Όπως είναι γνωστό, στη σημερινή εποχή, οι νέοι στη χώρα μας, μετά την αρχική γνωριμία, συνήθως συζούν για κάποια περίοδο «αρραβωνιασμένοι ή μη» και μετά αποφασίζουν αν θα προχωρήσουν σε γάμο (θρησκευτικό ή πολιτικό) η θα κάνουν σύμφωνο συμβίωσης ή θα συνεχίσουν να συζούν και …έχει ο θεός. Στο χωριό μας δεν υπάρχουν σήμερα νέοι που να ζουν εκεί και να υπάρχει ενδεχομένως προοπτική γάμου. Ο τελευταίος γάμος που έγινε εκεί ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 2010.
Πριν από εκατό και πλέον όμως χρόνια, τα πράγματα ήσαν πολύ διαφορετικά στο χωριό και όχι μόνο στο θέμα του γάμου. Σχετικά με το θέμα αυτό έχω προσωπική μαρτυρία του παππού μου Ηλία Κ. Σχίζα, του πατέρα της μάνας μου, που παντρεύτηκε το 1885. Η μάνα μου ήταν το 10ο παιδί της οικογένειας και γεννήθηκε 30 χρόνια μετά το γάμο.
Για το γάμο, λοιπόν, του παιδιού (αγοριού αλλά κυρίως κοριτσιού) αποφάσιζε ο πατέρας ( σπάνια η μάνα), πότε και ποια ή ποιον θα παντρευτεί το παιδί τους. Αν ο πατέρας δεν υπήρχε στη ζωή, τότε αποφάσιζε ο μεγάλος αδερφός ή αν δεν υπήρχε αδερφός (προ παντός για τα κορίτσια) αποφάσιζε κάποιος θείος, πρώτα από την πλευρά του πατέρα και πολύ σπάνια από την πλευρά της μάνας.
Αφού τα συζητούσαν οι γονείς των δύο οικογενειών και συμφωνούσαν κυρίως σε θέματα προίκας, το ανακοίνωναν στα παιδιά τους τα οποία ήταν αδύνατο να αρνηθούν, προ παντός τα κορίτσια. Στη συνέχεια μαζεύονταν οι δυο οικογένειες και στενοί συγγενείς και γίνονταν τα λεγόμενα «στέφανα», οριστική δηλαδή απόφαση για το γάμο, ώστε να γίνουν τα «φανερώματα» και να μάθει το χωριό το νέο. Η έννοια του «αρραβώνα», της δοκιμαστικής δηλαδή περιόδου, ώστε να γνωριστούν καλύτερα οι νέοι και στη συνέχεια να αποφασίσουν αν θα προχωρήσουν ή όχι σε γάμο, ουσιαστικά δεν υπήρχε, όπως δεν υπήρχε και το διαζύγιο, εκτός από σπανιότατες περιπτώσεις. Καμία σύγκριση με την σημερινή εποχή που τα διαζύγια «δίνουν και παίρνουν». .
Μετά από αυτά τα «στέφανα» οι δύο νέοι πήγαιναν ο καθένας στη δική του οικογένεια και άρχιζε πλέον η διαδικασία προετοιμασίας για το γάμο. Πάνω απ΄όλα η οικογένεια του κοριτσιού φρόντιζε να φτιάξει την προίκα, με όσα είχαν συμφωνήσει. Από την πλευρά του γαμπρού φρόντιζαν να τακτοποιήσουν τις δικές τους εκκρεμότητες, αν για παράδειγμα υπήρχε κάποια αδερφή ανύπαντρη σε ηλικία γάμου, βιάζονταν να την παντρέψουν και μετά να παντρευτεί ο υποψήφιος γαμπρός. Όλο αυτό το διάστημα, από τα «στέφανα» δηλαδή μέχρι το γάμο, οι νέοι βλέπονταν μερικές φορές στο σπίτι της νύφης και μάλιστα ποτέ μόνοι τους… Πάντα υπήρχε η μάνα ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας..
Αφού λοιπόν, ήσαν όλα έτοιμα για το γάμο, πήγαιναν την Κυριακή στην εκκλησία και στη συνέχεια ακολουθούσε ένα καλό γλέντι, που κρατούσε μέρες, στο σπίτι του γαμπρού, ανάλογα και με τις οικονομικές τους δυνατότητες. Εκεί ήσαν μόνο οι συγγενείς του γαμπρού και οι καλεσμένοι τους. Αν για κάποιο λόγο πήγαινε κάποιος από το σόι της νύφης πήγαιναν και έφερναν το σαμάρι του γαϊδάρου να του το φορέσουν!
Ζωγράφου Απρίλιος 2026. Γιώργος Δ. Βέργος
(ΧΙΜ)