Την πρώτη Ελληνική Σημαία την ύφαναν το 1807

Την πρώτη Ελληνική Σημαία την ύφαναν το 1807

στο μοναστήρι Ευαγγελισμού της Σκιάθου.


Ανέμιζε στα κουρσάρικα «Μαύρα Καράβια»

με κουρσάρο και τον Κολοκοτρώνη.

 

Βασίλειος Κων/ντή Σχίζας

                   

   Εφτά χρόνια πριν την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας (1814) και δεκατέσσερα πριν την Επανάσταση (1821), καπεταναίοι με πρώτο τον Κολοκοτρώνη και άλλοι αγωνιστές κατατρεγμένοι διέφυγαν στο Μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Σκιάθο όπου οργάνωσαν τον αγώνα κατά των κατακτητών και το 1807 έφτιαξαν την πρώτη Ελληνική Σημαία.

 

Την πρώτη Ελληνική Σημαία 2

 

Στο Μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Σκιάθου,
ύφαναν το 1807 ην «πρώτη Ελληνική Σημαία».

 

   Μετά τον φοβερό διωγμό των Κλεφτών στην Πελοπόννησο από τους Τουρκαλβανούς, όπου ο Κολοκοτρώνης έχασε τον πατέρα του, 25 πρωτοξαδέλφια και 70 μακρινούς συγγενείς του, αναγκάστηκε το 1806 να διαφύγει στη Ζάκυνθο.

   Την άλλη χρονιά, το Σεπτέμβριο του 1807, στο Μοναστήρι της Ευαγγελίστριας στη Σκιάθο, έγινε μια μυστική συγκέντρωση 1.400ων Οπλαρχηγών, Καπεταναίων και άλλων αγωνιστών, στην οποία έδωσαν όρκο να αγωνιστούν για την ελευθερία της πατρίδας.

   Ανάμεσα σε αυτούς ήσαν ο αρχηγέτης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Ανδρέας Μιαούλης,    ο Παπαθύμιος Βλαχάβας, ο Γιάννης Σταθάς, ο Σκιαθίτης διδάσκαλος του Γένους Επιφάνιος – Στέφανος Δημητριάδης και άλλοι πολλοί Οπλαρχηγοί και παλικάρια. Ο τρομερός Νικοτσάρας δεν πρόλαβε τη σύναξη του Σεπτεμβρίου, γιατί τον σκότωσαν μαχόμενο οι Τουρκαλβανοί τον προηγούμενο Ιούλιο.

   Σ’ αυτή τη μυστική σύναξη των Οπλαρχηγών, έφτιαξαν στο Μοναστήρι την πρώτη Ελληνική Σημαίατην οποία ευλόγησε ο ηγούμενος Όσιος Νήφωνας. Ήταν γαλάζια σαν τον ουρανό με λευκό Σταυρό στη μέση.   

   Και μόνο η παρουσία του Κολοκοτρώνη επιδρούσε καταλυτικά, εμψυχώνοντας, ενθαρρύνοντας και ξεσηκώνοντας όλους για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Το όνομά του ήταν πασίγνωστο και η μορφή του κινητήρια δύναμη στους αγώνες για τη λευτεριά.

   Στη σύναξη της Σκιάθου συμμετείχε και ο Μιαούλης. Το πραγματικό όνομα του Ανδρέα Μιαούλη ήταν Ανδρέας ΒώκοςΜπώκος). Λένε πως οι ναύτες τού άλλαξαν το όνομα από τις εντολές που έδινε «μια ούλοι» για να κωπηλατούν συγχρονισμένα. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή του έδωσαν το όνομα Μιαούλης από ένα τούρκικο μπρίκι που αγόρασε και το έλεγαν «Μιαούλ».

   Προεπαναστατικά αλλά και στην επανάσταση του 1821 ανεδείχθη σε ηρωική μορφή του ελληνικού στόλου. Στα 1807 κατάφερε να αποτρέψει αλβανική εισβολή στην Ύδρα.

   Το 1822 αναδείχθηκε αρχηγός του Ελληνικού στόλου και στις 20 Φεβρουαρίου επιτέθηκε στον τούρκικο στόλο στο λιμάνι της Πάτρας και στη συνέχεια τον κατεδίωξε μέχρι την Ζάκυνθο. Συμμετείχε στον υδραίικο στόλο από την έναρξη της επανάστασης όταν ήταν αρχηγός ο Ιάκωβος Τομπάζης.

   Συμμετείχε επίσης ως παραστάτης στο στόλο του Κωνσταντίνου Κανάρη στην πυρπόληση της ναυαρχίδας του Καρά Αλή ο οποίος προηγουμένως, τον Απρίλιο του 1822είχε καταστρέψει τη Χίο.

Στις 15 Ιουλίου κατέσφαξε την τούρκικη φρουρά των Ψαρών η οποία τον προηγούμενο μήνα Ιούνιο του 1824 είχε καταστρέψει το νησί.

    Δυο μήνες μετά στις 9 Σεπτεμβρίου καταναυμάχησε τον τούρκικο στόλο στον κόλπο του Γέροντα.

Το 1825 με τα πυρπολικά του κατέκαψε στο λιμάνι της Μεθώνης 23 αιγυπτιακά σκάφη και μια αποθήκη πολεμοφοδίων. Λίγες ημέρες μετά επιτέθηκε στον αιγυπτιακό στόλο στη Σούδα και κατέστρεψε ένα πλοίο.

    Βοήθησε με ανεφοδιασμό κατ’ επανάληψη την ηρωική Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου κατά τις πολιορκίες.

Ο Μιαούλης στο τέλος «τα έκανα θάλασσα», έχει και «μελανή ιστορία». Το 1831 τάχθηκε εναντίον του Καποδίστρια. Στις 26 Ιουλίου κατέλαβε το Ναύσταθμο του Πόρου και τη 1η Αυγούστου ανατίναξε τη φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα», πλοία τα οποία είχε αποκτήσει και τα χρωστούσε η αγωνιώσσα Ελλάδα! Η πατρίδα τον τίμησε. Μετά τρία χρόνια, το 1834 ανέλαβε γενικός επιθεωρητής του στόλου.

   Από τους σημαντικότερους Αρματολούς του Ολύμπου και της Μακεδονίας που κυνηγημένος είχε διαφύγει στη Σκιάθο, ήταν ο Νικοτσάρας (Νίκος Τσάρας). Γεννήθηκε το 1774. Ήταν στη Σκιάθο με το Γέρο του Μωριά. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε πει ότι: «Η προσφορά του στον αγώνα μας, θα ήταν μεγάλη αν ζούσε». Ήταν υπαρχηγός του ναυάρχου Γιάννη Σταθά στα 70 πειρατικά/κουρσάρικα «Μαύρα Καράβια» με την γαλανόλευκη σημαία.

 

«Μαύρο καράβι αρμένιζε…

είχε πανιά κατάμαυρα και τ΄ ουρανού παντιέρα».

.

   Τα «Μαύρα Καράβια» είχαν χωριστεί σε 10 «Μαύρες Μοίρες», ταϊφάδες τις έλεγαν, και ήσαν ο τρόμος των Τούρκων στο Αιγαίο. Κάθε Μοίρα είχε το όνομα του Διοικητή ή τον τόπο καταγωγής του. Η Μοίρα του Κολοκοτρώνη είχε το όνομα «Μωριάς».

   Με το Νικοτσάρα πέτυχαν σοβαρά πλήγματα στον τουρκικό στόλο στη Εύβοια και τη Μακεδονία. Τραυματίστηκε όμως θανάσιμα από τους Τούρκους και πέθανε πάνω στο καράβι του στο Λιτόχωρο τον Ιούλιο του 1807 λίγο μετά τη νίκη του επί των Τουρκαλβανών και δυο μήνες πριν τη μυστική σύναξη της Σκιάθου. Ο τάφος του είναι στη Σκιάθο, πλησίον της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στη θέση «Ρέμα του Νικοτσάρα».

Ο Λαός τραγούδησε τα ηρωικά κατορθώματα τού Νικοτσάρα.

.

«Ο Νικοτσάρας πολεμά με τρία βιλαέτια,

τη Ζίχνα και το Χάντακα, το έρημο το Πράβι

Τρεις μέρες κάμει πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες.

Χιόν' έτρωγαν, χιόν' έπιναν, και τη φωτιά βαστούσαν.

Τα παλικάρια φώναξε στις τέσσερις ο Νίκος

-Ακούστε, παλικάρια μου, ολίγα και αντρειωμένα,

σίδερο βάλτε στην καρδία και χάλκωμα στα στήθη.

Αύριο πόλεμο κακόν έχομεν με τους Τούρκους.

Αύριο να πατήσουμε, να πάρουμε το Πράβι.

Το δρόμο πήραν σύνταχα κι έφθασαν στο γιοφύρι.

Ο Νίκος με το δαμασκί τον άλυσο του κόφτει.

Φεύγουν οι Τούρκοι σαν τραγιά, πίσω το Πράβι αφήνουν».

 

(σ.σ. Το Πράβι είναι η Ελευθερούπολη Καβάλας, η Ζίχνα κωμόπολη των Σερρών και ο Χάντακας).

   Ο ναύαρχος που οργάνωσε καιαρμάτωσε τα εβδομήντα (70) «Μαύρα Καράβια» το 1807 στη Σκιάθο, τα οποία έκαναν ήδη κουρσάρικες επιδρομές εναντίον των Τούρκων στο Αιγαίο και απέναντι, στη Μικρά Ασία, ήταν ο συναγωνιστής του Νικοτσάρα, Αρματολός Γιάννης Σταθάς. Τα ονόματα στα καράβια ήσαν Μωριάς, Όλυμπος, Άσπρη Θάλασσα, Μαύρο Καράβι κ.λπ.

.Την πρώτη Ελληνική Σημαία 1

 

«Μαύρα Καράβια» με μαυροφορεμένους κουρσάρους

 

 

«Μαύρο καράβι αρμένιζε στα μέρη της Κασάνδρας.

Μαύρα πανιά το σκέπαζαν και τ’ ουρανού σημαία.

Κι ομπρός κορβέτα μ’ άλυκη σημαία του προβγαίνει.

«Μάινα, φωνάζει, τα πανιά, ρίξτε τις γάμπιες κάτου».

– «Δεν τα μαϊνάρω τα πανιά κι ουδέ τα ρίχνω κάτου».

Μη με θαρρείτε νιόνυφη, νύφη να προσκυνήσω;

Εγώ είμαι ο Γιάννης του Σταθά, γαμπρός του Μπουκουβάλα.

Τράκο, λεβέντες, δώσετε, απίστους μη φοβάστε».

Κι Τούρκοι βόλτα έριξαν κ’ εγύρισαν την πλώρη.

Πρώτος ο Γιάννης πέταξε με σπαθί στο χέρι.

Στα μπούνια τρέχουν αίματα, το πέλαο κοκκινίζει,

κι αλλά! Αλλάχ οι άπιστοι κράζοντας προσκυνούνε».

.Την πρώτη Ελληνική Σημαία 3

  Η «πρώτη Ελληνική Σημαία» κυμάτιζε στα «Μαύρα Καράβια
και στο σχεδιασμό της ήταν και ο Κολοκοτρώνης.

 

   Στη σύναξη των καπεταναίων του 1807 στη Σκιάθο ήταν και ο Αρματολός της Θεσσαλίας παπα-Θύμιος Βλαχάβας που είχε οικτρό τέλος από τους Τουρκαλβανούς. Γεννήθηκε γύρω στα 1760 και πήρε το αρματολίκι του πατέρα του όταν πέθανε. Χειροτονήθηκε ιερέας και ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα αφού πέτυχε να ενώσει όλα τα αρματολίκια της Ρούμελης. Ο Αλή πασάς αφού πρώτα με μπαμπεσιά το 1803 κατέλαβε το Σούλι, ξεκίνησε τον πόλεμο των αρματολών με αποκορύφωση το 1805.

   Ο Βλαχάβας καταδιωκόμενος από ισχυρές δυνάμεις Τουρκαλβανών του Αλή πασά κατέφυγε μαζί με τον Ιωάννη Σταθά, το Νικοτσάρα και άλλους καπεταναίους στο Μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Σκιάθου, όπου το 1807 οργάνωσαν τον κουρσάρικο στόλο, τα εβδομήντα (70) «Μαύρα Καράβια με μαύρα πανιά και οι αγωνιστές με μαύρη φορεσιά», με μόνη λαμπρή εξαίρεση την ανεμίζουσα γαλανόλευκη!

   Ο Αλή πασάς παραπλάνησε τον Βλαχάβα στέλνοντας ψεύτικη επιστολή εκ μέρους των Λαζαίων ότι τον καλούσαν σε συνάντηση στα Γιάννενα. Οι Λαζαίοι ήσαν οικογένεια ξακουστών Αρματολών και Κλεφτών. Οι Τουρκαλβανοί συνέλαβαν τον Βλαχάβα και οι ωμότατοι δήμιοι τού έσπασαν τα κόκκαλα και τον τεμάχισαν σε τέσσερα κομμάτια, τα οποία με διαταγή του Αλή πασά τα κρέμασαν σε τέσσερα σημεία των Ιωαννίνων για να τρομάξει τους κατοίκους. Η λαϊκή μούσα έκλαψε τον ήρωα.

.

«Αηδόνια μου περήφανα, πέσκια καμαρωμένα,

‘φέτο να μη λαλήσετε, ‘φέτο να μαραθείτε.

Τον παπα-Θύμιο πιάσανε, τον καπεταν Μπλαχάβα.

Στη μέσητ’ ο Μουχτάρ πασάς, πίσω οι τσοχανταραίοι

κι’ από κοντά οι μπέηδες κι’ οι τουρκοπουλημένοι.

Κι Αλήπασας σαν το ‘μαθε, δεν πίστευε το θάμα.

Ατός του τον προβόδισε, ατός του τού μιλάει.

«Παπά, βρε κερατόπαπα, μου χάλασες τον τόπο!

Δε σ’ άρεσ’ ο Αλήπασας, δε σ’ άρεσ’ ο σουλτάνος,

και μπαϊράκι σήκωσες να γένεις βασιλέας;

-Μη βλαστημάς, Αλήπασα, μη βλαστημάς βεζίρη,

σώφταιξα, σε πολέμησα, και σώπαιζα στα χέρια.

– Γίνεσαι Τούρκος, βρε παπά, κι ούλα στα συμπαθάω;

- Ρωμιός εγώ γεννήθηκα, Ρωμιός θενά ‘ποθάνω».

.

   Ο Επιφάνειος – Δημητριάδης ήταν λόγιος, Διδάσκαλος του Γένους με καταγωγή από τη Σκιάθο. Ήταν από τους πρώτους Φιλικούς και στη σύναξη του 1807 ήταν στο Μοναστήρι. Το 1811 πήρε μέρος στη σύσκεψη των οπλαρχηγών και αρματολών του Ολύμπου η οποία πραγματοποιήθηκε επίσης στο Μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

   Το 1807, καθηγούμενος της Ι. Μονής Ευαγγελισμού της Σκιάθου ήταν ο Όσιος Νήφων. Ήταν μοναχός στο Άγιο Όρος όταν τον 18ο και 19ο αιώνα δημιουργήθηκε μια κίνηση από Αγιορείτες κληρικούς και μοναχούς, οι οποίοι υποστήριζαν πως η τέλεση των μνημοσύνων πρέπει να γίνεται το Σάββατο και όχι την Κυριακή, γιατί η Κυριακή έχει εορταστικό χαρακτήρα και είναι αφιερωμένη στον Κύριο.

  Αυτοί οι λόγιοι ιερωμένοι ονομάστηκαν «Κολλυβάδες». Ενεργούσαν κατά των εκμοντερνιστών/ευρωπαϊστών. Ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς έγραψε για τους Κολλυβάδες ότι συνιστούσαν «κίνημα αντίδρασης στον εκδυτικισμό και την αλλοτρίωση», που αποκαλύπτει «μιαν απροσδόκητη για την εποχή θεολογική εγρήγορση και επίγνωση των βιωματικών προτεραιοτήτων της Εκκλησίας».

   Από τους πλέον σημαντικούς των Κολλυβάδων ήταν ο Κοινοβιάρχης Όσιος Νήφων, ο οποίος το 1794 πήγε στη Σκιάθο και αμέσως ξεκίνησε την ανέγερση της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, η οποία το 1797 κατέστη σταυροπηγιακή και το 1807… ιστορική (σ.σ. η χρονολογία της ιστορικότητας είναι αυθαίρετη). Κατατρεγμένοι ραγιάδες και κλεφταρματολοί απ’ όλη τη σκλαβωμένη Ελλάδα βρήκαν καταφυγή στο Μοναστήρι. Το Σεπτέμβριο του 1807 έφθασαν οι καταδιωκόμενοι στους 1.400 και μεταξύ αυτών ήταν και ο εθνεγέρτης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Στη μεγάλη αυτή σύναξη των καπεταναίων και των άλλων αγωνιστών υφάνθηκε και ευλογήθηκε η πρώτη Ελληνική Σημαία από τον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Κοινοβιάρχη Όσιο Νήφωνα.

   Η σημαία. η οποία είχε χρώμα γαλάζιο και στη μέση λευκό Σταυρό. καθιερώθηκε το 1823 στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ως ο επίσημος τύπος της σημαίας του Έθνους μας. Εκ του λόγου αυτού, οι κάτοικοι της Σκιάθου καυχώνται πως ο προστάτης Άγιός τους, ο Όσιος Νήφων ευλόγησε την πρώτη Ελληνική Σημαία.

   Υστερόγραφο: Ο Γερμανός θεολόγος και μεταρρυθμιστής Μαρτίνος Λούθηρος (1483 – 1546) είπε: «Οι Τούρκοι είναι λαός της οργής του Θεού».

                                                                       

«…Να γκεζερώ στη θάλασσα, ο κόσμος να τρομάζει

 Από ταις τέσσεραις μεριαίς ταις θάλασσαις να κλείσω

 Του Γένους τα παθήματα βαρειά να εκδικήσω…».

 

 

Την πρώτη Ελληνική Σημαία 4

Ο Κολοκοτρώνης ήταν κουρσάρος στο Αιγαίο,
στα "Μαύρα Καράβια" στη "Μαύρη Μοίρα " Μωριάς.

Την πρώτη Ελληνική Σημαία 5

Ο Ανδρέας Μιαούλης ήταν στη Σκιάθο
όταν ύφαναν την "πρώτη Ελληνική Σημαία".

Την πρώτη Ελληνική Σημαία 6
Ο Οπλαρχηγός Νικοτσάρας ήταν στη Σκιάθο με τον Κολοκοτρώνη.
Την πρώτη Ελληνική Σημαία 7
Ο ναύαρχος Γιάννης Στάθας αρμάτωσε το 70 "Μαύρα Καράβια".
Την πρώτη Ελληνική Σημαία 8

Ο αρματολός παπα-Θύμιος Βλαχάβας, ήταν στη Σκιάθο το 1807.
Τον λιάνισαν οι Τουρκαλβανοί, και κρέμασαν τα κομμάτια του στα Γιάννενα.

Την πρώτη Ελληνική Σημαία 9

Ο Καθηγούμενος Όσιος Νήφων στο μοναστήρι Ευαγγελιστρίας της Σκιάθου
ευλόγησε την "Πρώτη Ελληνική Σημαία".

 

 

 

       

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
Πηγές:

-Μεγάλη Στρατιωτικά Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, 1929.

 -Ιερά Μονή Ευαγγελισμού, Σκιάθου. (ιστορική έκδοση).

 -Μωραϊτίδη Αλεξάνδρου   (Σκιαδίτη),«Με του βοριά τα κύματα», 1926.

 -Φ.Σ. «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ», Περιοδικά 1884.

 -Φ.Σ. «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ», «Νέος Ελληνομνήμων», 1916.

 -Μελά Σπύρου, «Ο ναύαρχος Μιαούλης».

 -Μελά Σπύρου, «Ο Γέρος του Μωριά».

 -Παπαρρηγόπουλου Κων/νου, «Επίτιμος Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», 1955.

 -Αρχιμ. Κουράκλη Μελετίου,(Στρατιωτικού ιερέως), «Θρησκευτικοί λειτουργοί στο  στράτευμα δια μέσου των αιώνων», 2010.

 -Μαζαράκη Αινιάν, «Σημαίες της Ελευθερίας» (Ιστορική και Εθνολογική Εταιρία της Ελλάδος), 1996.

-Ευαγγελίδου Τρύφωνος, «Ιστορία του Αλή πασά», 1896.

 

 

(Ε.Κ.Μ)

 


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το χωριό μας αναφέρεται στα Κατάστιχα του Δήμου (kaza) Καρύταινας (περίοδος 1566-1574). Κατά τη χρονική αυτή περίοδο φαίνεται  ότι είχε 22 σπίτια μη Μουσουλμάνων και 10 άγαμους μη Μουσουλμάνους κατοίκους. Κατ' εκτίμηση είχε περί τους 120 κατοίκους. Το χωριό Αρτοζήνος, το οποίο επίσης αναφέρεται στα ίδια Κατάστιχα, ήταν πολύ μεγαλύτερο. Είχε 132 σπίτια μη Μουσουλμάνων και 39 άγαμους μη Μουσουλμάνους. Κατ' εκτίμηση είχε 726 κατοίκους.
(Πηγή: Ιστοσελίδα Arcadians.gr. Εισήγηση για τη Δημογραφική Σύνθεση Λεονταρίου-Καρύταινας http://conference.arcadians.gr/index.php?itemid=29&catid=2 )