Σιλάχι

Του Βασιλείου  Κων/ντή Σχίζα

silaxi

Το σιλάχι, κατασκευασμένο περίτεχνα από σκληρό δέρμα, ήταν εξάρτημα της φορεσιάς των παλιών φουστανελάδων.  Το φορούσαν μπροστά  στη μέση και στηριζόταν γερά  στην δερμάτινη  ζώνη τους. Η ζώνη (λουρίδα) και το σιλάχι ήσαν αλληλένδετα, «πήγαιναν μαζί».

 Η χρήση τους λοιπόν ήταν διπλή. Η λουρίδα ήταν για ζωστήρας της φουστανέλας  και  το κυρίως σιλάχι για  θυλάκια (τσέπες και θήκες)  για τα προσωπικά τους αντικείμενα.  

Είχε πολλές θήκες στις οποίες έβαζαν τα χρήματα, τον καπνό, το χερομάντηλο, την ίσκα, τον πυριόβολο, άλλα μικροαντικείμενα και κυρίως τ’ άρματα δηλαδή τις πιστόλες και τα μαχαίρια. Ήταν σύμβολο αντρειοσύνης και παλικαροσύνης!

Μερικοί λαογράφοι υποστηρίζουν ότι η λέξη σιλάχι προέρχεται από την τούρκικη  silah που σημαίνει  όπλο. Όπως και να έχει, σε μας σήμερα το σιλάχι υπενθυμίζει  τους  προγόνους μας στο Μεγάλο Ξεσηκωμό του Γένους  το 1821.

Αυτός και μόνο είναι ο λόγος που γίνεται η παρούσα αναφορά και η απόπειρα μικρής σύνδεσης με τις παραδόσεις του χωριού Σέρβου. Εν κατακλείδι πρέπει το σιλάχι, να το έχουμε συμβολικά ψηλά, γιατί έχει μεγάλη κειμηλιακή αξία αφού στη θωριά του έρχονται στο νου και τιμούμε με τη σιωπή μας εκείνους που μας άφησαν με το αίμα τους ελεύθερη την πατρίδα.

Η φουστανέλα ήταν η καθημερινή φορεσιά των στεριανών Ελλήνων όπως και άλλων λαών της Ελληνικής (Βαλκανικής) χερσονήσου,  μέχρι που την αντικατέστησαν,  με το πέρασμα των χρόνων, από την φράγκικη  φορεσιά. Στου Σέρβου είναι ζήτημα αν στο τέλος της δεκαετίας του 1940, ζούσαν δυο- τρεις γέροντες που να φορούσαν ακόμη φουστανέλα.

 Τα σχολιαρόπαιδα εκείνα τα χρόνια και παλιότερα, δανείζονταν από τα νοικοκυριά τα διάφορα κομμάτια και εξαρτήματα - όπου αυτά υπήρχαν και φυλάσσονταν- , ώστε να συμπληρώσουν τη φορεσιά και να ντυθούν φουστανελάδες (τους έλεγαν και τσολιάδες ή φουστανελοφόρους), για να πάνε με καμάρι στο σχολείο και να πάρουν μέρος στις παρελάσεις κατά τις εθνικές γιορτές. Μάλιστα όταν έζωναν το σιλάχι στη μέση τους, άπλωναν πάνω του ένα μεταξωτό ή τέλος πάντων ένα αραχνοΰφαντο μαντήλι, συνήθως κόκκινο με καρό σχέδια που το έλεγαν μεσίνα.  

parelasi
Χωριό Σέρβου, Παλαιά φωτογραφία - Μαθητές και μαθήτριες ντυμένοι φουστανελάδες και Αμαλίες

 

 Τα κορίτσια ντύνονταν Σουλιώτισσες ή όπως επικρατούσε τότε να τις λένε, Αμαλίες από το όνομα της βασίλισσας Αμαλίας συζύγου του Όθωνα. (Ντυνόταν με ελληνική φορεσιά η ξενόφερτη Αμαλία για να μπορέσει να «σταθεί» ανάμεσα στους Έλληνες). 

Όλα τα νοικοκυριά τότε, είχαν από κάποιο κομμάτι, κειμήλιο της φορεσιάς των φουστανελάδων παππούληδων. Άλλος είχε το φέσι, άλλος το γελέκι, άλλος τις γονατάρες (καλτσοδέτες)  ή την πουκαμίσα, την κυρίως φουστανέλα, τα κρεμαστά, το σιλάχι

Στα σημερινά φολκλορικά χορευτικά συγκροτήματα, οι φουστανελοφόροι χορευτές δεν φοράνε όλοι σιλάχι, είτε γιατί δεν μπορούν να το προμηθευτούν επειδή είναι δυσκολόβρετο αλλά και επειδή  είναι βαρύ και ίσως θα τους δυσκολεύει να κάνουν τις φιγούρες τους, τα τσακίσματα της μέσης τους  και τα τσαλιμάκια τους «πηδώντας» ψηλά

Με το ύφασμα της φουστανέλας, που σε κάποιες περιπτώσεις  είχε τετρακόσιες πτυχές (διπλώματα), συμβολικά όσα και τα χρόνια της σκλαβιάς από τους άξεστους ανατολίτες, μισέλληνες, μογγολογενείς  Οθωμανούς, τα κατοπινά δύσκολα χρόνια οι μοδίστρες του χωριού,  έφτιαχναν πουκάμισα ή αφού το έβαφαν με μπογιά που αγόραζαν από τα μπακάλικα, έραβαν φούστες, ποδιές, ρόμπες ή ότι άλλο χρήσιμο ρούχο.  Έτσι χάνονταν σιγά – σιγά οι φουστανέλες και μαζί τα σιλάχια.

Ένας μαθητής ντυμένος φουστανελάς, για να καμαρώνει πως είναι τέλειος τσολιάς, έπρεπε να φοράει στη μέση το σιλάχι με τις πιστόλες. Εκείνα τα χρόνια στο Δημοτικό σχολείο στου Σέρβου  φυλάγονταν δύο ασημένιες πιστόλες που χάθηκαν από τότε που «χάθηκε» και το «Πνευματικό Σχολείο», δηλαδή έμεινε «βουβό» χωρίς μαθητές, ενώ εκείνο τον καιρό,  είχε μια χρόνια εκατόν εβδομήντα οχτώ δασκαλόπουλα!

Ο 84χρονος σήμερα Ηλίας του Γιώργη  Παπαγεωργίου θυμάται την αγωνία του να βρει σιλάχι για να ντυθεί φουστανελάς σε μια γιορτή προς το τέλος της γερμανικής κατοχής. Τελικά του έδωσε το δικό του σιλάχι ο μεγαλοτσέλιγκας Γιώργης Τρουπής, γνωστότερος σαν Γιωργιός. Αυτό που ο  Ηλίας θυμάται έντονα είναι πως σε μια θήκη στο σιλάχι υπήρχαν τριάντα χιλιάρικα (30.000 δραχμές), δηλαδή  πολλά λεφτά για τότε. Ξαναπήγε αμέσως το σιλάχι στο Γιωργιό για να επιστρέψει τα χρήματα, αλλά ο αγέρωχος τσέλιγκας του είπε το απρόσμενο:

«Ηλία τα λεφτά τα είχα για να παντρέψω την θυγατέρα μου την Βενετσάνα, αλλά χάσανε την αξία τους…είναι ράλλικα»!   Όπως θυμάται μάλιστα η Σερβιώτισσα  Παναγούλα του Θανάση Λιασχίζα, η οποία μένει τώρα στη Δημητσάνα, «εκείνο τον καιρό ο Γιωργιός  παρά τις δυσκολίες  εχίλιασε  τρεις  φορές (3Χ1000) τα γίδια του», τα χρήματα όμως έγιναν πληθωριστικά χωρίς αξία, και τα έλεγαν  περιφρονητικά «ράλλικα» από το όνομα του Πρωθυπουργού της γερμανικής κατοχής Γιάννη Ράλλη.

Το σιλάχι τέλος είναι συνδεδεμένο με τη ζωή των παππούδων προγόνων μας γι’ αυτό και αναφέρεται στις παραδόσεις αλλά και στα τραγούδια που μας άφησαν.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω τραγούδι που τραγουδούσαν οι Σερβαίοι στα γλέντια τους: 

 

Σε κακοσκά- κακοσκάλι ανέβαινα, Δήμο μου,
σε κακοσκάλι ανέβαινα εψές το βρά- το βράδυ-βράδυ
κι έντωσε το- ΄ντωσε το σιλάχι μου, Δήμο μου
κι έντωσε το σιλάχι μου και έπεσε το - ρε το μαντίλι,
με τετρακό- τετρακόσια δυο φλωριά, Δήμο μου
με τετρακόσια δυο φλωριά, με δυο δράμα- δραμάκια μόσχο.
Δεν κλαίω ο δό- κλαί- ο δόλιος τα φλωριά, Δήμο μου
δεν κλαίω ο δόλιος τα φλωριά, δε βλαστημάω, μωρέ, το μόσχο.
Μόν' κλαίω το μα- κλαίω το μαντιλάκι μου, Δήμο μου
μόν' κλαίω το μαντιλάκι μου το ωραίο κε- ρε κεντημένο.
Όπου μου το- 'που μου το κεντάγανε, Δήμο μου
όπου μου το κεντάγανε τρεις αρρεβω- αρρεβωνιασμένες
κι άλλες πεντ' έ- κι άλλες πεντ' έξι ανύπαντρες, Δήμο μου
Κι άλλες πεντ' έξι ανύπαντρες, πεντ’ έξι πα- μωρέ,παντρεμένες
Αν το ‘βρε νιος- το ΄βρε νιος,  να το χαρεί, Δήμο μου
κι αν το βρε γε΄ - το βρε γέρος, να το δώκει, Δήμο μου,
κι αν το ‘βρε η- το ΄βρε η αγάπη μου, Δήμο μου
κι αν το ‘βρε η  αγάπη μου το κάνω χά- μωρέ χάρισμά της.

 

 

summary_shadow


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το 1952 εκδηλώθηκε επιδημία τύφου στο χωριό. Οι υγειονομικές αρχές τότε θεώρησαν σαν αιτία της μόλυνσης τις κορύτες στις βρύσες και στα πλαίσια των έργων εξυγίανσης αντικατέστησαν τις καλαίσθητες πέτρινες πελεκητές κορύτες με ακαλαίσθητους μεταλλικούς σωλήνες. Δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το νερό θα μπορούσε να είχε μολυνθεί από το πέρασμά του κάτω από αυλές και σπίτια, αφού οι βρύσες ήταν σε σημείο χαμηλότερο από τα σπίτια. Το υδραγωγείο που έφερε καθαρό νερό από την Κοκκινόβρυση έγινε αργότερα, το 1959.