Γράφει ο Αθ.  Π. Στρίκος.                                              

Ζητείται επειγόντως
ζυγός ακριβείας
για το βάρος των λέξεων.
Απευθυνθείτε: Οδός απομονώσεως
της λεωφόρου «επικοινωνίας»
πρώτη πάροδος

(Μαρία Παναγοπούλου. Από το ποίημά της ʺμικρές αγγελίεςʺ)

Τα δίστιχα και περισσότερο όλων τα δωδεκανησιακά πάντα με ενθουσίαζαν, με εξέπλητταν. Μερικά δε είναι πραγματικές τραγωδίες. Σε δύο στίχους ο ανώνυμος ποιητής πυκνώνει το νόημα ολόκληρης τραγωδίας. Να:

Εκεί οπούχει αντίλαλο θ’ αναστενάξω πάλι

να γελαστώ και να θαρρώ πως κλαιν’ μαζί μου κι άλλοι.

Βρέθηκε στο φαράγγι, στη λαγκαδιά και αναστενάζοντας βαθειά και πονεμένα, ο αντίλαλος γύριζε πάλι πίσω στον ίδιο. Κάπως έτσι πιστεύω θα πλάστηκε το δίστιχο. Και βεβαίως το κλάμα και ο αναστεναγμός του ήσαν τόσο δυνατά! Δεν θέλει όμως να πονέσουν το ίδιο και άλλοι, αλλά να γελαστεί, να εξαπατηθεί και να νομίζει ότι κλαίνε και άλλοι μαζί του. Τέτοια ευγένεια.

Και ξαφνικά καρφώθηκε στο μυαλό η λέξη Ηχώ. Η αντήχηση, η απήχηση, η παρήχηση, η κατήχηση. Κάθε λέξη να αποδίδει άλλη κατάσταση. Σαν τη βίδα που είναι κατάλληλη για κάτι κι αλλού δεν ταιριάζει. Ένα τέτοιο πράγμα κι έτσι το είδα. Κανένας δεν μοιάζει με κανέναν σε τίποτα. Γι’ αυτό και δεν περνάνε ούτε οι συμβουλές ούτε οι νουθεσίες. Ο καθένας μας είναι ξεχωριστός.

Η ηχώ.

Πολύλαλη τη λέει ο Λατίνος ποιητής Οβίδιος. Εκείνος που ερμήνευσε καλλίτερα απ’ όλους την ελληνική μυθολογία. Πολύλαλη, άλλη μεγάλη λέξη και τούτη. Και ήταν η ηχώ κόρη γλυκομίλητη που τρελαίνονταν να την ακούν γυναίκες και άντρες λέει το παραμύθι.

Μια μέρα τη χρειάστηκε ο Δίας, ο άρχων ανθρώπων τε και θεών. Και τη χρειάστηκε για να απασχολήσει η Ηχώ τη γυναίκα του την Ήρα, μέχρι ο Δίας να τελειώσει το σμίξιμό του με κάποια άλλη αγκαλιά κρυφή. Έβαλε λοιπόν, λέει το παραμύθι, την Ηχώ να πιάσει κουβέντα με την Ήρα τη γυναίκα του.  Έτσι κι έγινε. Η Ηχώ απασχόλησε δυο ώρες την Ήρα, την αρχόντισσα του ουρανού και της γης, όσο ακριβώς χρειάστηκεν ο Δίας να ανοίξει τα λαγόνια και την ευνή της όμορφης που λιμπίστηκε και γι’ αυτήν αναστέναξε. Όμως η Ήρα την πήρε χαμπάρι την Ηχώ. Ήταν κι ότι ο Δίας, ο άντρας της δεν είχε μετά καμμιά όρεξη για δαύτην την ημέρα εκείνη και ξέσπασε στην Ηχώ. Την τιμώρησε με τιμωρία ανείπωτη. Είπε: η Ηχώ να είναι γλυκειά και όμορφη σαν πρώτα που ήταν Νύμφη. Να ζει σε δάση και νερά γεμάτη χάρη κι ομορφιά όπως πρώτα. Όμως από μόνη της να μην μπορεί να βγάλει φωνή, χωρίς νά ’ναι ούτε κουφή ούτε μουγγή. Και μόνον όταν άλλος φωνάξει να φωνάζει κι αυτή ίδια λόγια στον ίδιο τόνο και ήχο.

Τιμωρία τρομερή. Να θες να μιλήσεις και να καρτερείς τον άλλον, τον οποιονδήποτε να μιλήσει για να ειπείς το ίδιο. Ό,τι λόγια νά ’ναι, καλά ή κακά, χαράς η λύπης. Αυτή είναι η Ηχώ όπως την έπλασε ο αθάνατος Έλληνας.

«Ἔλλην. Ὄφις ὁ ποικίλος»

λέει ο Πλούταρχος. Και για να τα κάνει μύθο φανταστείτε τί ένταση είχαν. Και όλα ξεκίνησαν από το «αχ», το αχώ, αχέω και ηχέω. Που είναι το αχ η πιο μακρινή βαθειά λέξη της γλώσσας του ανθρώπου.

Όσο για τ’ άλλα που είπαμε, την αντήχηση, την απήχηση, την κατήχηση αυτά πια τά ’φτιαξε ο έλληνας λόγος. Πράγματα απλά τα μέρη του λόγου και πιο πολύ οι προθέσεις που σήμερα δεν τους δίνουμε σημασία, κι όμως είναι τα πιο σοβαρά της γλώσσας μας. Πού είναι οι δάσκαλοι, οι καθηγηταί να φάνε είκοσι μέρες και είκοσι μαθήματα να κάνουν για να διδάξουν τα δέκα (10)μέρη του λόγου. Τα έξι (6) κλιτά και τα τέσσερα (4) άκλιτα. Να μπουν στο αίμα του παιδιού ώστε να κυκλοφορούν μαζί με το αίμα του, όπως κυκλοφορούσε η λέξη ηχώ στο αίμα του μακρινού εκείνου προγόνου μας, ώστε την έκανε παραμύθι. Αλλά κανείς δεν μας άνοιξε τα μάτια.

Θα ρωτήσει κάποιος αν αυτά ωφελούν. Απαντώ ανενδοιάστως ναι. Άμα δεν ξέρει ο τσαγκάρης τί κάνει το κάθε εργαλείο του, δεν είναι τσαγκάρης, δεν είναι τίποτα. Σώζεται ο άνθρωπος με αυτά; είναι το επόμενο ερώτημα. Δεν λέμε ότι σώζεται. Λέμε όμως πως ο ορθός λόγος φτιάχνει ορθό μυαλό. Από τη λεπτομέρεια γίνεται η πολυπλοκότης, το ορθό, το λογικό. Πώς μπορεί ο άνθρωπος να σκεφτεί σωστά αν δεν ξέρει τί λέει και τί δεν λέει με την κάθε λέξη; Έτσι φτιάχνει λάθος αντίληψη όλων των πραγμάτων και βεβαίως της πολιτικής σκέψης. Η κάθε λέξη κάπου βιδώνει. Είναι η ευαισθησία και η ομορφιά του λόγου. Πιθανόν επειδή τα λέω αυτά με έντονο συναίσθημα και φωνή να δίδουν στα λόγια μου χρώμα, ένταση. Ύστερα δεν είναι το ίδιο άμα τα ίδια ακριβώς τα ειπείς πιο παγερά και αδιάφορα. Είναι ο τρόπος που λες το κάθε τι και αν το νοιώθεις, αν αγγίζει εσένα που το λες πρώτα. Και σ’ αυτό διαφέρει ο δάσκαλος. Στον τρόπο, το συναίσθημα, στο να μην είναι βαρετός και αδιάφορος. Με άλλα λόγια είναι ο τρόπος που μαγνητίζει, γοητεύει και ο δάσκαλος πρέπει να είναι γητευτής.

Έχει ομορφιές η έρημη η ζωή. Έχει μαγείες που σε κάνουν να βγαίνεις έξω από τον εαυτό σου, σε κάνουν να πετάς. Και χειρότερη απ’ όλα είναι η εγκεφαλική μοναξιά και τούτο γιατί αδυνατούμε να χρησιμοποιήσουμε σωστά τις λέξεις. Αφού δεν τις σεβόμαστε και λέει ο καθένας ό,τι θέλει κι ό,τι θέλει εννοεί. Και παραδείγματα άπειρα. Ευτυχώς όμως ο Θεός με λυπήθηκε και βρήκα και έχω έναν άνθρωπο που μιλάμε, συναντιούνται οι σκέψεις μας, κι ό,τι ν’ ακούσω απ’ αυτόν σπινθηρίζει στο μυαλό μου. Σαν το ρεύμα ένα πράγμα. Όπως σπινθηρίζουν αν ενωθούν δύο καλοί αγωγοί του ηλεκτρισμού. Ενώ αν ενωθεί ένας καλός με έναν κακό δεν γίνεται τίποτα. Κι άμα παράγεται σπινθήρας λες: υπάρχω. Άμα όμως κακοποιείς τις λέξεις δεν μπορείς να συνεννοηθείς, να καταλάβεις και να σε καταλάβουν, γιατί έχει μονωθεί η σκέψη. Και το αποτέλεσμα εγκεφαλική μοναξιά.

Σημ. Σήμερα τις λέξεις, όσες χρησιμοποιούμε, κυριολεκτικά τις σούρνουμε. Τις ευγενικές τις έχουμε δολοφονήσει. Έχουμε φτιάσει και πανεπιστημιακές σχολές ʺεπικοινωνίαςʺ και ʺδημοσίων σχέσεωνʺ για να εξαπατούμε τον κόσμο. Αφήστε πια την τηλεόραση, τις διαφημίσεις και τις ʺυιοθεσίεςʺ σκύλων. Μέχρι που ο άλλος για να αποδείξει πόσο μάχεται το ʺρατσισμόʺ και τις φυλετικές διακρίσεις, εν όψει της αποκριάς ετοιμάζεται να μασκαρέψει τα παιδιά του νέγρους, καθώς λέει ο ποιητής..

(ΧΙΜ)


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το 1952 εκδηλώθηκε επιδημία τύφου στο χωριό. Οι υγειονομικές αρχές τότε θεώρησαν σαν αιτία της μόλυνσης τις κορύτες στις βρύσες και στα πλαίσια των έργων εξυγίανσης αντικατέστησαν τις καλαίσθητες πέτρινες πελεκητές κορύτες με ακαλαίσθητους μεταλλικούς σωλήνες. Δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το νερό θα μπορούσε να είχε μολυνθεί από το πέρασμά του κάτω από αυλές και σπίτια, αφού οι βρύσες ήταν σε σημείο χαμηλότερο από τα σπίτια. Το υδραγωγείο που έφερε καθαρό νερό από την Κοκκινόβρυση έγινε αργότερα, το 1959.