Ένας ακόμη πατριώτης μας έφυγε, ο Μήτσος Γ. Δημόπουλος, του Σιώκου, όπως όλοι τον γνωρίζαμε.

Ο Μήτσος ήταν ένας πολύ καλός και τίμιος άνθρωπος,   καλός οικογενειάρχης και τακτικός επισκέπτης του χωριού μας. Δεν ήταν κάποιο καλοκαίρι που να μην είχε πάει στο χωριό μας.   Από τους πρώτους πήγαινε (από το Πάσχα) και τελευταίος έφευγε μετά τον Σεπτέμβριο.

.

Μήτσο, τι να πρώτο-θυμηθώ για σένα;

 Ήσουν πολύ καλός φίλος με τον πατέρα μου (Μήτσο Βέργο),  γίνατε και κουμπάροι, αφού βάφτισες την αείμνηστη αδερφή μου Κατερίνα, που έφυγε πρόωρα από καρδιακή ανακοπή τον περασμένο Αύγουστο στο χωριό μας.  Η φιλία, μάλιστα,  ξεκινούσε από πιο παλιά με τον πατέρα σου. 

Εκτός από φίλος με τον πατέρα μου είσαστε  και συνεργάτες.  Άπειρα ήταν τα ταξίδια που πηγαίνατε για κρασί στα Κρέσταινα και τα γύρω χωριά την εποχή της κατοχής,  που απέχουν από το χωριό μας περισσότερο από 10-12 ώρες, και το πουλούσατε συνήθως στις ταβέρνες στα Λαγκάδια.

    Τριαντάρης ο πατέρας μου,  18-20 ετών εσύ. Τον πατέρα μου τον συμβουλευόσουν πάντα σαν δεύτερο πατέρα σου, αλλά και ο πατέρας μου σε εμπιστευόταν. Και αυτός συμβουλευόταν τον  δικό σου πατέρα,   καθ΄ ότι ο πατέρας μου ήταν ορφανός από πατέρα (από τριών ετών) και ήταν συνομήλικος   με τον μεγάλο σου αδερφό, τον αείμνηστο Κώτσιο.

   Μαζί σου έκανα κι εγώ το πρώτο μου ταξίδι για κρασί (θα ήμουν 15 ετών),  αντί να  έρθει ο πατέρας μου. Αλλά δεν ήσουν μόνο φίλος με τον πατέρα μου. Ήσουν πάντα πρόθυμος να δώσεις τη βοήθειά σου σε όποιον  πατριώτη  σου τη ζητούσε.

.

  Δυο γεγονότα είναι χαραγμένα στη μνήμη μου,  που δεν πρόκειται να τα ξεχάσω όσο θα ζω, αφού μου βρέθηκες σε δύσκολες στιγμές. 

Το πρώτο είναι το 1947-1948, που ο πατέρας μου ήταν για κρασί στο χωριό  Μούντριζα, (Γρύλος είναι σήμερα το όνομά του), και έτυχε ένα σοβαρό ατύχημα με τη μάνα μου.  Με έστειλε να σε βρω να έρθεις για βοήθεια. Ήρθα στην αγορά σε βρήκα, σου είπα τι είχε συμβεί και μαζί με τον αείμνηστο Λεωνίδα Παπαθωμόπουλο (του Τασιού) τρέξατε για βοήθειά μας. Ας είναι αιωνία η μνήμη  και των δύο σας.

  Το δεύτερο και σοβαρότερο, ήταν το 1965. Ήταν Σάββατο βράδυ παραμονή της Κυριακής της Τυροφάγου, όπως την ημέρα που έφυγες από τη ζωή, μου προέκυψε ένα πολύ σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα υγείας και έπρεπε να πάω στα Λαγκάδια για γιατρό. Στο χωριό μας είχε ρίξει χιόνι και είμαστε αποκλεισμένοι για μια εβδομάδα. Εκείνη την ημέρα είχαν ανοίξει το δρόμο. Εγώ ήρθα στο μαγαζί του πατέρα μου και ήσουν εκεί με κάποιους άλλους και είπα τι μου είχε συμβεί.  Χωρίς δεύτερη κουβέντα μου είπες φεύγουμε μαζί για τα Λαγκάδια.     Το χιόνι πάνω στο βουνό ήταν πάνω από 30-40 εκατοστά,  εμείς όμως ούτε καν το βλέπαμε. Σε λιγότερο από δυο ώρες, κατά τις έντεκα, φτάσαμε. Ένα καφενείο ήταν ανοιχτό. Πήγαμε μέσα ρωτήσαμε για γιατρό, και μας απάντησαν ότι λόγω του τριημέρου είχαν φύγει και ο αγροτικός και ο ιδιώτης. Μας το επιβεβαίωσε και ο ταξιτζής. Πήραμε το ταξί για τη Δημητσάνα. Κι εκεί το ίδιο. Τελικά βρήκαμε ένα συνταξιούχο που είχε κάνει αγροτικός στο χωριό μας, του εξηγήσαμε τι είχε συμβεί και με προθυμία ήρθε, πήγαμε στο χωριό και τέλος καλό  όλα καλά.             

   Δεν είναι μόνο αυτά. Είναι πάμπολλα που θα μπορούσα να γράψω και άλλες  σελίδες.

.

 Στη γυναίκα σου Κατερίνη, στα παιδιά σου Ντίνα, Γεωργία, Θανάση και Γιώργο και τις οικογένειές τους τα θερμά μου συλλυπητήρια, να είναι πάντα καλά να σε θυμούνται, όπως όλοι που είχαν την τύχη να σε γνωρίσουν.

   Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Αττικής,  Μήτσο, που σε σκέπασε και καλό Παράδεισο. 

    Θα σε θυμάμαι για πάντα.

 

Γιώργος Δ. Βέργος

 


Εικόνες από το χωριό