ΧΡΟΝΙΚΟ:
Τελευτήσαντος Απριλίου 2026 και Μαΐου ιδίου έτους
ανατέλλοντος, εξεδήμησεν εις Κύριον, κύκλω εβδομήκοντα ενιαυτών,
εαυτώ εγγράψας, Παγκράτης Γεώργιος ο Νικολάου και Ασημίνας, εκ
Σέρβου ωρμηθείς, λιπών τα εγκόσμια.
Αγαπημένε μας Γιώργο,
Μέρα Μαγιού μας μίσεψες, μέρα Μαγιού μας έφερες περίλυπους, στην Μεγαλόπολη, για το στερνό αντίο, μέρες Μαγιού η κόρη σου
Μίνα, ο αδελφός σου Κώστας και η νύφη σου Ελένη, αντι ονομαστικής εορτής θα έχουν λύπη! Δεν μπορώ να διερμηνεύσω τα αισθήματα και τα συναισθήματα των άλλων, για την απώλειά σου, μπορώ όμως να εκφράσω τα δικά μου συναισθήματα, γιατί, για μένα, ήσουν ο μοναδικός Σερβαίος παιδικός φίλος, γειτονόπουλο, καλή παρέα όταν πηγαίναμε με τις γίδες, τον γάιδαρο μας και τον Κίτσιο, το μουλάρι σας, στου Κυνηγού ή στου Ντίσιλη, που είχαμε γειτονικά χωράφια.
Ήσουν ο μοναδικός μαθητής, εκ Σέρβου, στο Δημοτικό σχολείο, αλλά αι στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων, με τον οποίο συμπορευτήκαμε, μέχρι και την αποφοίτησή μας, από εκεί, σε αντιδιαστολή με όλους τους άλλους μαθητές, που είτε ολοκλήρωσαν, το γυμνάσιο πηγαίνοντας στην Δημητσάνα, είτε στην Τρίπολη, είτε στην Αθήνα. Ακούσαμε τους ίδιους δασκάλους, στο Δημοτικό Σχολείο, τους ίδιους Καθηγητές στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων, συναπελάβομεν τις ίδιες διδαχές γνώσης της σοφίας τους, σε πνευματικό- επιστημονικό επίπεδο, στο συναισθηματικό κόσμο (καλοκαγαθία), στην ευεξία του σώματος, ως κατοικητηρίου, πνεύματος και ψυχής.
Αποκορύφωμα της κοινής μας διαδρομής στην παιδεία, ήταν, το οτι για μία Σχολική χρονιά, την τελευταία, καθόμαστε στο ίδιο θρανίο, γιατί ήμουν ο πιο κοντινός δικός σου άνθρωπος, μετά την εγκατάσταση των γονέων και αδελφών σου, στην Αμερική και ο αποδέκτης της μεγάλης στενοχώριας που βίωνες εξ αυτού του γεγονότος, αφού παρέμεινες στο χωριό, για να τελειώσεις το Γυμνάσιο και την Στρατιωτική σου θητεία, με στόχο ελεύθερος από υποχρεώσεις, να φύγεις και συ για την Αμερική.
Όμως, τα πράγματα δεν εξελίσσονται πάντοτε, όπως τα σχεδιάζουμε, παρά το ότι καθημερινά μου έλεγες, «τι κάνω εγώ εδώ πέρα μόνος μου, μακριά από τους δικούς μου, μπορείς να μου ειπείς;» και επιστράτευα κάθε παραμυθητικό λόγο, ντυμένο με αισιοδοξία, για να σου απαλύνω το «τραύμα», την περίσκεψη και την έκδηλη δυσθυμία. Όλοι εμείς, όλλοι Σερβαίοι μαθητές, πηγαίναμε κάθε Σάββατο στα σπίτια μας, στην πατρική, μητρική και αδελφική αγκαλιά και συ πήγαινες στον παππού και την γιαγιά σου, που σου είχε ιδιαίτερη αδυναμία γιατί είχες το όνομα του άνδρα της.
Αγαπημένε μου φίλε,
είχες δίψα για μάθηση, φιλότιμο και ενσυναίσθητη, τολμούσες πολλές φορές πράγματα, που δεν τολμούσα εγώ, ανοχή και σεβασμό στους μεγαλύτερους, ήθελες πάντοτε να διακριθείς, σε κάθε στίβο πνευματικό ή κοινωνικό και αυτή η διάκριση ήρθε με την εισαγωγή σου στην Παιδαγωγική Ακαδημία, την συγγραφική και ποιητική σου ενασχόληση, την αξιοζήλευτη οικογένεια που δημιούργησες και απεδείχθησαν, στην κοινωνική καταξίωσή σου, με την πάνδημη προσέλευση των εκτιμώντων σε, στην θρησκευτική τελετή της εκδημίας σου.
Σε θυμάμαι, όταν έγινε η πρώτη ανακατασκευή του πατρικού σου σπιτιού στο χωριό, και επειδή δεν υπήρχε εσωτερικός δρόμος, για την μεταφορά των οικοδομικών υλικών με φορτηγό, να τραβάς στην ανηφόρα, τις σιδερόβεργες για τον οπλισμό του σκυροδέματος, από την αγορά στο σπίτι σας, με ήλιο που έκαιγε και ο ιδρώτας πήγαινε ποτάμι. Κουράστηκες πολύ, σε αυτό το έργο, παρά την στενοχώρια που βίωνες, αλλά το αποτέλεσμα σε αποζημίωσε και εκτίμησες με το παραπάνω την οικονομική βοήθεια των δικών σου.
Καλό ταξίδι, αγαπημένε μου φίλε.
Άφησες καλά έργα σε εμάς, τους περιλειπομένους, πόνο και λύπη στον ακρογωνιαίο λίθο της ζωής σου την Γιώτα, καθώς και στα παιδιά και εγγόνια σου, που τους εκφράζω τα ειλικρινή συλλυπητήριά μου και εύχομαι ο Ύψιστος να τους παρηγορεί, για κάθε οδύνη και στεναγμό.
Θερμά συλλυπητήρια και στα αδέλφια σου, κατ εξοχήν στον ξενιτεμένο φίλο μου Γιάννη και τα παιδιά τους.
Αναπαύσου στο ελαφρύ χώμα της Αρκαδικής Μεγαλόπολης που σε σκέπασε, εκεί που έδρασες και σε αγάπησαν!
Αιωνία η μνήμη σου!
Αθανάσιος Κων. Γκούτης
(XIM)