Τι να σου πρωτοθυμηθώ καημένο μου Λαγκάδι

Φανής Παναγοπούλου-Μάνου

Διαβάζοντας τον τελευταίο ''Αρτοζήνο'', είδα την σκέψη-πρόταση του Θανάση Γκούτη, για επίσκεψη στα Λαγκάδια, ποδαράτο. Δεν σας κρύβω πως μου άρεσε πάρα πολύ η ιδέα και για μερικά λεπτά ονειρεύτηκα και είπα: Ωραία ιδέα! Όταν όμως ''ξύπνησα'', σκέφτηκα: 

''Που πας ρε Καραμήτρο;''

Εδώ ισχύει αυτό που λέμε:

''Το πνεύμα πρόθυμον, η σάρξ ασθενής''.

Αυτό ασφαλώς αφορά μόνο εμένα. Αν η εκδρομή γίνει, μπράβο σε όσους το καταφέρουν. Τους ζηλεύω και γι΄ αυτό θα περιοριστώ μόνο στις θύμησες.

Τη δεύτερη χρονιά λοιπόν στα Λαγκάδια μέναμε κανά οχτάρι Σερβιωτάκια ''βλαχάτσια'' στον Άι-Γιώρη, στο σπίτι της Μαρίας της Χούσιενας, της ''θειάς'' όπως την φωνάζαμε.

Η ''θειά'' ήταν μία καλή γυναικούλα και μας φρόντιζε όσο μπορούσε. Για κακή μας όμως τύχη, αρρώστησε βαριά εκείνη τη χρονιά -από ''υδροπιτσία'' όπως έλεγαν οι Λαγκαδινές- και φώναξε μια συγγένισσα της -ονόματα δε λέμε- να μας μαγειρεύει.

Γυρίζοντας ένα μεσημέρι απ΄το σχολείο κλαρωμένα από την πείνα, βρήκαμε χυλοπίτες και είπαμε: Δόξα το Θεό. Γρήγορα βάλαμε τις χυλοπίτες στα πιάτα και κάτσαμε να φάμε. Τα πιάτα όμως άρχισαν να κορφιάζουν αφρούς. Ο Λιάκος ο Παπαγεωργίου εξέφρασε την απορία του λέγοντας:

''Τι στο διάβολο αφρίζουν έτσι;''

Η απάντηση ήρθε από την αδερφή του την Ελένη:

''Φάει και σκάσε, μιλάς κιόλας''.

Ο Λιάκος ''έσκασε'' και όλοι γελώντας, κατεβάσαμε τις χυλοπίτες, με χίλια ζόρια.

''Τι αφρίζεις και ξαφρίζεις...'',

που λέει το ανέκδοτο, εμείς το πάθαμε.

Εκείνη την ημέρα ήταν η σειρά μου να πλύνω τα πιάτα. Μπαίνοντας στο ''γκιλέρι'' να πάρω το σαπούνι να κάνω τη δουλειά μου, τι να ιδώ. Η ξαδέρφη της ''θειάς'' που μας μαγείρεψε είχε τρίψει στον τρίφτη το σαπούνι αντί για μυζήθρα και τόριξε στις χυλοπίτες. Όσο για τη μυζήθρα τη σελέμισε (βούτιξε) βέβαια.

Όλη την ημέρα τρέχαμε ο ένας μετά τον άλλο και δεν φτάναμε, από απόπατο σε κήπο και αντίστροφα...

Αυτά και άλλα πολλά από τη ζωή στα ...Λαγκαδάτσια

 

Φανή Παναγοπούλου-Μάνου


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.