Σχετικά με το θέμα αυτό, έχουν δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα servou.gr πάρα πολλά άρθρα, ιδιαίτερα από τους δύο σημαντικούς πατριώτες λογοτέχνες, αείμνηστους Μαρία Παναγοπούλου και Θεόδωρο Κ. Τρουπή, για τους οποίους υπάρχει ξεχωριστή κατηγορία (servou.gr-γραφή πατριωτών συνεργατών-σερβαίοι συγγραφείς λογοτέχνες), με εκατό περίπου δημοσιευμένα άρθρα για τον καθένα.
Εμείς οι παλιότεροι-μεγαλύτεροι Σερβαίοι, που γεννηθήκαμε και ζήσαμε πολλά χρόνια στο χωριό, γνωρίζουμε από προσωπικά βιώματα (από πρώτο χέρι, που λένε) τον τρόπο ζωής των πατριωτών τον περασμένο αιώνα, αλλά και ακόμη πιο παλιά. Όμως, οι νεότεροι σερβαίοι, που έφυγαν μικροί από το χωριό ή δεν γεννήθηκαν καν εκεί, μαθαίνουν κάποια πράγματα (όσοι ενδιαφέρονται) από διηγήσεις των μεγαλύτερων ή διαβάζοντας κάποια σχετικά άρθρα. Επειδή και εγώ είμαι μεγάλος, ευρισκόμενος πλέον περί το τέλος της 9ης δεκαετίας της ζωής μου (89 ετών), σκέφτηκα να γράψω ότι πάνω-κάτω θυμάμαι από τη ζωή στο χωριό, αν και έχω αρκετά δημοσιευμένα άρθρα στην ιστοσελίδα servou.gr και στην εφημερίδα «Αρτοζήνος».
Ίσως σήμερα, κάποια παιδιά και εγγόνια μας, να νομίζουνε πως οι πρόγονοί τους ζούσαν τότε στο χωριό χωρίς στεναχώριες και ιδιαίτερα προβλήματα. Δυστυχώς δεν ήταν έτσι. Ακριβώς το αντίθετο. Όσο παλαιότερα, τόσα μεγαλύτερα ήσαν τα προβλήματα, γιατί πάνω απ΄όλα, υπήρχε μεγάλη φτώχια, η οποία επηρέαζε τα πάντα.
.
Τα πρώτα γράμματα στο χωριό.
Α) Από τότε που άνοιξε σχολείο
Ας αρχίσουμε λοιπόν από την εκπαίδευση που ήταν πολύ περιορισμένη στις αρχές του 20ου αιώνα και σχεδόν ανύπαρκτη τα παλιότερα χρόνια. Όπως γράφει ο αείμνηστος δάσκαλος Βασίλειος Δάρας στο βιβλίο του ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΕΡΒΟΥ, στον πρώτο τόμο στη σελίδα 151 και στις επόμενες, το Δημοτικό Σχολείο στο χωριό μας άνοιξε το 1878. Λειτούργησε μέχρι το 1986 (εκατό και πλέον έτη), οπότε έκλεισε οριστικά και το κτίριο είναι μισοτελειωμένο, με προοπτική να γίνει ξενώνας.
Τα πρώτα χρόνια που λειτούργησε το σχολείο, οι μαθητές ήσαν κυρίως αγόρια, για αυτονόητους λόγους. Θυμάμαι ακόμη και τη δεκαετία του 1940 που πήγαινα στο Δημοτικό Σχολείο (1943-48), είμαστε γραμμένα στο σχολείο διακόσια περίπου παιδιά. Κάθε μέρα φοιτούσαμε λιγότερα από τα μισά και τα κορίτσια ήταν μόνο 10-15. Από τα αγόρια τελείωναν το δημοτικό λιγότερα από τα μισά και πολλοί συνομήλικοί μου και λίγο μεγαλύτεροι, φοιτούσαν μόνο 2-3 τάξεις. Ήταν τόσο πολλές οι ανάγκες της οικογένειας για επιβίωση, με αγροτικές και κτηνοτροφικές ενασχολήσεις που το σχολείο δεν το θεωρούσαν απαραίτητο. Έτσι επεκράτησε και η φράση που λεγόταν στο χωριό:
«Ας μάθει το παιδί να διαβάζει και να γράφει. Δεν του χρειάζονται περισσότερα!
Δεν θα τον κάνω και δάσκαλο!
Στα χωράφια, στα γιδοπρόβατα και στη μαστοριά που θα πάει,
δεν του χρειάζονται πολλά γράμματα...»
Ενδεικτικό της αγραμματοσύνης που υπήρχε εκείνη την εποχή είναι και το γεγονός πως οι μεγάλες γυναίκες, μέχρι και τη δεκαετία του 1950, παρομοίαζαν τα γράμματα με τα έντομα/ερπετά, και τα ονόμαζαν «ζούδια», το Υ (ύψιλον) το παρομοίαζαν με σφεντόνα και διάφορα άλλα. (Λέγανε μεταξύ τους: Γνωρίζει το παιδί σου τα ζούδια;)
Από τη δεκαετία του 1950, που πλέον είχε λήξει και εμφύλιος όλο και περισσότερα παιδιά πήγαιναν στο δημοτικό σχολείο του χωριού και συνέχιζαν μετά τις σπουδές τους στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων και Δημητσάνας και στη συνέχεια πολλά ακολουθούσαν πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Αν σκεφτεί κανείς πως από το χωριό μας έχουν γίνει πάνω από 120 γιατροί, μπορεί να φανταστεί την καλή δουλειά που έγινε στο δημοτικό σχολείο (η αρχή το ήμισυ του παντός).
Β) Πριν ανοίξει το σχολείο.
Πριν ανοίξει το σχολείο ελάχιστοι πατριώτες (μετρημένοι ίσως στα δάχτυλα των χεριών) ήξεραν να γράφουν και να διαβάζουν. Ήσαν κυρίως ο παππάς (παππα-δάσκαλους λέγανε τότε τους παππάδες) και άνθρωποι της εκκλησίας. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα servou.gr πρώτος παππάς στο χωριό, πριν την επανάσταση του 1821, φαίνεται πως ήταν ο παππα-Νικολάκης Μαραγκός, που ήταν 50 χρονών όταν κηρύχθηκε η επανάσταση, γεννημένος περί το 1770 (συνομήλικος του Κολοκοτρώνη) και μυημένος στη Φιλική Εταιρία. Ο πατέρας αυτού πιθανότατα ήρθε στο χωριό μας όταν διαλύθηκε το χωριό «Αρτοζήνος» περί το 1750.
Το σπίτι του παππά ήταν στο πάνω μέρος του χωριού και εκεί ο γιος του Κωστής είχε το «ψαλτήρι» και όποιος ήθελε και μπορούσε πήγαινε εκεί και από το βιβλίο της Εκκλησίας «Οκτάηχο» μάθαινε λίγα γράμματα. Έτσι έχει μείνει από την παράδοση και η φράση:
«Έμαθα γράμματα στο ψαλτήρι του γερο-Κωστή».
Γιος του Κωστή ήταν ο Νικόλαος που χειροτονήθηκε ιερέας στην Μητρόπολη Αθηνών (προφανώς λόγω των διασυνδέσεων του πατέρα του), ιερούργησε στο χωριό και στη μνήμη του παππού του άλλαξε το όνομά του σε Παπανικολάου. Γιος αυτού ήταν ο γνωστός παππαδημήτρης (χειροτονήθηκε και αυτός στη μητρόπολη Αθηνών) που υπηρέτησε ως παππάς στο χωριό για 44 χρόνια, μέχρι το 1927, που στη θέση του ήρθε ο γνωστός μας «Παππα-Αναστάσης».
.
Τα πρώτα σπίτια στο χωριό και οι καλύβες.
Τα πιο παλιά σπίτια στο χωριό έχω ακούσει πως ήταν του Μήτσου Κουτσανδριά (Ντούρου), του Γιαννέλη, του Μιχάλη Κωνσταντόπουλου και υποθέτω και κάποια ακόμη. Τζάμια βέβαια δεν είχαν τότε τα σπίτια και τα παράθυρα ήταν μικρά για να μην μπαίνει το κρύο, με ξύλινα παραθυρόφυλλα. Θυμάμαι στις αρχές της δεκαετίας του 1950 που πολλοί από τους παππούδες μας ζούσαν μόνιμα στη Σφυρίδα, τον Αρτοζήνο, στους Βορούς (Αράχωβα), στου Γκέρκη και εκεί είχαν τα σπίτια-καλύβες. Καλύβες στα μεγάλα χωράφια, ιδιαίτερα αυτά που ήσαν μακριά από το χωριό, είχαν σχεδόν όλοι οι πατριώτες και οπωσδήποτε οι τσιοπάνηδες.
Πολλοί από τους τσοπάνηδες το χειμώνα πήγαιναν στα χειμαδιά, όπου είχαν μια καλύβα και το καλοκαίρι γύριζαν στα βουνά του χωριού, όπου είχαν άλλη καλύβα. Τα παιδιά τους συνήθως ακολουθούσαν το χειμώνα στα χειμαδιά και μετά έρχονταν στο χωριό.
.
Τα χωριάτικα φαγητά εκείνης της εποχής.
Κατά κύριο λόγο, οι πατριώτες έτρωγαν ότι είχε ο καθένας από τα χωράφια του και τα ζώα του. Επί πλέον πρέπει να έκαναν και ανταλλαγές προϊόντων μεταξύ τους, ανάλογα με την παραγωγή του καθενός. Μεγαλοκτηματίες στο χωριό δεν είχαμε. Κάποιοι λίγοι, που είχαν περισσότερα χτήματα περνούσαν λίγο καλύτερα, από τους άλλους. Πάντως η παραγωγή του χωριού ήταν περιορισμένη και δεν αρκούσε για όλο το χρόνο. Γι αυτό και όλοι σχεδόν οι πατριώτες πήγαιναν στη «μαστοριά» για να συμπληρώσουν τα προς το ζειν. Όπως υπολογίζω, και από την εμπειρία μου στο μαγαζί του πατέρα μου (Μήτσου Βέργου 1950-1969), η παραγωγή πρέπει να έφτανε για να ζήσουν οι οικογένειες –που ήσαν και πολυμελείς- το πολύ το μισό χρόνο.
Τα φρούτα στο χωριό ήταν λίγα. Καλλιέργεια υπήρχε μόνο στα αμπέλια και στις συκιές που σχεδόν είχαν όλοι, αλλά η κατανάλωση ήταν για λίγους μήνες, Αύγουστο-Σεπτέμβριο. Μόνο καρυδιές υπήρχαν πολλές, αν κρίνουμε και από το γεγονός ότι τη δεκαετία του 1950 υπήρχαν πολλές αιωνόβιες μέσα και πέριξ του χωριού, που δυστυχώς οι ιδιοκτήτες τους τις πούλησαν σε εμπόρους ξυλείας που τότε τις αγόραζαν για λίγες δραχμές και τις πουλούσαν στα εργοστάσια ή βιοτεχνίες επίπλων πανάκριβα.
Μηλιές σπάνια υπήρχαν, κυρίως σε κάποιο αμπέλι ή κήπο. Αχλαδιές λίγες υπήρχαν (και κάποιες κεντρωμένες γκορτσιές) και τα αχλάδια δεν είχαν καμιά σχέση με τα σημερινά. Ήτα σκληρά και πολλές φορές άγευστα. Οι περίφημες «γκορτσιές», άγριες αχλαδιές, αφθονούσαν στο χωριό μας. Τα γκόρτσα ήσαν λίγο μεγαλύτερα από τα κεράσια και δεν ήσαν νόστιμα. Μάλιστα, πολλές φορές δημιουργούνταν και έριδες μεταξύ των πατριωτών, γιατί πήγαν «λέει» και τους μάζεψαν τα γκόρτσα, ενώ η γκορτσιά δεν ήταν δική τους. Επίσης, μπορεί μια μεγάλη γκορτσιά που ήταν στο χωράφι κάποιου, να ήταν μοιρασμένη από μια κλάρα στο κάθε παιδί του ιδιοκτήτη και συνέχεια εγγόνια και δισέγγονα και δημιουργούνταν έριδες ότι πήγαν να μαζέψουν δήθεν τα γκόρτσα από τη δική τους κλάρα, μάζευαν όμως και από την άλλη, ή το χωράφι ήταν σπαρμένο και του πάτησαν το φύτρωμα, διότι τα γκόρτσα γίνονταν από τέλος Σεπτέμβρη μέχρι τέλος Οκτώβρη.
Άλλα εποχικά φρούτα στο χωριό ήσαν τα μούρα, που αφθονούσαν κι’ αυτά την άνοιξη. Επίσης υπήρχαν λίγα κορόμηλα, λίγα κούμπουλα (σήμερα τα ονομάζουν βανίλιες), λίγες κερασιές και σπανιότερα κάτι άλλο.
Μετά το 1952-53 που έγινε ο δρόμος «Σαρρά-Σέρβου» άρχισαν να έρχονται στο χωριό και αυτοκίνητα με φρούτα, όπως καρπούζια, σταφύλια το καλοκαίρι και πορτοκάλια το χειμώνα. Επίσης έφερναν και λίγα λαχανικά όπως πατάτες, ντομάτες και διάφορα άλλα και τα πουλούσαν τα μαγαζιά του χωριού αλλά «λίγα πράγματα», γιατί δεν υπήρχαν λεφτά.
.
Οι ενδυμασίες των πατριωτών
Τα ρούχα που φορούσαν οι άνδρες στο χωριό κυρίως στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, τα έφτιαχναν οι γυναίκες τους ή οι μητέρες τους. Το ίδιο γινόταν και με τις γυναίκες. Οι κοπέλες από μικρές μάθαιναν να υφαίνουν στον αργαλειό το πανί, τα μάλλινα σκεπάσματα από μαλλιά προβάτου και κατσικιού και να ράβουν τα ρούχα τους και την προίκα τους, που θα παντρεύονταν. Για λίγους πατριώτες, με κάποια οικονομική δυνατότητα, υπήρχαν οι ράφτες, οι τερζήδες όπως τους ονόμαζαν, οι οποίοι ήταν περιφερόμενοι και επισκέπτονταν τα χωριά και έραβαν τα ράσα, τα μπουντούρια (είδος κοντού παντελονιού μέχρι το γόνατο}, τα γιλέκα για τους άνδρες και τις γιούρτες για τις γυναίκες, τις οποίες τις χρησιμοποιούσαν σαν παλτό χωρίς μανίκια.
Μέσα από τα γιλέκα οι άνδρες φορούσαν τη φανέλα με μανίκια κάτω από τη μέση του χεριού, η οποία ήταν πλεκτή στο χέρι από μαλλί προβάτου. Πουκάμισο δεν φορούσαν, ήταν πολύ σπάνιο. Αντί αυτού φορούσαν τις επίσημες γιορτές μια τραχηλιά κεντημένη στο χέρι από τη γυναίκα τους ή τη μάνα τους ή την αδερφή τους. Έχω γράψει προ ετών σχετικό άρθρο με τίτλο Η ΤΡΑΧΛΙΑ ΕΝΑ ΕΙΔΟΣ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟΥ και είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του συλλόγου μας. Το χειμώνα φορούσαν το ράσο. Είχαν το καλό για την Εκκλησία και την αγορά και το πρόχειρο ή την κάπα τους, για τις δουλειές τους και όταν πήγαιναν με τα ζωντανά τους. Το καλοκαίρι φορούσαν κάτι πρόχειρο ή ένα παλιό γιλέκο, κάποια πλεχτή φανέλα κλπ. Παπούτσια στην Εκκλησία φρόντιζαν να φορούν όλοι, έστω και παλιά ή τσαρούχια. Μετά τις αρχές του 1900 οι άντρες φρόντιζαν να έχουν κάποιο ζεύγος άρβυλα και χλένη (μανδύα τη λέγανε), από το στρατό. Παλτό δεν νομίζω να είχε κάποιος. Όταν φύλαγαν τα κοπάδια τους πάλι φρόντιζαν να φορούν τσαρούχια ή γουρνοτσάρουχα.
Οι γυναίκες φορούσαν φουστάνια μακριά, σχεδόν μέχρι τον αστράγαλο και σιγά-σιγά άρχισαν να τα κονταίνουν από τη δεκαετία του 1950. Κι’ αυτά τα έραβαν συνήθως μόνες τους. Οι φούστες ήσαν αρκετά φαρδιές και το άνοιγμα στο κάτω μέρος, ίσως και να ξεπερνούσε το ένα μέτρο. Μέσα από τη φούστα φορούσαν κάτι σαν παλιά φούστα (μεσοφόρι το έλεγαν) για τα κρύο. Η μπλούζα (μπόλκα την έλεγαν), ήταν κολλητή επάνω τους πολύ σφιχτή στη μέση και κούμπωνε με κόπιτσες. Φορέματα ολόκληρα, όπως φορούν σήμερα σχεδόν όλες οι γυναίκες, δεν υπήρχαν τότε, εκτός από κάποια εξαίρεση. Πάνω από αυτά, όπως σήμερα φορούν οι γυναίκες ζακέτα ή μπουφάν, τότε φορούσαν ζακέτα πλεχτή στο χέρι από μαλλί προβάτου ή τη μπελερίνα ή μπλερίνα που ήταν ένα είδος μπέρτας, πλεχτή κι αυτή στο χέρι άσπρη όπως το μαλλί ή συνήθως μαύρη βαμμένη με φύλλα-κλαδιά από τα δέντρα μέλεγου, που αφθονούν στα δάση του χωριού μας και μάλιστα η βαφή ήταν ανεξίτηλη. Όλες οι γυναίκες έξω από το φουστάνι φορούσαν απαραίτητα την ποδιά από ύφασμα ή από χοντρό υφασμένο στον αργαλειό όπως τις κουβέρτες, καθώς και μαντίλι στο κεφάλι σε χρώμα καφέ και οι κοπέλες τσεμπέρα λευκή. Ήταν ντροπή να κυκλοφορούν χωρίς αυτά. Όποιες είχαν κάποια οικονομική ευχέρεια στην καλή τους γιούρτα έβαζαν γύρω-γύρω ένα σιρίτι από βελούδο και τις ονόμαζαν ρουχάτες. Εγώ θυμάμαι ότι πολύ λίγες γυναίκες είχαν τέτοιες.
Μετά το 1950 ορισμένες μοντέρνες και δυναμικές κοπέλες παρέβλεψαν αυτά και κυκλοφορούσαν χωρίς μαντήλι και ποδιές. Παλτό μέχρι το 1960 δεν θυμάμαι να φορούσε κάποια γυναίκα, εκτός καμιά νεαρή κοπέλα να της το είχε δώσει κάποιος συγγενής από την Αθήνα.
Παπούτσια για την Εκκλησία φορούσαν όλες οι γυναίκες, όπως και τη γιούρτα την καλή τους. Για τις εργασίες, σκάψιμο χωραφιών κ.λ.π. ποτέ δεν φορούσαν παπούτσια. Πολλές γυναίκες ή παιδιά όταν ήθελαν να πάνε στην Εκκλησία ή στα Λαγκάδια αν είχαν κάποιο παιδί στο γυμνάσιο πήγαιναν ξυπόλυτες μέχρι την είσοδο του χωριού ή της Εκκλησίας και τότε τα φορούσαν για να μην τα λιώσουν (τα παιδιά στο σχολείο μέχρι και μετά το 1950 τα πιο πολλά πήγαιναν ξυπόλυτα).
Όλα αυτά τα ρούχα, ράσα, γιούρτρες, μπουντούρια γιλέκα κλπ ήταν από χοντρό ύφασμα από μαλλί προβάτου που το ύφαιναν οι γυναίκες στον αργαλειό και τα πήγαιναν στη νεροτριβή όπου γινόταν χοντρό χωρίς πολύ τρίχα και σχεδόν δεν το περνούσε η βροχή. Στις αγροτικές δουλειές και κυρίως οι τσοπάνηδες φορούσαν την κάπα με κουκούλα από μαλλί κατσίκας, που και αυτή στη νεροτριβή είχε γίνει αδιάβροχη (και σήμερα έχω δει στην τηλεόραση τσοπάνους να φορούν τέτοιες κάπες). Το μπουντούρι, το γιλέκο και το ράσο φρόντιζαν να τα διατηρούν σε καλή κατάσταση οι άντρες, όπως και οι γυναίκες τη γιούρτα. Όσοι είχαν μεγαλύτερη ευχέρεια, έκαναν καλύτερα και κεντημένα με διάφορα εξώγαζα.
Για τους άνδρες, κυρίως τις πρώτες δεκαετίες του 1900 υπήρχε και η υμι-επίσημη ενδυμασία, που τη φορούσαν να πάνε στα Λαγκάδια, στα πανηγύρια ή κάπου αλλού, κάπως επίσημα. Ήταν η ρόμπα, ένα είδος φορέματος ας πούμε, δηλαδή ένα κοντό πουκάμισο χωρίς γιακά (παπαδίστικο έλεγαν το γιακά), ενωμένο στη μέση με μια φούστα με λίγες πιέτες (όπως η φουστανέλα) μέχρι τα γόνατα, από ύφασμα ντρίλι. (το αναφέρει κι’ αυτό ο αείμνηστος Βασίλης Δάρας στο βιβλίο του). Με το ντρίλι έκαναν και το γαμπριάτικο κοστούμι, γκρι-μπλε που σήμερα θα το λέγαμε ένα φτηνό κακής ποιότητας τζιν από βαμβάκι. Επί πλέον φορούσαν κάλτσες πάνω από τα παπούτσι, δηλαδή χωρίς να πιάνει το πέλμα και μέχρι επάνω το μηρό, πλεγμένες από μαλλί προβάτου. Τη δεκαετία του 1950 κάθε Κυριακή που γινόταν «παζάρι» στα Λαγκάδια, κυκλοφορούσαν μερικά γεροντάκια, τσοπάνηδες, με αυτή την περιβολή.
Τα παντελόνια και τα σακάκια ήταν ντρίλινα, και κυκλοφόρησαν μετά το 1900-1910 και τα έλεγαν Ευρωπαϊκά (ήρθε από την Αθήνα με τα Ευρωπαϊκά του…) Οι γάμοι συνήθως γίνονταν με παραδοσιακές στολές, τσολιάδικη στολή, τις ποιο πολλές φορές που τη δανείζονταν συνήθως από άλλον (τον τελευταίο τέτοιο γάμο που θυμάμαι ήταν τον Ιανουάριο 1962 στο γάμο του αείμνηστου Θάνου Μπόρα, με κουμπάρο τον αείμνηστο Παναγή Μαραγκό, που φορούσε τέτοια παραδοσιακή στολή και έλεγαν ότι ήταν του πατέρα του).
.
Μεταφορικά μέσα της εποχής.
Οι μεταφορές στο χωριό μας εκείνα τα χρόνια γινόταν με τα ζώα, γαϊδούρια και μουλάρια, σπάνια και κανένα άλογο. Αυτοκίνητο στο χωριό ήρθε το 1952 που έγινε ο δρόμος, πενήντα περίπου χρόνια μετά το πρώτο αυτοκίνητο που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα και ήταν του τότε Διαδόχου Κωνσταντίνου, λίγο πριν το 1900, και για οκτώ χρόνια ήταν το μοναδικό. Ο δρόμος Λαγκάδια-Τρίπολη άρχισε να γίνεται επί πρωθυπουργίας Δεληγιάννη, που ήταν από τα Λαγκάδια.
Θυμάμαι που έλεγαν στο χωριό ότι για να πάνε στρατιώτες οι άντρες πήγαιναν στην Τρίπολη ή το Ναύπλιο με τα πόδια, που ήταν δώδεκα ώρες και πάνω από είκοσι, αντίστοιχα. Έλεγαν ακόμη ότι από τη δεκαετία του 1930 υπήρχαν κάρα στην ευρύτερη περιοχή που τα έσερναν άλογα. Ένα τέτοιο με 2 άλογα μπροστά και 2 πίσω από το κάρο έκανε μεταφορές από Τρόπαια-Τρίπολη και αντίστροφα, για όσους είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν τη μεταφορά, που διαρκούσε πάνω από 10 ώρες. Στο χωριό μας έχω ακούσει πως τις μεγάλες πέτρες για την κατασκευή του Ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου (άρχισε να χτίζεται ο Ναός το Πάσχα του 1930) τις κουβαλούσαν από το νταμάρι με κάρο.
.
Τηλέφωνο και ραδιόφωνο στο χωριό.
Στο χωριό μας, μετά την ίδρυση του Συνδέσμου μας το 1922, έγινε εγκατάσταση τηλεφώνου από του Παλούμπα και αργότερα από τα Λαγκάδια.
Ραδιόφωνο επίσης εγκαταστάθηκε στο χωριό με φροντίδα του τότε προέδρου του Συνδέσμου Ι. Δημόπουλου, από το Υπουργείο Παιδείας, τη δεκαετία του 1930. Μετά κάποια χρόνια …διαλύθηκε. Πάντως, όταν κηρύχθηκε ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος, ακούγανε στο χωριό τα νέα του πολέμου από αυτό το ραδιόφωνο.
.
Αθήνα-Σέρβου με τα πόδια. Απίστευτο και όμως αληθινό.
Μπορεί να ακούγεται απίθανο, όμως είναι πραγματικότητα. Στις αρχές του 1900, δυο ορφανά αγόρια από το χωριό μας, δεκάχρονα πάνω-κάτω, τα πήρε κάποιος χωριανός μας που ζούσε στην Αθήνα, για …να βρουν εκεί την τύχη τους. Όμως, αφού πέρασε λίγος καιρός τα παιδιά πόνεσαν για τη μάνα τους και το χωριό και αποφάσισαν να επιστρέψουν πάλι …στη γενέτειρα. Όμως δεν είχαν χρήματα να πάρουνε το τρένο μέχρι Τρίπολη και αποφάσισαν να πάνε με τα πόδια. Ακολούθησαν λοιπόν τη γραμμή του τρένου και ύστερα με τα πόδια έφτασαν στο χωριό μας, μετά μια βδομάδα. (Το ένα από τα 2 παιδιά ήταν συγγενής μας και θυμάμαι που έλεγε μέχρι που πέθανε, για την ταλαιπωρία που τραβήξανε μέχρι να φτάσουνε στο χωριό! Ας είναι αιωνία η μνήμη τους). Έχω ακούσει πως και μια γυναίκα από το χωριό πήγε εκείνα τα χρόνια με τα πόδια στην Αθήνα.
Γενάρης 2026. Γιώργος Δ. Βέργος
(ΧΙΜ)













