Οι καλοσυνάτοι

Μπουλούκια πηγαίνανε για δουλειά οι μαστόροι κτιστάδες στην Μεσσηνία. Τα μπουλούκια απαρτιζόταν από τον πρωτομάστορα που ήξερε καλύτερα από όλους την δουλειά, την μαστορική τέχνη του κτίστη. Aυτός έκανε κουμάντο στην δουλειά και σε αυτόν όλοι είχαν υπακοή και σεβασμό. Τον κουμανταδόρο, τον καταφερτζή, αυτόν που ήταν καλός στις διαπραγματεύσεις, ήταν άνθρωπος της αγοράς, ντεβεκέλης - γλεντζές και λιγότερο καλός τεχνίτης. Εάν τα συνδύαζε και τα δύο, θα ήταν το καλύτερο.

Οι μαστόροι, οι τριώτες, τα μαστορόπουλα, οι πετράδες και τα γαϊδουρομούλαρα.

Συνήθως στο μπουλούκι προσπαθούσαν να είναι γνωστοί, συγγενείς μεταξύ τους, για να υπάρχει μεγαλύτερη υπακοή, σεβασμός και να μη υπάρχουν γκρίνιες και διαφορές, ώστε οι δουλειές να μη έχουν καθυστέρηση και το ταξίδι να πάει καλά.

Σε ένα από τα μπουλούκια αυτά ήταν μαζί αδελφόγαμπρος και κουνιάδος. Ο αδελφόγαμπρος ήταν μάστορας, κτίστης καλός, δουλευταράς και δουλειά έβγαζε όση έβλεπε, ήθελε να την βγάλει μονομερής, ήθελε να τελειώσει το κτίσιμο ενός σπιτιού, αμέσως, σε τρεις ημέρες.

Δούλευε, δούλευε, φεγγάρι με φεγγάρι, με κέφι και μεράκι, για να γίνει καλή δουλειά στην ώρα της όπως είχαν συμφωνήσει.

Αυτός ήταν ο μαστροπροκόπης, ο προκομμένος!...

Ο κουνιάδος του ήταν άνθρωπος γλεντζές, καλοπερασάκιας, καταφερτζής, καλαμπουρτζής, άνθρωπος της αγοράς και του καφενείου. Έπιανε εύκολα γνωριμίες, φιλίες, κατάφερνε να διαπραγματεύεται καλές τιμές στις δουλειές και τις συμφωνούσε και λιγότερο καλός μάστορας. Αυτός έκλεινε την δουλειά, αυτός υπέγραφε το συμφωνητικό και έπαιρνε το καπάρο, αυτός πληρωνόταν όταν τελείωνε η δουλειά και πλήρωνε ανάλογα το προσωπικό του μπουλουκιού.

Αυτός ήτανε ο Βαλάντης, ο νταβραντής ο γνωστός σε όλη την περιοχή νταβραντομένος - ο ντεβεκέλης [ο Θεός συγχώρεσε τους και τους δύο] γελαστός, φιλότιμος, του άρεσε το καλό φαγητό, η ταβέρνα, το καλό κρασί και το κάτι, το κάτι τις... Το καλαμπουράκι…. η ξεγνοιασιά… και το ωραίο…. ωραίο…

Μια φορά, σε ένα ταξίδι σε ένα χωριό στην Μεσσηνία έπιασαν δουλειά να φτιάξουνε ένα σπίτι. Του αφεντικού η εργασία του ήταν στην Καλαμάτα και εκεί έμενε.

Μόλις τέλειωσαν την δουλειά, ήρθε το αφεντικό, είδε την δουλειά, του άρεσε, φάγανε, ήπιανε, για τα καλά στερεώματα και ήρθε η ώρα της εξόφλησης, όπως είχαν συμφωνήσει.

Το αφεντικό δεν είχε φέρει τα λεφτά, τα βαλάντια, στο χωριό και έπρεπε να πάει κάποιος από τους μαστόρους στην Καλαμάτα να τα πάρουνε.

Ποιος να πάει, ποιος να πάει, συμφωνήσαν να πάει ο Βαλάντης ο νταβραντησμένος - ο ντεβεκέλης, που ήταν λίγο αργός και δεν βαλλότανε στην δουλειά. Είχε και καλό κοστουμάκι και στην πόλη μπορεί να τύχαινε και καμιά καλή δουλειά και την έκλεινε.

Πήγε ο Βαλάντης στην Καλαμάτα να πληρωθεί. Πληρώθηκε, πήρε τα βαλάντια, καλά, στο ακέραιο και με το παραπάνω, αλλά εκεί στην πόλη τον βρήκε και το άλλο, το καλό ,το ωραίο...

Το καλό,ωραίο,  το κακό το μπλέξιμο!...Του άρεσε το όμορφο και τα ωραία και ξεχάστηκε να γυρίσει πίσω, να κάνουν τους λογαριασμούς τους και να πληρωθεί ο καθένας τους, ανάλογα με την αξία του και την απόδοσή του.

Περίμεναν την μια ημέρα, περίμεναν την άλλη, τίποτα, πουθενά ο Βαλάντης με τα βαλάντια να φανεί.

Τηλέφωνο στο μαγαζάκι του χωριού δεν επήρε, κινητά τότε δεν υπήρχαν, είδηση καμία!... 
Έβαζαν το κακό με το νου τους, αλλά νόμιζαν ότι είχε δουλειά να παζαρέψει και αργούσε να έλθει.

Με την σκέψη αυτή παρηγορήθηκαν... Και περίμεναν - περίμεναν... 

Ο Βαλάντης, λεφτά, βαλάντια είχε η τσέπη του γεμάτη, ξόδευε και καλοπέρναγε.  Το βρήκε και το καλό μπλέξιμο, και που να φύγει;... Του φαινόταν αναδοσιά, αναποδιά, ξινίλα να γυρίσει για δουλειά, να παλεύει με τις λάσπες, τα λιθάρια και τις πέτρες!…

Μόλις τελείωσαν τα λεφτά, τα βαλάντια, τότε, ο Βαλάντης, βαλαντώθηκε!... 
Θυμήθηκε και ο Βαλάντης την δουλειά και τους μαστόρους και πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

Τον είδαν οι μαστόροι, από μακριά να έρχεται και χάρηκε η καρδιά τους, που τον βλέπουν να είναι καλά και που θα πάρουν τα λεφτά τους, να ζεσταθεί η τσέπη τους, να στείλουν και στην φαμελιά τους καμιά δεκάρα, να πάρουν καμιά σάκινα αλεύρι και κανένα ζύγι κρέας, να λιγδωθεί το άντερο των παιδιών τους.

Περίμεναν- περίμεναν να λογαριαστούνε οι μαστόροι και όλο το μπουλούκι, αλλά λογαριασμός δεν ερχότανε, ο μαστροβαλάντης - ο νταβραντομένος, κουβέντα για τον λογαριασμό, δεν έκανε!... Ο λογαριασμός δεν ερχότανε και εφόσον δεν ερχόταν ο λογαριασμός, ήρθε η γκρίνια, απρόσκλητη, από μόνη της.

Οι άνθρωποι του μπουλουκιού τα έβαλαν με τον μάστορα, τον Προκόπη, τον Προκομμένο, που ήταν υπεύθυνος στο μπουλούκι και που άφησε τον Βαλάντη τον Βαλαντωμένο, τον νταβραντή - τον ντεβεκέλη, να πάει να πάρει τα λεφτά, τα βαλάντια μόνος του.

Γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια, σε όλους και για όλα….

Ο μάστοπροκόπης ο Προκομμένος και ο Βαλάντης, ο Βαλαντωμένος, ήρθαν σε μεγάλη διαμάχη και γκρίνια. Τόσο μεγάλη ήτανε η στενοχώρια και ο θυμός του Προκόπη, που πέταγε τα σφυρόμυστρα του Βαλάντη, με βρισιές και κατάρες.

Ο μάστορας, ο Βαλάντης, τι να ειπεί και τι να κάνει, ό,τι και να έλεγε και ό,τι και να έκανε τα λεφτά, τα βαλάντια έγιναν μπούλμπερη, στάχτη, φύγανε, και πάνε... 

Άλλαξαν χέρια και δεν ξαναγυρνάνε!...

Κατάλαβε το λάθος του, αλλά τώρα πια, τίποτα!…

Φωνές, βρισιές, βλαστήμιες, από τον Προκόπη!...

Ο Βαλάντης όπως ήτανε βαλαντωμένος, τίποτε, μιλιά, δεν του έπαιρνες, λες και είχε πιει, το αμίλητο νερό.

Μια μέρα, από τα πολλά, δεν άντεξε και πετάχτηκε λες και το δίκιο ήτανε με το μέρος του και του γινότανε μεγάλη αδικία και του λέγει με ύφος, παραπονιάρικο:

- Όλα τα περίμενα από όλους, τους άλλους, από σένα όχι, όλοι οι άλλοι έχουν δίκιο, να μου φωνάζουν και να λένε και καμιά κουβέντα παραπάνω, τους συγχωρώ, δεν τα παίρνω και τοις μετρητοίς, από σένα που σε έχω συγγενή, δεν το περίμενα, τούτο εδώ το πράγμα, από σένα περίμενα υποστήριξη.
Κρίμα, κρίμα, που σε έχω συγγενή, αλλά ποιος σου βγάζει το μάτι;... 

Ο συγγενής ,που σε ξέρει!...

Και μετά τι να περιμένεις από τον κόσμο;...

Τέτοια και λίγα είναι!...

Κρίμα, κρίμα, που σου έδωκα  και την αδερφή μου να σε περιποιείται και να καλοπερνάς. 
Εσύ ήσουνα καλός, δεν σε ήξερα και για τέτοιον!…

Ο Προκόπης προς στιγμή σάστισε και αναλογίστηκε: 

Μήπως και έχει δίκιο;... Συνήλθε αμέσως και απάντησε:

-Εγώ καλοπερνάω ή εσύ καλοπερνάς; … Σκασοκάρδι, δεν βλέπεις τα χεράκια μου, που από την καλοπέραση έχουν σκάσει, έχουν γίνει τσουρούλια, σαν της χελώνας τα πόδια;…. Χωρίς διάφορο κανένα!...

Ποιος θα πληρώσει  ρε, τα βερεσέδια... σεληνιάρη, αχαΐρευτε, στον Κωστή τον Ανθούλη, τις σάκινες το αλεύρι, που μας δίνει και μας ζει τις οικογένειές μας;... Στην ανάγκη μας;... 
Περιμένει, περιμένει, και αυτός να του δώσουμε τα βερσιγέδια, για να αγοράσει αλεύρι, να μας κρατάει στην δύσκολη. Πού θα τα βρει;... Που να τα βρει;... 
Δεν βάζει τον γύφτο να κόβει λεφτά, για να μας δίνει τζάμπα τα ψώνια!… Ρεμάλι... 
Τα άκουσες, τα άκουσες, στα είπα!... Αυτά!...

Και τα άλλα, να σου τα ειπεί Παναγία μου, ο παππάς στο αυτί και διάκος στο κεφάλι, για να τα ακούσεις καλύτερα και μήπως έτσι συμμορφωθείς,και ησυχάσω και εγώ από σένα!...

Λέγε μου, λέγε μου, πέσε μου, πέσε μου, ανεχρόνιαγε, που να μη σε βρει το αστρί της αυγής, τι θα κάνω εγώ τώρα ο μαυρούλης;... 

Τώρα πώς θα τα βγάλω πέρα;... Τί να τους ειπώ;...

Όλοι περιμένουνε να πάρουν τα λεφτά τους, να τα βολέψουν οι άνθρωποι και συ καλοπέρασες και καλοπερνάς με τον ιδρώτα το δικό μας!... 

Τι να κάνω;... Τι να κάνω;... Τι να τους ειπώ;.. 
Που εγώ, έχω πέτσα ανθρώπινη και εσύ έχεις στα μούτρα σου, να μη σου ειπώ τι …έχεις!… Τέτοια που είναι, ότι, να σου ειπώ, προσβολές δεν παίρνουν!...

Τι να ειπώ και τι να κάνω;...

Και όλοι μας έχουμε μια θράκα παιδιά, ο καθένας μας, κουτσούβελα, με ανοικτό το στόμα περιμένουν, σαν τα φασόπουλα, που αν σε έθαβα, θα σε έκλαιγα, θα σε έκλαιγα, μία φορά, σαράντα ημέρες , έξη μήνες, κάποτε θα σταμάταγα, δεν θα είχα τόση στενοχώρια, σκασίλα, βαλαντομάρα!...

Που δεν θα μου την βγάλει, ούτε η πλάκα!... 

Τώρα με έκανες, με κατάντησες να κλαίω κάθε ημέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή!...

Καλοπέρασες, ε, καλοπέρασες, χαραμοφάη, σελέμη, γουλόζε, σεληνιάρη… 

Τι να κάνω, Θεέ μου, Παναγιά μου και δώδεκα Αποστόλοι;...

Μίλα ρε, μίλα!...

Εκεί που ήσουνα κελαϊδούσες, τώρα σε έπιασε μουγγαμάρα…

Αλλά εσύ ξέρεις τι κάνεις, εσύ είσαι έξυπνος, εγώ είμαι ο χαζός….

 

Ο μάστορης ο Βαλάντης,ο νταβραντής, απάντησε: 

-Προκόπη, Προκομμένε, εγώ σε αγαπάω και σε έχω σε υπόληψη!... 

Ποιος σου φταίει;... Ποιος σου φταίει;... Ποιος;...

Εγώ σου φταίω τώρα;... Εγώ;...

Ας ερχόσουνα και εσύ μαζί μου να καλοπεράσεις, εγώ σε εμπόδισα, εγώ σε αλληκόντησα;... 
Τώρα όλα τα φταιξίματα σε εμένα!... Τι να κάνω τώρα πια;... 

Τι ρίχνει ο ουρανός και δεν τα κρατάει η Γη;... 

Κράτα, κράτα, κράτα, καημένε Βαλάντη- βαλαντωμένε!... Κράτα!... Κράτα!...

Ας ερχόσουνα και εσύ κοντά να καλοπεράσεις...

Κοντά μου καλά θα πέρναγες και εσύ και εγώ θα γλίτωνα την γκρίνια, τον αναβαλλόμενο και τον εξάψαλμο ,που τόσες ημέρες τώρα μου σούρνεις, μου ψέλνεις!... 

Λες και ποιος είμαι, δεν με έχεις για το… τίποτα!...

Μη με κάνεις έτσι, δεν κάνει... Θα πάθω τίποτα και τότε να σε βλέπω από μια μεριά αν μπορούσα, να δω τι θα έκανες;...

Θα κλαις,... θα κλαις,...

Κάποια καλοσύνη έχω και εγώ!...

Δεν είμαι στο μπίτι!...

Όταν είμαστε μαζί και τρώμε και πίνουμε καλά περνάμε στην ταβέρνα, παραγγέλνω εγώ, κερνάω κρασί, δεν μου μιλάς καθόλου, τώρα μου έβγαλες την κακία, την μιζέρια, τα χούγια ούλα!... 

Όταν είμαστε μαζί, έχω σιγουριά, από λεφτά δεν θα μείνουμε ποτέ!... 
Άμα έχω, πληρώνω, άμα δεν έχω, την τράπεζα την έχω δίπλα μου!…

Γιατί σε έχω συγγενή;... 

Πληρώνεις εσύ!... 

Μαζί μου δεν περνάς καλά; 

Πέσε μου, πέσε μου, έχεις παράπονο;

Δεν σε προσέχω στο φαγητό και στο πιοτό;

Δεν θα με πιάσει δα και η κράνη, δουλειά, δουλειά και τίποτα άλλο!... 
Ζωή είναι αυτή;... Λέγεται ζωή;... 

Ή καταδίκη στα κάτεργα, στο Παλαμήδι!... 

Η ζωή, συγγενή, Προκόπη, δεν είναι όλο, δουλειά, δουλειά, πέτρες, λιθάρια, λάσπη και τίποτα… Θέλει και τα άλλα!...

Τώρα, Προκόπη, κοίτα τι θα κάνεις και τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα και τα χυμένα μαζεμένα δεν γίνονται!… 

Έτσι δεν γινότανε πάντοτε;... 

Εσύ ξέρεις και από τέτοια!... 

Έβοσκες τα γίδια, τα καλοτάϊζες, τα στρούγγιαζες, τα άρμεγες, γιόμιζες την καρδάρα και ερχότανε μια λιόπρα γίδα και με μια κλωτσιά έχυνε την καρδάρα με το γάλα!

Τότε, εσύ, δεν έπιανες το μαχαίρι, να σφάξεις την γίδα, αλλά μαζί με τα άλλα την πήγαινες για βοσκή!... 

Εμένα δεν με έχεις, ούτε για μια στέρφα γίδα!…

Ο Θανασιός, με τον μπάρμπα Νύσιο, τι έπαθαν;

Μάζευαν το βούτυρο στην λαγήνα, πήγε ο τραχήλης, έχωσε το κεφάλι του στην λαγήνα, έφαγε το βούτυρο, σφήνωσε και το κεφάλι του και δεν μπορούσε να βγει και ούρλιαζε και έσπασε  και είπανε αυτό που λένε... 

Δεν σκότωσαν τον τραχήλη, που έφαγε το βούτυρο, και τους έσκιαξε!... 
Και τους έκανε και άλλες ζημιές, νομίζανε πως ήτανε σμυρδάκι, στα γίδια, τους έσπασε και την λαγήνα, και όμως δεν τον σκοτώσανε, τον τραχήλη, όπως κοντεύω να πάθω εγώ… τώρα!... 

Ούτε μέχρι τον τραχήλη, δεν έχεις την αξία μου!...

Αυτή την εκτίμηση και υπόληψη μου έχεις!...

Άκουσε, Προκόπη!... 

Γιατί εξ άλλου σε λένε, προκομμένο;...Τζάμπα σε λένε;... 

Και πρόσεχε και μένα τι θα σου ειπώ, τώρα, μια φορά:

Κοίτα τι θα κάνουμε, πώς θα πάμε καμιά δεκάρα στη φαμελιά, μη φρίξει ο κόσμος και ο ντουνιάς!...

Εποχή είναι, θα περάσει και αυτό κοντά στα άλλα!...

Εδώ παρασύρονται και παραστρατάνε, ολόκληρα, βασίλεια - κουβένα που έχουνε χίλους δύο συμβουλάτωρες και πέφτουνε έξω!... 

Και τα πληρώνει ο λαός!... 

Και εγώ που ήμουνα μόνος μου!... 

Τί περίμενες να κάνω και με τα μπόλικα βαλάντια;...

Τέτοια και λίγα!...

Τι ρίχνει ο ουρανός και δεν το κρατάει η Γη;...

Εσύ ξέρεις, σου έχω απεριόριστη εμπιστοσύνη, κάτι θα κάνεις… Τώρα!...

Τι σε έκανα συγγενή;... 

Στη δουλειά και στα οικονομικά, θα τα καταφέρεις!... 

Από εδώ και πέρα, το ξέρω τώρα τι θα γίνει, θα μου τα βγάλεις ξινά... 

Δουλειά - Δουλειά, χωρίς ανάσα!... 

Όχι ήλιο με ήλιο, αλλά φεγγάρι, με φεγγάρι και ποιος κοτάει, τολμάει, να σου αναγκρίσει κουβέντα!...

Ξέρεις εσύ, αλλά ήξερα και εγώ που σε έκανα συγγενή, τζάμπα νομίζεις πως σε έκανα συγγενή;...

Τι σε ήθελα;... 

Για αυτή την ώρα, την ώρα, την κακιά, την ανάποδη, σε έκανα συγγενή, να μου φανείς χρήσιμος...

Την ώρα την δύσκολη, την ώρα της ανάγκης!...

 

Ο μάστορας, ο Προκόπης, ο Προκομμένος, δεν έντωσε τον Βαλάντη, τον νταβραντισμένο, καθόλου από κοντά του. Το πάθημα τού έγινε μάθημα. 
Ανέλαβε αυτός τα οικονομικά και για τις συμφωνίες, στις δουλειές πηγαίνανε μαζί. 
Τα βαλάντια όμως, τον Βαλάντη - τον νταβραντή δεν τον άφησε να τα ξαναπιάσει καθόλου στα χέρια του!...

Τους ετύχανε και κανά δυο, τρεις δουλειές καλές και δεν ήρθανε στο χωριό τους με ξερά τα χέρια.

Αν δεν φέρανε πολλά, φέρανε λίγα!...

Φέρανε όμως μαζί τους την αγάπη!...

Πολλή αγάπη μεταξύ τους, μέχρι τέλος!...

Τα λόγια, τα πήρε ο αέρας, ξεχαστήκανε, φύγανε, και πάνε!... 

Προσπάθησαν να μην αδικήσουν κανένα και την ζημιά, την μοίρασαν μεταξύ τους, και σε αυτούς που είχανε μεγαλύτερη ανάγκη, τους τσόνταρε από λίγο - λίγο, ο μάστορας ο Προκόπης και ο Βαλάντης , ώστε όλοι να αισθάνονται ευχαριστημένοι!...

Όταν πλέον γέρασαν και κρέμασαν τα σφυρόμυστρα, ψηλά στην αστράχα και τα κατέβαζαν μόνο για να φτιάξουν σιγά- σιγά, αγάλια-αγάλια, καλλιτεχνήματα στο χωριό τους, τα μολόγαγαν και αναπολούσαν τα παλιά. 

Ποτέ ο Προκόπης ο προκομμένος, δεν έλεγε κακιά κουβέντα για τον Βαλάντη, τον νταβραντή, ας... τον είχε σκάσει!... 

Πρώτος έφυγε για το μεγάλο ταξίδι ο κουνιάδος του Προκόπη, του μάστορα του προκομμένου, ο Βαλάντης, ο νταβραντής...Ο ντεβεκέλης!...

Ο μάστορας ο Προκόπης, γέρος πια,δεν έβλεπαν καλά τα μάτια του, κοντίνανε τα αγνάρια του, λιγόστεψε η λαλιά του, με την μαγκούρα του, πήγαινε σιγά-σιγά, αγάλια-αγάλια,απέναντι, στην ράχη, στο κοιμητήρι, το ηλιοβασίλεμα, του άναβε το καντήλι, το κερί , του έκαιγε μπόλικο λιβάνι και μονολογούσε:

-Καλός ήσουνα Βαλάντη, νταβραντή!...

Ήσουνα και ντεβεκέλης!... 

Καλά περνάγαμε, σε αγάπαγα, σε αγάπαγα, σε μάλωνα και καμιά φορά... συγχώρεσε με.

Εγώ σε συχώρεσα, από τότε!... 

Ο Θεός να σε συγχωρέσει και ας με βαλάντωσες... 
Ας μου έκαψες την καρδούλα!...

Καλός ήσουνα, καλός ήσουνα, και καλά τα περνάγαμε!...

Ας ήσουνα και τώρα και ας μου έκανες, ό,τι μου έκανες!… 
Καλός, καλός ήσουνα, κέρναγες , κέρναγες, καλά τα περνάγαμε... Τότε!...

Τώρα εσύ, εκεί, να βρεις καμιά ανάλαφρη δουλίτσα και για μένανε, να με προσέχεις, όπως σε πρόσεχα!… 

Τα ακούς... τα ακούς... Βαλάντη… 

Να είσαι και εκεί ντεβεκέλης!...

Όταν, με το καλό… Θα ανταμωθούμε!...

Ανταμωθήκανε;...

Γιάννης Στ Βέργος {Γορτύνιος}


Σημ: {Πεθαίνουν και ξεχνιούνται, όσοι, δεν μνημονεύονται}.

Τα ονόματα είναι φανταστικά χάριν της διήγησης.

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το 1952 εκδηλώθηκε επιδημία τύφου στο χωριό. Οι υγειονομικές αρχές τότε θεώρησαν σαν αιτία της μόλυνσης τις κορύτες στις βρύσες και στα πλαίσια των έργων εξυγίανσης αντικατέστησαν τις καλαίσθητες πέτρινες πελεκητές κορύτες με ακαλαίσθητους μεταλλικούς σωλήνες. Δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το νερό θα μπορούσε να είχε μολυνθεί από το πέρασμά του κάτω από αυλές και σπίτια, αφού οι βρύσες ήταν σε σημείο χαμηλότερο από τα σπίτια. Το υδραγωγείο που έφερε καθαρό νερό από την Κοκκινόβρυση έγινε αργότερα, το 1959.