Η ευχή του γιατρού.

Η υγεία είναι το μέγιστο αγαθό του ανθρώπου.

Στην υγεία γίνονται οι περισσότερες προπόσεις και ευχές.

"Την υγειά σου να έχεις και ας θερμαίνεσαι" είναι η αστεία ευχή, και η κακόγουστη ευχή μερικών…

Θέρμη είναι, ο συνεχής, υψηλός, επαναλαμβανόμενος πυρετός, συνήθως απροσδιορίστου αιτίας.

Ο ανυπόφερτος πυρετός, που έλειωνε τον κόσμο ήταν ο τεταρταίος. Τον λέγανε τεταρταίο γιατί ήταν επαναλαμβανόμενος και περιοδικός, κάθε τέσσερες ώρες.

Στα προηγούμενα χρόνια, η ελονοσία, η πούντα, η πλευρίτιδα η φυματίωση, ήταν η μεγάλη μάστιγα της ανθρωπότητας και της δικής μας κοινωνίας του χωριού. Ο αγροτικός κόσμος υπέφερε, από γιατρούς και φάρμακα. Η φτώχεια, η ανέχεια, κυριαρχούσε παντού, αγαθά λίγα, δουλειές ανύπαρκτες, χρήμα, λεφτά σπάνια, ούτε δεκάρα τσακιστή, τρύπια… δεν υπήρχε και δεν κυκλοφορούσε και αν είχε κανένας και καμία την φύλαγε στην άκρη, για ώρα ανάγκης.

Ανάγκη για τα πάντα υπήρχε, κάθε ώρα και στιγμή !

Αλλά ποιά ήταν η μεγάλη ανάγκη ;

Η μεγάλη ανάγκη, που φύλαγαν το κάτι τις τους, την οικονομία τους, ήταν για την αρρώστια και για το φάρμακο.

Εάν αρρώσταινε κανένας ήταν το μεγάλο πρόβλημα, υπόφερε ολόκληρη η οικογένεια και αν ήταν καμιά σοβαρή, αρρώστια, τότε ήταν η καταστροφή !

Ασφάλεια- ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ανύπαρκτη, κοινωνική πρόνοια και αλληλεγγύη, άγνωστη, όχι μόνο η εφαρμογή της, αλλά ακόμα και η έννοια της λέξης !

Πού τέτοια πράγματα ;

Να μη του χρεωστούσε ο Θεός, να αρρωστήσει κανένας, αλίμονο και τρείς αλίμονο !

Αλλά και η αρρώστια έρχεται από μόνη της, απρόσκλητη, δεν μας ρωτάει, ανθρώπινη είναι !

Όλα όμως, για τον άνθρωπο...! αυτά και … τα άλλα…

Ο Γιατρός είδος πολυτελείας, για τους φτωχούς απαγορευτικός, απλησίαστος, με την ανέχεια που υπήρχε, στους πολλούς, μόνο για τους πλούσιους, τους άρχοντες, τους τσιφλικάδες, τους τσελιγκάδες ήταν και υπήρχε, ο γιατρός, γιατί μπορούσαν, να τον πληρώσουν !...

Όλοι οι άλλοι και στο άκουσμα της λέξης και μόνο γιατρός, τους έπιανε ανατριχίλα, μεγάλος φόβος και έλεγαν, με ξόρκια, κάνοντας το σταυρό τους:

<< Aχρείαστος να είναι, αχρείαστος, αχρείαστος ! Θ ε έ μ ο υ ! >>

Έλα μου όμως, που στην μεγάλη ανάγκη, να, που ο αχρείαστος, είναι και γίνεται, χρήσιμος και μάλιστα πολύ, χρήσιμος και χρήσιμος παρακαλώντας τον !

Μπροστά στο δίλημμα, ζωή ή θάνατος, στην επιλογή, τί να προτιμήσουν ;

Να καβαλήσουν στο μαύρο το άλογο ; Ή να καλέσουν τον αχρείαστο ; Τον γιατρό ; Προτιμούσαν με όλη τους την φτώχεια και ανέχεια να φωνάξουν και να καλέσουν τον γιατρό !

Ο γιατρός ερχόταν, από την χώρα και τις περισσότερες φορές, πήγαιναν και τον φέρνανε καβάλα στο μουλάρι, εξέταζε το άρρωστο, μέτραγε την θέρμη [τον πυρετό], με το θερμόμετρο.

Θερμόμετρο τότε και μη σας φαίνετε παράξενο, μόνο γιατρός είχε και μέτραγε την θέρμη και έδινε τις οδηγίες του, για τον άρρωστο, τα γιατροσόφια τα κατάλληλα, να του κάνουν. Και οι άλλοι, οι συγγενείς, να τον φροντίσουν, να του πάρουνε τα φάρμακα, συνήθως κινίνη και αντιπρίνη και αν ήταν πολύ άσχημα, παράγγελνε ενέσεις, πενικιλίνη-στρεπτομικίνη, να του κάνουν, να του ρίξουν, για να του φύγει το κακό και πάλι, να έρθει να το ιδεί, να μη μετακυλήσει… όπως έλεγε…

Ο κόπος του γιατρού, η πληρωμή του, ήταν πολύ ακριβή.

Έπαιρνε χρήματα, σιτάρι και τυρί, ακόμα και γίδια και το μουλάρι και το χωράφι, αν η αρρώστια, ήτανε σοβαρή, και τράβαγε πολύ και ερχότανε στο άρρωστο πολλές φορές.

Όταν έφευγε ευχόταν στο άρρωστο, με συμπάθεια, περαστικά-περαστικά και όταν πέρναγε την αυλόπορτα, σιγά, σιγά, μονολογούσε, σχεδόν, από μέσα του και έλεγε :

<< Την υγειά σου να έχεις και κάπου-κάπου να θερμαίνεσαι, για να ζήσουμε και εμείς, παιδιά έχουμε να αναθρέψουμε ! >>

Έγερνε το κεφάλι, σαν θλιμμένος και συνέχιζε να λέει:

<<Θεέ μου, όχι σοβαρές αρρώστιες, για να ζήσουμε όμως, και εμείς, στείλε λίγο βήχα, λίγο κρυολόγημα και με πολύ πυρετό, κάπου-κάπου, και καμιά φορά την πούντα σε κανένα γέρο και πολλά αθροιτικά και συχνά και που και που, καμιά τεταρταία θέρμη!...

Μόνο Θεέ μου, κάνε, να περνάει, με κινίνο και αντιπρίνη !>>

Τι να γίνει, όμως, έτσι είναι η ζωή, κάποιος χάνει, κάποιος κερδίζει, κανένας δεν πηγαίνει στο γιατρό, όταν είναι καλά, και πολλές φορές όταν αρρωστήσει, πηγαίνει την τελευταία την στιγμή, όταν πιά είναι, για του παππά το κουτάλι.

Όταν είμαστε καλά, μακριά και αλάργα από γιατρό και φάρμακα.

Τότε όλοι τους, όταν ήσαν καλά, πίνανε στην ταβέρνα κανένα κρασί με σαρδέλα και καμιά ελιά και λέγανε, την παλιότερη εποχή:

<< μακριά και αλάργα και ο Θεός να μας φυλάει, από γιατρό και δικηγόρο, γιατί τελειωμό, δεν έχεις...>>.

Αλλά όλοι χρειαζούμενοι είναι, σε τούτη την ζωή, όλοι της ανάγκης !

Όταν κουνάμε την αρίδα, όπως λέγανε, οι παλιότεροι και από ανάγκη, μας πηγαίνουν, ή μας φέρνουν, το γιατρό ή και οι δύο, είναι και είμαστε, κερδισμένοι !

Με τί ; Με ζωή ! Ζωή ο ένας, ζωή και ο άλλος !

Ο άρρωστος πληρώνει χρήματα και κερδίζει ζωή και ο γιατρός παίρνει χρήματα να ζήσει, κερδίζει την ζωή !

Είναι κερδισμένοι και οι δύο τους από ίσια… ίσια ! Ζ ω ή ! – Ζ ω ή !

Τώρα, δόξα τον Θεό, μπορεί να μην υπάρχει για τους πολλούς, για όλους, καλή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, υπάρχει τουλάχιστον στοιχειώδης για όλους.

Αλήθεια, πόσο καλύτερα είμαστε, από τα περασμένα χρόνια !

Ο γιατρός και αυτός το δίκιο του, το δίκιο, το δικό του είχε !

Καλοσυνάτος ήταν που ερχότανε και αυτός από μακριά και τις περισσότερες φορές και με ένα μέτρο, το χιόνι !

Έτσι ήταν, τότε η ζ ω ή.

Έπρεπε και αυτός να ζ ή σ ε ι !...

 

Γιάννης Στ Βέργος [Γορτύνιος]

 

Σημείωση:

Η γραφή αυτή αφορά προσωπικό βίωμα και δεν αναφέρεται σε πατριώτες μου γιατρούς.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ:

-Αντιπρίνη = αντιπυρίνη = αντι+πυρετός = αντίδοτο του πυρετού, αντιπυρετικό [φαρμακευτική ουσία]

-αρίδα = το πόδι = είναι το πόδι που σπαρταράζει από τον μεγάλο πόνο, σε κατάσταση επικίνδυνη, τρεμούλας

-θέρμη = ο μεγάλος πυρετός

-πούντα = αρρώστια, εμπύρετο επικίνδυνο βαρύ κρυολόγημα. Την εποχή εκείνη από αυτή την αρρώστεια πέθαιναν πολλοί άνθρωποι.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.