Αθήνα 16/04/2020

Γιώργος Θ. Τρουπής,

Καθηγητής Ιατρικής

.

«Είχα την ευτυχία και τον πλούτο να μεγαλώσω μέσα στη φτώχεια»

.

 Έμαθα και διδάχτηκα (όπως χιλιάδες συνομήλικοί μου
στην επαρχία) τ
η διαχείριση των αναγκών του οίκου.

     Ξεκίνησα και παρασύρθηκα από το ‘γιουρούσι’, έφοδο, που κάναμε όλοι μας τις κρίσιμες τούτες ημέρες του Κορωναιού στα supermarkets, για να γράψω αυτό το κείμενο και να ξαναγυρίσω στα πρότυπα βίου που ίσχυαν έως και πριν από μισό αιώνα και λίγο περισσότερο.

     Θα μου επιτρέψετε αναφορές προσωπικές που όμως ήταν ανάλογες εκδηλώσεις του κοινοτικού βίου στα λίγα (μέσα στον ιστορικό χρόνο) χρόνια που πέρασαν απ’ όταν τελείωσε η Κατοχή και ο εμφύλιος χρόνος της παιδικής μου ηλικίας.

     Οι γονείς μου φτωχοί. Η μάνα μου αγρότισσα, μετείχε σε όλες τις γεωργικές εργασίες και βέβαια στις οικιακές εργασίες της οικογένειας. Ο πατέρας παπουτσής (υποδηματοποιός), χασάπης (κρεοπώλης), ταβερνιάρης, αγρότης και γεωργός. Στην μετακατοχική – μετεμφυλιακή περίοδο είχε να θρέψει 12 στόματα. Πολυμελής οικογένεια.

     Εγώ από τα 6 περίπου χρόνια έζησα μέσα στους τρόπους παραγωγής της αγροτικής κοινωνίας. Έτσι, μεγαλώνοντας σε έναν τέτοιο οικονομικό τρόπο ζωής έμαθα και διδάχτηκα (όπως χιλιάδες συνομήλικοί μου στην επαρχία) με άλλου είδους οικονομία (κυριολεκτικά) τη διαχείριση των αναγκών του σπιτιού.

   Το σπίτι μας, ένα συνηθισμένο χωριάτικο σπίτι με μαγαζί κάτω – ταβέρνα, στη μέση κατώι και πάνω το χειμωνιάτικο, η σάλα και μια καμαρούλα όπου μέναμε εμείς και ανέβαινες με μία εξωτερική πέτρινη σκάλα. Κεραμοσκεπή και βέβαια αυλή με φράχτινη αυλόπορτα Βόρεια και ξέφραγη Νότια.

   Στην αυλή, κυκλοφορούσαν κότες, γάτες, σκύλος, γουρούνι, κατσίκες (τέσσερις – πέντε), αρνιά (ένα – δυο), γαϊδούρι, μουλάρι και όλοι εμείς ‘εν αγαστή συμβίωση’.

   Σε ένα χώρισμα του κατωγιού, ήταν ο αχυρώνας με την απαραίτητη τροφή για τα ζώα και σε άλλο χώρισμα μία μικρή αποθήκη με το κασόνι γεμάτο με σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι (αραποσίτι), σίκαλη και βίκο δηλαδή όλα τα αγαθά προϊόντα της οικιακής οικονομίας. Σε μια άκρη ήταν το αλέτρι, το δρυμόνι (μεγάλο κόσκινο), κασμάδες, φτυάρια, τσεκούρια κλαδευτήρι, πριόνι, τσάπα κ.α., για τις ανάγκες των χωραφιών και των περιβολιών. Στο κατώι, το βράδυ κοιμόντουσαν όλα τα ζωντανά. Στην αυλή, κάτω από την πέτρινη σκάλα ήταν το κοτέτσι, η γούρνα και η θέση για το γουρούνι, η θέση του σκύλου, ξύλα χοντρά (σειρήνες) και λιανά (κλαδιά), για το τζάκι και τον φούρνο που βρισκόταν στο κέντρο της αυλής.

   Στην αυλή, έτρωγαν το γουρούνι και οι κότες που γνώριζαν και τον τόπο και την ώρα του φαγητού. Δίπλα στο κοτέτσι ήταν η φωλιά που γεννούσαν οι κότες τα αυγά τους και κάποτε τα επώαζαν για να γεμίσει η αυλή κοτόπουλα.

     Ο σκύλος κοιμόταν στην αυλή, φύλακας πιστός του σπιτιού, ενώ άλλοι είχαν κυνηγόσκυλα που πήγαιναν για κυνήγι όχι για σπορ ή χόμπι αλλά για τροφή, ή πεσκέσι (δώρο) σε πολιτικό, για να τακτοποιήσει το παιδί σε δουλειά.

    Η μητέρα μου με την γιαγιά μου ζύμωναν ψωμί με το αλεύρι που υπήρχε στη βούτα (ξύλινη κάσα) στο γκιλέρι (μικρή αποθήκη στο χειμωνιάτικο). Στο μύλο του χωριού, πηγαίναμε να αλέσουμε και γυρίζαμε με το αλεύρι είτε σταρένιο (καθάριο), είτε καλαμποκίσιο είτε κριθαρίσιο. Στον φούρνο, η γιαγιά και η μητέρα μου έψηναν τα ψωμιά της εβδομάδας και λαχανόπιτες, γαλόπιτες και λαχταριστές κουλούρες, με προϊόντα του νοικοκυριού.

     Μέσα στο γκιλέρι, υπήρχαν οι στάμνες με το λίπος (λίγδα), τα πιθάρια με το λάδι το πιθάρι με τις ελιές, την άλμη, το βαρέλι με το τυρί και πάνινες σακούλες γεμάτες με χυλοπίτες, τραχανά, φασόλια, ρεβίθια, φακή και σάκοι με πατάτες, και στον τοίχο, μικρό ξύλινο παρτέρι που ήταν οι μυτζήθρες της χρονιάς. Επίσης, στο γκιλέρι υπήρχε το πιθάρι με την πηχτή και κρεμασμένα σε καρφιά πλεξούδες με κρεμμύδια και σκόρδα.

    Μέσα στο χειμωνιάτικο, υπήρχε ο αργαλειός. Εκεί, η μητέρα μου και οι αδερφές μου ύφαιναν κουρελούδες, κουβέρτες, κιλίμια, σαΐσματα (στρώματα), ταγάρια, φλοκάτες, μπαντανίες, προσκεφαλάδες (μαξιλαροθήκες) που γέμιζαν με πούσια (φλούδες καλαμποκιού) για τον ύπνο κ.α. Σε μια γωνία του κατωγιού ήταν το καζάνι, όπου η μητέρα μου έφτιαχνε πράσινο σαπούνι από το λίπος του γουρουνιού και το αποθήκευε για τις ανάγκες της πλύσης.

     Στη σάλα, μέσα στην κασέλα (μπαούλο) που πάνω της ήταν ο γιούκος (ρούχα) για την προίκα των κοριτσιών, υπήρχαν λίγα καρύδια, μουστοκούλουρα και ξερά σύκα για τους μουσαφίρηδες (επισκέπτες).

     Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο σε αυτή την οικονομία. Συνηθίζαμε να σφάζονται οι κότες, τα κοκόρια, τα κουνέλια και το γουρούνι στην αυλή. Όντως δεν πήγαινε τίποτα χαμένο. Το δέρμα του γουρουνιού πήγαινε στον παπουτσή και αφού μας έπαιρνε τα μέτρα του ποδιού μας έφτιαχνε παπούτσια με καρφιά (για να μην λιώνουν γρήγορα) στη σόλα. Η λίγδα του γουρουνιού αποθηκευόταν στις στάμνες και μαζί με το λάδι και το καλαμποκέλαιο χρησιμοποιούνταν για το καθημερινό τηγάνι. Το κρέας του γουρουνιού το κάναμε παστό, για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

   Είχα τη μεγάλη τύχη σαν παιδί να πηγαίνω για βοσκή τις κατσίκες, γύρω από το χωριό, για το γάλα της ημέρας. Η μητέρα μου, εκτός από τον αργαλειό, δούλευε τη ραπτομηχανή και έραβε φουστάνια, ποδιές, πουκάμισα φανέλες, σώβρακα, γυναικεία εσώρουχα ακόμη και παντελόνια.

   Στο μαγαζί–ταβέρνα ήταν τα βαγένια (βαρέλια) με το κρασί, το ρακή και το ξύδι.

   Αυτό το σπίτι λοιπόν – κιβωτός – μία αυτόνομη και αυτοδύναμη οικονομία ήταν συχνά και μαιευτήριο και Εκκλησία. Οι εγκυμονούσες γυναίκες (και η μητέρα μου) γεννούσαν στο σπίτι με τη μαμή και, όταν πλησίαζε η ώρα του τοκετού, ετοιμάζονταν σεντόνια, νερό βραστό και, βέβαια, το μπεσίκι (κούνια) που θα υποδεχόταν το μωρό. Στο χειμωνιάτικο, υπήρχε το εικονοστάσι με εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και Αγίων και το καντήλι όπου το άναβε η μητέρα μου κάθε βράδυ. Στο σπίτι, βέβαια, εξετίθεντο και οι νεκροί στο φοβερό ξενύχτι, όπου οι γυναίκες περνούσαν από τον θρήνο και τα μοιρολόγια στη λάτρα (φτιάχνοντας καφέδες για τους συγγενείς και τις γειτόνισσες).

   Αυτή η εικόνα του σπιτιού μας ήταν σχεδόν πανομοιότυπη με όλα τα άλλα νοικοκυριά του χωριού.

   Ύστερα από όλα αυτά, άντε να εξηγήσεις στους Ευρωπαίους εταίρους μας τι σημαίνει η κοινόχρηστη λέξη «economy», «economie» και τα ρέστα.

Υ.Γ. Στο γραφείο μου, δίπλα στη φωτογραφία του χωριού μας, έβαλα και ένα κάδρο με το εξής προσωπικό ρητό: «Είχα την ευτυχία και τον πλούτο να μεγαλώσω μέσα στη φτώχεια».

 

ΕΚΜ


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το Δημοτικό Σχολείο άρχισε να χτίζεται τον Αύγουστο του 1936. Επειδή τότε δεν πήγαινε αυτοκίνητο στου Σέρβου, τα τσιμέντα τα κουβάλησαν με μουλάρια από τα Λαγκάδια. Τις σιδερόβεργες όμως για την πλάκα, λόγω του μήκους τους και της φύσης του μονοπατιού δεν μπορούσαν να τις φορτώσουν στα ζώα και γι' αυτό τις κουβάλησαν οι Σερβαίοι στον ώμο από τα Λαγκάδια. Οι εργασίες σταμάτησαν λόγω του πολέμου και συνεχίστηκαν μετά το 1949. Οι αίθουσες του σχολείου άνοιξαν για τους μαθητές το 1954.