To γουρούνι και τα κλωσόπουλα.

Φανής Παναγοπούλου-Μάνου
Ο παππούλης μου ο γέρο-Φώτης Σχίζας (πατέρας της μάνας μου-θεός σχωρέστον),  ήταν ένας γέροντας (εγώ έτσι τον θυμάμαι),  που πολλοί τον θεωρούσαν ιδιαίτερα ξύπνιο. Ήταν  αγράμματος άνθρωπος, αλλά σεβάσμιος  και με πολύ χιούμορ. Αν κάποιος είχε κάποιο πρόβλημα, συχνά ζητούσε τη γνώμη του και φυσικά του την έδινε. Πολλές φορές μάλιστα έδινε και τη λύση. Έχοντας λοιπόν αυτή την αντιμετώπιση από αρκετούς φίλους και γνωστούς, θεωρούσε απαραίτητο να έχει και στη φαμελιά του τον τελευταίο λόγο.
-Παπαδιά, έτσι να κάμεις τούτο παιδάκι, έτσι να κάμεις το άλλο.
.
Έλεγε στη νύφη του (στη γυναίκα του Παπα-Αναστάση),  Η θεια μου η καημένη, τις περισσότερες φορές έκανε ότι της έλεγε και έτσι γινόταν το δικό του.  Κάποια φορά όμως αντέδρασε η γυναίκα και του λέει:
.
-Αμάν ρε πατέρα, άσε πια τις ορμήνιες. Περνάς καλά εσύ; Άσε τους άλλους να κόψουν το λαιμό τους.
-Έτσι το λες παπαδιά;
-Έτσι το λέω, να μη νοιάζεσαι για τίποτα.
-Και το σπίτι να καεί παπαδιά, να μη νοιαστώ, παιδάκι;
-Όχι, να μη νοιαστείς.
-Καλά σου λέει πατέρα,  εσύ να τρως να πίνεις και πέρα βρέχει.
Πετάγεται και η άλλη νύφη.
-Έτσι να το κάμω, λες και εσύ κυρά-Παναγιώτα;
-Ναι, έτσι να το κάνεις.
.
Η κουβέντα έμεινε εκεί, αλλά ο γέρο-Φώτης έδεσε κόμπο τις κουβέντες που του είπαν οι νυφάδες.
Μια μέρα λοιπόν ο Γέρο-Φώτης λιαζόταν στην αυλή, ξαπλωμένος πάνω σε ένα σάισμα. Δίπλα του γύριζε μια κλώσα, με καμιά δεκαριά κλωσόπουλα. Κάποια στιγμή εμφανίζεται η γουρούνα. Όταν είδε τα πουλιά όρμηξε κατά-πάνω τους κουνώντας το κεφάλι και δεν άφησε κανένα. Ο παππούλης παρακολουθούσε τη σκηνή ατάραχος, χωρίς να κάνει τίποτα. Το βραδάκι η παπαδιά άρχισε να κράζει τις κότες για τάισμα. Μαζεύτηκαν όλες, μαζί  και η κλώσα. Τα κλωσόπουλα όμως πουθενά, παρά το επίμονο κράξιμο της θειας μου.
.
-Μην κράζεις άλλο παπαδιά, δεν πρόκειται να ρθούνε τα πουλιά, τ΄φαγε η γουρούνα.
-Τι λές ρε πατέρα; Είδες εσύ τη γουρούνα να τρώει τα πουλιά και δεν έκανες τίποτα;
-Εσύ δεν μου είπες παπαδιά να μην ανακατεύομαι;
- Ευτούνο έκαμα και εγώ...
.
 Έτσι ο Γέρο-Φώτης πήρε την εκδίκησή του. Μην φαντασθείτε  βέβαια  πως κράτησε το λόγο του. Μέχρι που έφυγε από τη ζωή πάντα είχε τον πρώτο λόγο.
(Νάχαμε  ένα  γέροντα για καμιά ορμήνια...)
.
(ΧΙΜ_2-3-11)

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.