεν είχε· — εμείς τον αλαφρώναμε· μας αλάφρωνε.
Β΄ ΓΡΙΑ

Ήσυχες ώρες — δε λέμε·— και το σιδέρωμα δεν έβιαζε.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Μια νύχτα, καθισμένες στο κατώφλι, τότες που κρυφά βαλνόμασταν
να στοχαστούμε σαν τί να ’ναι το φεγγάρι —
ένα γυάλινο βάζο

Α΄ ΓΡΙΑ
γιομάτο αλάτι, λιγουλάκι νοτισμένο —
Β΄ ΓΡΙΑ

κάλλιο μια χρυσή καντήλα
μπροστά στο κόνισμα μιας γαλάζιας Παναγιάς —
Γ΄ ΓΡΙΑ

για μια φωλιά
απ’ άχερο φουφουλιαστό, και μέσα της χρυσό τ’ αηδόνι στρογγυλοκαθόταν
και δεν τραγούδαγε, μα εμείς τ’ ακούγαμε —τριιιι-τρι— γλυκοκέλαδος ήχος.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Συλλογιζόμασταν καμιά βολά κι εμείς, και μας άρεσε.

Α΄ ΓΡΙΑ
Γιά κάποτες, μια σκόλη, το βραδάκι, κουβεντιάζοντας από πόρτα σε πόρτα
με τις καλές γειτόνισσες — ποιός παντρευόταν, ποιός βαφτίζονταν, ποιός μας άφηνε χρόνους,
Β΄ ΓΡΙΑ

κι είχες στην τσέπη της ποδιάς σου λίγα μύγδαλα, και κάθε τόσο
τ’ άγγιζες με τα δάχτυλά σου, τα ’σφιγγες, έτσι να νιώθεις
το στέριο σκήμα τους, την κόψη τους, σα μικρά σφαλιχτά καραβάκια
που μες στ’ αμπάρι τους σφιχτοκρατάν την άσπρη ψίχα —

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Τα σκληρά μύγδαλα τ’ αγγίζαμε μέσα στην τσέπη μας γιατί το βράδυ
ήτανε διάφεγγο πολύ, διάφεγγη κι η ψυχή σου, διάφεγγη κι η ζήση
και δίχως ναν το καταλάβεις σου ’φευγε μέσ’ απ’ τα χέρια.

Β΄ ΓΡΙΑ
Γι’ αυτό, μαθές, πιο μέσα, κάτου από τα λόγια που μιλάγαμε, σωπαίναμε
κι αφουγκραζόμασταν εκείνη τη μεγάλη σιγαλιά που μερμηγκιάζει από άγνωστα πράματα,
Α΄ ΓΡΙΑ

σαν που σαλεύει μόνο του το κουρτινάκι δίχως να φυσήξει αγέρας,
Β΄ ΓΡΙΑ

σαν που από μόνη χαμηλώνει η λάμπα, που μιαν ώρα πριν την είχαμε γιομίσει,
Α΄ ΓΡΙΑ

σαν που σωριάζεται η σκόνη στο σιδερένιο κουτί με τα κερένια στεφάνια,
Γ΄ ΓΡΙΑ

σαν που βρίσκεις απάνου στο τραπέζι, που πριν λίγο το ’χες παστρεμένο,
ένα κομμάτι τριμμένο σουβά· — στρέφεις ευτύς το κεφάλι σου απάνου
και το ταβάνι είναι στη θέση του, και μια μεγάλη αράχνη
πασκίζει να κρυφτεί απ’ τα μάτια σου — δεν κρύβεται.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Τα βράδια του καλοκαιριού, δε σου ’κανε καρδιά να μπεις στο σπίτι, να πλαγιάσεις—
λιγάκι ακόμα στην αυλή, λιγάκι ακόμα να τηράξεις τον κόσμο —
ερχόταν πάλι ο κόσμος κατά τη μεριά μας σαν καλό γαϊδουράκι
με δυο μεγάλα βαρύκουα αυτιά —
Γ΄ ΓΡΙΑ

τίναζε το ζερβί του κάθε τόσο
να διώξει ένα κουνούπι γιά ένα αστέρι.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Εμείς δαγκώναμε τα χείλια
μη μας ξεφύγει γέλιο, μη γρικήσουν μέσα τα παιδιά που κοιμόντανε,
Α΄ ΓΡΙΑ

μη μας γρικήσει ο άντρας και θαρρέψει πως ξεμωραθήκαμε.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Καλά ήταν τότες, κι ούτε που το ξέραμε — κει δα στην αυλή με το πηγάδι.
Οι πέτρες ξώμεναν ζεστές ακόμα απ’ τον ήλιο της μέρας μέσα στο δροσό της νύχτας.
Δίπλα ακουγόντανε ζεστό φουρφούρισμα απ’ τις κότες μέσα στο κοτέτσι,
Α΄ ΓΡΙΑ

και το τραγούδι, κάτου στα ρηχά, του ψαρά μέσ’ απ’ τη βάρκα
Γ΄ ΓΡΙΑ

και το μεγάλο ξερό φύλλο της μουσμουλιάς που γκρεμιζόταν με δυνατό κρότο μες στο χρόνο
κι ύστερα η σιγαλιά γινότανε πιο σιγανή σαν τον κατρέφτη που ξεχάστηκε κάτου απ’ τα δέντρα.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Γνωρίζαμε τους ήχους — γνωριζόμασταν ξανά με κατιτίς αγαθό, λησμονημένο —

Α΄ ΓΡΙΑ
Αθώρητη η χελώνα, νυχοπερπατούσε αργά μες στον κήπο·
Β΄ ΓΡΙΑ

άναβαν δυο κωλοφωτιές τα φαναράκια τους ναν της φωτίσουν·
Α΄ ΓΡΙΑ

η μέλισσα κοιμόταν στο λουλούδι — ακουγόταν που ρουφούσε το σάλιο της·
Γ΄ ΓΡΙΑ

και το τρίξιμο απ’ το φτερό της πεταλούδας — δε χωρούσε μες στο γαρούφαλο,
όλο αναδεύονταν, όλο άλλαζε πλευρό στον ύπνο της.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Τα ρουθούνια μας
γνωρίζανε μια μια τις μυρουδιές απ’ τα μικρά ποτισμένα περβόλια —

Α΄ ΓΡΙΑ
αυτό ’ναι μαντζουράνα — λέγαν τα ρουθούνια μας — αυτό ’ναι δυόσμος,
Β΄ ΓΡΙΑ

αυτό βασιλικός γιά χαμομήλι γιά τριαντάφυλλο
Γ΄ ΓΡΙΑ

αυτό ’ναι μαϊντανός, — κι ένα χαμόγελο χαρχάλευε μέσα μας
σαν που τινάζεις ένα ρούχο παλιό και πέφτει χάμου ντιντινίζοντας
ένα μικρό παιδικό δαχτυλίδι που το λόγιαζες χαμένο.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Καλά ήταν — και πρεπό δεν είναι να ’μαστε αχάριστες στη ζήση —
κείνα τα βράδια που όλα σμίγαν και φιλιώνονταν όλα,
η σκούπα, το φεγγάρι, το σκυλί, το καναρίνι — όλα ένα,
Α΄ ΓΡΙΑ

και το φεγγάρι, ναι, δεν ήταν ξένο, δικό μας ήταν,
άσπρο, γαλαζωπό, ζεστό, σα δίκορκο αβγό, μόλις βγαλμένο απ’ τον κώλο της κότας.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Αχ, ναι, μαθές — πότε πότε μας έμενε μια στάλα καιρός να σηκώσουμε το χέρι μας
και να σφουγγίσουμε τον ίδρωτα απ’ το κούτελό μας· πότε πότε
να βγάλουμε κι ένα «αχ» ανάμεσα σε δυο νιούτσικα πράσινα φύλλα.

Γονατισμένες μπρος στη σκάφη, ζυμώνοντας το ψωμί για τα κουτσούβελα,
αθέλητά μας μια στιγμή σηκώσαμε τα μάτια· — στο παραθύρι
στέκουνταν κείνο το μικρό πουλί και μας θωρούσε· — ξεχαστήκαμε·

Γ΄ ΓΡΙΑ
θαρρώ πως τα πουλιά μάς αποσώσανε το ζύμωμα κι εμείς τηρούσαμε —
Β΄ ΓΡΙΑ

μπορεί ναν τ’ αποσώσαμε κι εμείς — ποιός θα το πει; — ψωμιά δε σιάξαμε·
Γ΄ ΓΡΙΑ

σιάξαμε μοναχά πουλιά με το ζυμάρι, τα πιτίσαμε ζάχαρη,
κόκκινο και γαλάζιο κάντιο τα φτερά τους τ’ αλείψαμε,
δυο βυσσινόκουκα για μάτια τούς βάλαμε· — τα παιδιά μας πολύ τα χαρήκανε
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

κι ουδέ που ξέρανε τί θα ’πρεπε: ναν τα φάνε γιά ναν τα παίξουνε. Μονάχα οι άντροι
μας
κατέβασαν τη μούρη τους, κατσούφιασαν, σμίξαν τα φρύδια τους — άσ’ τους,
Γ΄ ΓΡΙΑ

εμείς, μια βολά, το δικό μας το κάναμε, σαν που μας το ’πε το πουλί κι η καρδιά μας.

Α΄ ΓΡΙΑ
Για θυμηθείτε κείνα τ’ ανοιξιάτικα λιογέρματα, συντρόφισσες,
ήσυχα, αμίλητα, θεόπεμπτα — κρούσταλλο η θάλασσα·
Β΄ ΓΡΙΑ

κατάρτια και σκοινιά βρεγμένα και κουπιά, βυσσινιά λαμποκόπαγαν,
Α΄ ΓΡΙΑ

μι’ άγκυρα ανέβαινε — στις άκρες της κρεμόντανε
στραφταλιστά γιορντάνια — τί κοράλλια, τί ρουμπίνια και μαλάματα —
Γ΄ ΓΡΙΑ

μια κόρη σεργιανούσε μόνη στ’ ακρογιάλι κάτου ως να σεργιάναγε
σ’ ένα άλλο κόσμο αλαφροΐσκιωτη — το κούτελό της δεν έγερνε.

Β΄ ΓΡΙΑ
Νησάκια ξάφνου φανερώνονταν πέρα, βαθιά στο πέλαγο —
δεν τα ’χαμε ποτές μας ξαναδεί, δεν ήταν άλλοτες —
Γ΄ ΓΡΙΑ

γαλάζια, διάφεγγα νησάκια, ανάβαν μονομιάς στο λιόγερμα,
τρέμανε σαν πετράδια, καίγονταν και σβήνανε· ύστερα
γίνονταν στάχτη, λιώνανε στη νύχτα.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Μα ελόου μας
τα ’χαμε δει και ξέραμε πως ήταν, και ξέραμε που ο κόσμος
ήταν τρανός, πιο τρανός απ’ όσο βλέπαμε, και δεν ήμασταν μόνες.

Α΄ ΓΡΙΑ
Κι άξαφνα φτάσαν ένα σούρουπο μαντατοφόροι, λέει από μια χώρα,
μεγάλη χώρα, απόμακρη, με μιλιούνια καράβια, με μεγάλα άσπρα σπίτια,
Β΄ ΓΡΙΑ

πέτρινοι αθρώποι, λέει, καθούνται ολόρθοι σε αψηλές κολόνες,
κι έχουν πολλά σκολειά από άσπρη πέτρα.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Μας ζώσανε τα φίδια —
πολύ καινούργια ήταν τα ρούχα τους, πολύ γυαλίζανε τα ομορφοπλούμιστα ραβδιά τους,
δεν κοίταζαν ίσα στα μάτια· από ψηλά κοιτάζαν, κάτι βλέπαν
που δεν το βλέπαμε μεις. Τρανά καράβια πενηντάκουπα ήντουσαν
αραδιασμένα μπροστά στο νησάκι μας. Οι ναύτες τους
δεν πάτησαν στη στεριά μας το πόδι τους, δε μπήκαν στις ταβέρνες μας· εκεί
λουφάζαν μέσα στα καράβια καρτερώντας το σινιάλο. Μονάχα
ετούτοι δω οι μαντατοφόροι από την ξένη χώρα, κι ήταν, λέει,
Ρωμιοί κι ελόου τους. Και μαζέψανε τους άντρες και τους γιούς μας
Α΄ ΓΡΙΑ

απάνου στην απάνου τάπια, κει που ’ναι στημένο το παλιό σκουριασμένο κανόνι
Β΄ ΓΡΙΑ

μονόφθαλμο, καλόβολο, απ’ τα χρόνια των παππούδω μας, ναν το καβαλικεύουνε
Γ΄ ΓΡΙΑ

τα περιστέρια, τα σπουργίτια, τα παιδιά, να παίζουν τους τρανούς καβαλαρέους
τα θερινά βραδάκια πριν το δείπνο· να τρυπώνουνε τα χέρια τους μέσα στην άδεια μπούκα
να πιάσουν τάχα μου το πόδι της νεράϊδας και ν’ αντρειέψουν.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Τους μαζέψαν κει πάνου,
κι εμείς γύρω τριγύρω κολλημένες στις πόρτες. Ήσυχα μιλήσαν,
(αχ, κείνη η ησυχία που την οσμίζεσαι πριν απ’ τη μπόρα) — τα λόγια τους
δεν τα καταλαβαίναμε — μόνο τον ήχο τους κρατήσαμε. «Παραδοθείτε — λέει, είπανε —
αλλιώς θα σας χαλάσουμε». Πολλά είπαν, μ’ άλλα λόγια τα ’παν —
εμείς αυτό καταλάβαμε: «Παραδοθείτε». —

Α΄ ΓΡΙΑ
Αμ έτσι, στα καλά καθούμενα;
Β΄ ΓΡΙΑ
έτσι με σταυρωμένα χέρια;
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Ανατηράγαμε τους άντρες μας —
Β΄ ΓΡΙΑ
σφιγμένα τα σαγόνια τους — μουγγοί — σα να κρατάγαν μες στο στόμα τους
ένα τρανό μπουμπουνητό.
Α΄ ΓΡΙΑ

Κι οι άλλοι να λένε και να λένε —
όλο και πιο μικρά τα μάτια τους, όλο και πιο γοργά τα λόγια τους·
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

τα στόματά τους όλο και πιο μεγάλα — καταπίναν όλο τον αγέρα μας
και πια δεν είχαμε μεις ν’ ανασάνουμε.
Μαρμαρωμένοι οι εδικοί μας

κάτι είπαν μέσ’ από την πέτρα, κάτι αποκριθήκανε,
Α΄ ΓΡΙΑ

κάτι «τιμή» είπαν, κατιτίς «πατρίδα» (κι έτριξε τούτος ο λόγος
Β΄ ΓΡΙΑ

έτσι που τρίζουν τα θεμέλια του σπιτιού με το σεισμό και λες θα σπάσουν
ούλα τα τζάμια και μαζί τα καλά ρακοπότηρα στο ράφι του τοίχου
Α΄ ΓΡΙΑ

που τα ’χαμε για τους μουσαφιρέους).
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Καλά τα ’παν — γεια στο στόμα τους —
«τιμή», «πατρίδα», και τηρούσαν χάμου τα παπούτσια τους. Κι απέ ένας λόγος
πιο δύσκολος ακόμα, πιο τρανός —«λευτεριά» το ’παν—

Β΄ ΓΡΙΑ
Ναι, «λευτεριά», κι άστραψε ένα μεγάλο μαύρο φως ώς πάνου στα μεσούρανα·
Α΄ ΓΡΙΑ

ναι, «λευτεριά» και τί θα πει δεν ξέραμε — βουρκώσανε τα μάτια μας,
Γ΄ ΓΡΙΑ

βούρκωσε κάτου η θάλασσα, μελάνιασε το περιγιάλι.
Α΄ ΓΡΙΑ

Ένα παιδί
έβαλε μονομιάς τα κλάματα, σάμπως ναν του ’χαν σφάξει κιόλας τον πατέρα του.
Γ΄ ΓΡΙΑ

Η θεια-Κώσταινα
προχώρεσε ένα βήμα μπρος, έφερε πίσω της τα χέρια της κι έλυσε την ποδιά της
σα να ’ταν πια να μην ξαναδουλέψει· κι ύστερις
πάσκισε πάλε ναν τη δέσει πιο σφιχτά, — δεν τα κατάφερνε.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Τηρούσαμε τα χέρια της να τρέμουνε — μεγαλωμένα χέρια
όπως τα χέρια ακέριου του νησιού μας· — τα λουριά δεν τα βρίσκανε·
πες που χαθήκαν τα λουριά, πες που μαλάκωσαν τα δάχτυλά της.

Τριγύρω φάρδαινε η σιωπή· — το τρίξιμό της γρικιότανε μονάχα. Οι κίνησες
αργοξετύλιχτες· καν δυο, καν τρεις χρονιές θαρρείς διαβήκανε
ώς να χωθεί το χέρι σου στην τσέπη σου, να βρει ένα μοσκοκάρφι, ναν το σπάσει.

Γ΄ ΓΡΙΑ
Τότες η βάβω, η γριά, η εκατοντάχρονη, η κυρα-Κατίνα, η θεραπεύτρα,
π’ ούλο το σπιτικό της μέσα κι όξω, ήταν γιομάτο με μικρά σακούλια όλο βοτάνια
κρεμάμενα στους τοίχους, σε σκουριασμένα καρφιά, — η κυρα-Κατίνα
μπρόβαλε πάνου στην ταράτσα θεοτική, κουβαλώντας
τ’ αχυρένιο της στρώμα· το ’ριξε στο πεζούλι κι αρχίνησε
ναν το βαράει μ’ ένα χοντρό ραβδί σαν κάποιον να ’δερνε στα μαλακά του.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Κι άξαφνα
τί ’τανε κείνη η λάμψη, κείνη η αντάρα, ο κουρνιαχτός; — πήρε φωτιά το στρώμα της;
πήραν φωτιά τα σακουλάκια της στον τοίχο; Απ’ τα καράβια
βαρούσαν μπάλες; — πότε κιόλας πάτησαν οι ξένοι τη στεριά μας;
Πού βρήκανε τις σπάθες οι εδικοί μας; Πέφταν τα τειχιά, λιθάρια σφεντονιούνταν,
Α΄ ΓΡΙΑ

λάδι καυτό κοχλάκιζε στα λούκια, αίμα κυλούσε,
Β΄ ΓΡΙΑ

διπλός εκειός ο λόγος βρόντηξε στον αέρα «Λευτεριά γιά Θάνατος»,
Γ΄ ΓΡΙΑ

στην πόρτα της ταβέρνας τυπωμένη μια παλάμη μ’ αίμα — έγειρε η πόρτα τρέχαν όλοι —
Β΄ ΓΡΙΑ

κραυγές πάνου απ’ το κάστρο, κάτου απ’ τ’ ακρογιάλι «Λευτεριά γιά Θάνατος» —

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Μην ήμασταν μεις που φωνάζαμε; — φωνές μεγάλες — πόνος και φόβος —
Β΄ ΓΡΙΑ

(ανάμεσα στον πόνο και στον φόβο, πιο δυνατός είναι ο φόβος) —
Α΄ ΓΡΙΑ

πόνος και φόβος μήτε — τα καδρόνια καιγόντανε, πέφταν·
Γ΄ ΓΡΙΑ

πήρε φωτιά η σημαία της Δημαρχίας, λαμπάδιασε,
έπεσε μες στο δείλι σα μεγάλο κίτρινο φύλλο —
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

στρέψαμε μια στιγμή και τηράξαμε —
το κοντάρι

καιγόταν ακόμα σαν έρημο δάχτυλο, που πια
δεν είχε τίποτες να δείξει. «Λευτεριά γιά Θάνατος» — τρέχαμε πάλε —

Α΄ ΓΡΙΑ
Τί λευτεριά; — τί θάνατος; — πού πήγαν τα παιδιά μας; — τρέχαμε
έτσι στα κουτουρού, πάνου κάτου, — ο τόπος άλλαζε, δε φαινότανε
πού βρισκόνταν τα σπίτια μας —
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

σπίτια δεν ήταν, μόνο κόκκινες γλώσσες μεγάλες,
Γ΄ ΓΡΙΑ

με μια χαψιά καταπίναν ένα μπαλκόνι, μια στέγη,
Β΄ ΓΡΙΑ

μια σκάφη, μια κληματαριά, μια πόρτα, δυο παράθυρα,
Α΄ ΓΡΙΑ

την εκκλησιά με τα καμπαναριά —φόβος και πόνος·— μήτε φόβος, μήτε πόνος —

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Αχ, πώς το ξεστομίσατε το «Λευτεριά», πώς ξεστομίσατε το «Θάνατος»;
Το διάλεγμα απ’ τα πριν το κάματε — Θάνατος μόνο.

Α΄ ΓΡΙΑ
Αρσενικιά ψυχή δεν έμεινε· — τα μάτια μας δεν ξέρανε να κλάψουν·
Β΄ ΓΡΙΑ

τα πόδια τρέχαν από μόνα τους — δεν ξέραμε πού τρέχαν·
Γ΄ ΓΡΙΑ

το στόμα φώναζε από μόνο του — δεν ξέραμε τί φώναζε·
Β΄ ΓΡΙΑ

τα μάτια βλέπαν από μόνα τους — δεν ξέραμε τί βλέπαν.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Ούλα ένα μαύρο κι ένα κόκκινο· — ένα άλογο έτρεχε.
Γ΄ ΓΡΙΑ

μια γελάδα κουνούσε την ουρά της — έδιωχνε μια μύγα — αυτό τό ειδαμε·
Α΄ ΓΡΙΑ

ένα σπασμένο τζάμι ανάμεσα στα χόρτα·
Β΄ ΓΡΙΑ

μια γάτα σκοτωμένη στα πλακάκια —σπίτι δεν ήταν—
Γ΄ ΓΡΙΑ

μονάχα τα πλακάκια της κουζίνας· — το ’να μάτι της γάτας μισάνοιχτο·
Α΄ ΓΡΙΑ

ένα τζάκι βγαλμένο στο δρόμο· — κακάριζε μια κότα·
Γ΄ ΓΡΙΑ

μια γριά αγριεμένη βούτηξε τ’ αβγό — τ’ αβγό ήταν άσπρο, καταστρόγγυλο —
το ’σπασε και το ρούφηξε — τ’ ασπράδια τρέχαν απ’ τα χείλια της.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Κάποιος εφώναζε «παιδί μου», «παιδί μου», — μέσ’ απ’ τα πηγάδια φώναζε·
Α΄ ΓΡΙΑ

ο τυφλός διακονιάρης στα σκαλιά τ’ Αϊ-Νικόλα άπλωνε ακόμα το χέρι του·
Β΄ ΓΡΙΑ

ένας στρατιώτης με μια σπαθιά του το ’κοψε, το σήκωσε απ’ το χώμα·
Α΄ ΓΡΙΑ

έτρεχε το αίμα ποτάμι — «παρ’ το», του ’πε, του το ’ριξε στα γόνατα· — «θε μου»
φώναξε μια φωνή —ποιός φώναξε;— «θε μου», ξαναφώναξε.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Και κείνη η φωνή «παιδί μου», «παιδί μου», «παιδί μου»,
Γ΄ ΓΡΙΑ

από το νύχι του ποδιού, ώς τη ρίζα της τρίχας στο κεφάλι — δε σταμάταγε.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Κι ύστερα τίποτες, — μια βουβαμάρα με ξένα πατήματα· — νύχτωσε.
Εμάς μας δέσανε τα χέρια, μας πετάξαν στα καράβια, απανωτά τη μια στην άλλη,
κλειστά τσουβάλια, μαλακά τσουβάλια — τίποτες δεν ήτανε μες στα τσουβάλια,
Α΄ ΓΡΙΑ

μήτ’ ένα τζοβαϊρικό, μήτε περούνι, μήτε θύμηση — άδειο·
Γ΄ ΓΡΙΑ

ένα άδειο που πονάει, και φωνή δεν έχει, κι «αχ» δε βγάζει,
Β΄ ΓΡΙΑ

άδειο τσουβάλι — όχι άδειο· — κόκαλα είχε μέσα· σαν χτύπαγε
κλεισμένος άγκωνας κάτου στου καραβιού το ξύλο, «γκαπ» έκανε,
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

μικρός κρότος ακούγονταν, — τα κόκαλά μας ήταν
μέσα σ’ εκείνα τα τσουβάλια. Εδώ μας κουβάλησαν —δούλες στα ξένα—

Α΄ ΓΡΙΑ
Δεν ξέρουμε τον τόπο· δεν ξέρει το χέρι μας το χέρι της σκούπας,
Β΄ ΓΡΙΑ

το πόμολο της πόρτας, τη γωνιά του τραπεζιού, το χερούλι της στάμνας — ξένα, ξένα —
Γ΄ ΓΡΙΑ

δεν τον ξέρουν τον αέρα τα ρουθούνια μας· τις μυρουδιές δεν τις γνωρίζουνε.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Το στρώμα γιομάτο καρφιά — δεξά ζερβά γυρίσεις — ο ύπνος σε διώχνει·
κι η θύμηση γιομάτη καρφιά — ν’ ακουμπήσεις τη ράχη δεν έχεις·
τοίχος μονός, αψηλός, γωνιά δεν κάνει ν’ απαγκιάσεις μιαν ώρα,
τοίχος γιομάτος καρφιά, σαν της κυρα-Κατίνας — και πού πια τα σακουλάκια
με τα παλιά τα βότανα ναν τα κρεμάσεις, και πού ένα ψαλίδι,
ένα καλάθι κούμαρα, μια κόκκινη σκουφίτσα, ένα μικρό κατρεφτάκι;

Α΄ ΓΡΙΑ
Τί ναν τον κάνεις τον κατρέφτη, τί να διεις; — τη μούρη του χάροντα με την κομμένη μύτη;
Β΄ ΓΡΙΑ

τα γυμνά δόντια στο μαύρο της νύχτας; — σκοτείνιασαν τα μάτια μας — δε βλέπουν·
Γ΄ ΓΡΙΑ

τα μάτια μας δε γνωρίζουν τα δέντρα, δε γνωρίζουν τη θάλασσα·
Α΄ ΓΡΙΑ

δεν έχει αλμύρα η θάλασσα, δεν έχει φύκι και ψάρι — δε μυρίζει.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Εδώ κρυφά κρυφά, τις νύχτες, στριμωγμένες, έρημες,
με τη μαύρη μαντίλα ριγμένη στα μάτια, να ρωτιόμαστε ακόμα, να ρωτιόμαστε αμίλητες
ύπαρξε τάχα η Μήλο, υπάρξαμε τάχα κι εμείς οι Μηλιώτισσες,
ύπαρξε τάχα το νησί μας, κι ελόου μας μεγαλώσαμε εκεί, και δουλέψαμε,
και παντρευτήκαμε, και κάναμε παιδιά, και πλια δεν τα ’χουμε; Πώς έγινε;
πώς γίνεται, μαθές, να συλλογιούμαστε ακόμα, να θυμούμαστε; θα πει, το λοιπό,
πως ύπαρξε η Μήλο κι υπάρξαμε κι ελόου μας, κι είμαστε ακόμα —
Α΄ ΓΡΙΑ

και κείνος ο λόγος, ένα δείλι, «πατρίδα», είναι μέσα μας,
Β΄ ΓΡΙΑ

και κείνος ο λόγος, ένα βράδυ, «λευτεριά», μέσα μας, μέσα μας,
Γ΄ ΓΡΙΑ

και κείνος ο άλλος, της λευτεριάς το ταίρι, «θάνατος», βοσκολογάει το σπλάχνο μας,

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
σαν το σπόρο του αντρού μας, και φουσκώνει, φουσκώνει, μας γιομίζει —
εχ, γκαστρωμένες πάλε στα βδομήντα μας, στα γδόντα μας, να γεννήσουμε πάλε
πολλά παιδιά, χίλια παιδιά, νησιωτόπουλα, να γεννήσουμε πάλε
τη Μήλο ροδομάγουλη.
Μή, Κύριε, και παραλοΐσαμε;

μή, Κύριε, και ποθάναμε, κι απ’ τ’ άλλο μέρος του κόσμου ξεπροβαίνουμε νυχτοπερπάτητες;

Κύριε, ελέησον, Κύρι’, ελέησον, Κύριε, ελέησον —
κάνουμε το σταυρό μας· —νά, το χέρι μας,— το βλέπουμε,
νά το που κάνει το σταυρό του, νά κι η σκιά του στο πεζούλι — άξιο χέρι
αχ, Κύριε, να κρατήσει πάλε το ψωμί, το βρέφος, το μαχαίρι, τη σημαία.

(Χαράζει πέρα, κατά τη θάλασσα, — καλό φέγγος, τριανταφυλλί. Ένα σωρό νησάκια σκόρπια δω και κει ξεπροβαίνουν — γαλάζια, διάφεγγα, του μάκρου, όπως τότες κείνα τα δειλινά, στη Μήλο. Οι γριές κοιτάνε πέρα. Τα πρόσωπά τους σάμπως να ροδίζουν — λες και ξανανιώνουν. Κι οι κοιλιές τους, μα την αλήθεια, σα ν’ αυγαταίνουν. Νά κι η Μήλος, εκεί, εκεί πιο ζερβά λίγο, μ’ όλα της τα σπίτια —όχι θύμηση κι όνειρο— ζωντανή. Τα τζάμια αστράφτουνε στα παραθύρια. Τέσσερα παλικάρια, κάτω στο λιμανάκι, στο δρόμο της ακρογιαλιάς — δυο μπροστά, δυο πίσω. Στους ώμους τους δυο μεγάλα καδρόνια. Πάνου στα καδρόνια κουβαλάνε μιαν άσπρη εκκλησιά. Περνάει κι ο πρώτος κανατάς με το μικρό γαϊδούρι του φορτωμένο ομορφοπλούμιστες στάμνες και σταμνάκια. «Καλό πρωινό, γερόντισσες» λέει. «Τάχα σ’ εμάς ναν το ’πε;», αναρωτιούνται οι γριές. «Καλό πρωινό, παλικαράκι μας», αποκρίνονται. Πέρασε. «Δεν είναι σαν της Μήλος;», είπε η μια. «Το παλικάρι; Τα σταμνιά; — Ναι, σαν της Μήλος», είπε η δεύτερη δίχως να περιμένει απόκριση. "Της Μήλος είναι", είπαν κι οι τρεις κι ανοίξανε κατά τη θάλασσα τα χέρια τους σάμπως ν’ ανακλαδίζονταν, σάμπως να ξύπναγαν από κακό βραχνά).

ΣΑΜΟΣ, Σεπτέμβρης–Νοέμβρης 1969

Γιάννης Ρίτσος. [1975] 1992. Ποιήματα Δ΄ (1938-1971). 11η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.


(ΕΚΜ)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό