Το πρώτο μου ταξίδι.

(Ηλία Θ.Χειμώνα υποπτεράρχου ε.α)

Καλοκαίρι 1957.

 Μόλις είχα τελειώσει το Δημοτικό Σχολείο και είχα δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων. Τότε δεν ήταν ακόμη υποχρεωτική η δωδεκαετής εκπαίδευση και για να γίνει κανείς δεκτός στο Γυμνάσιο (εξατάξιο τότε) έπρεπε να πετύχει στις εξετάσεις που γίνονταν τον Ιούνιο. Είχαμε θερίσει, είχαμε μαζέψει τα αλώνια και τα μπουλούκια ήταν έτοιμα να φύγουν για μαστοριά, το Αυγουστιάτικο ταξίδι.

   

Ο πατέρας μου, πρωτομάστορας από τότε που πέθανε ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγγελής, το καλοκαίρι του 1953, αποφάσισε να με πάρει μαζί του μαστορόπουλο, μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία
 

«Για να ιδείς» μου είπε, «πως βγαίνουν τα λεφτά και να διαβάζεις».

 

Η αλήθεια είναι ότι είχαμε ανάγκη και από τα λεφτά. Θα έπαιρνα μισό μερδικό εγώ και μισό ο γάιδαρος μου. Κάθε άτομο από το μπουλούκι δικαιούταν συνήθως να έχει ένα ζο (μουλάρι ή γαϊδούρι) και έτσι ο πατέρας μου, που μόνος του θα έπαιρνε μόνο το μουλάρι μας για δουλειά, όταν πήγαινα και εγώ θα μπορούσε να πάρει δύο ζα.

 

Δεν μου κακοφάνηκε που θα πήγαινα τόσο μικρός στη μαστοριά, γιατί τότε όλοι στην οικογένεια, μικροί-μεγάλοι, δουλεύαμε.

 

Ο πατέρας μου δεν στεκόταν καθόλου όλο το χρόνο: μαστοριά, σπαρτό, θέρο, τρύγο και, όταν δεν είχε κάτι από αυτά, πάλευε στα χωράφια, να φτιάχνει μάντρες, να ανοίγει πετσούρια(1), να διευθετεί τα ρέματα για να μεγαλώσει λίγο τον τόπο που έσπερνε. Το χειμώνα, που ο καιρός δεν του επέτρεπε να κάνει άλλη δουλειά, γύρναγε στα χωριά με ένα καλάθι και μάζευε αυγά, που τα πήγαινε κάθε δεκαπέντε ημέρες στη Μεγαλόπολη και τα πούλαγε για να βγάλει λίγες δεκάρες το ζευγάρι.

Η μάνα μου, εκτός από τις δουλειές του σπιτιού, είχε τα περιβόλια, το αμπέλι και τα χωράφια όσον καιρό έλειπε ο πατέρας, τη φροντίδα των ζωντανών, τα ξύλα για τη φωτιά και τόσες άλλες δουλειές. Πάντα τη θυμάμαι με μια ρόκα να γνέθει τις ώρες που δεν είχε άλλη δουλειά. Όταν ξεκουραζόταν, όταν έβγαινε για κουβέντα στη γειτονιά, όταν καθόμαστε το βράδυ γύρω στο παραγώνι, η μάνα μου πάντα με τη ρόκα

Τα μεγαλύτερα κορίτσια ύφαιναν στον αργαλειό (πέντε προίκες έπρεπε να γίνουν) και τα μικρότερα πήγαιναν με τα γιδοπρόβατα. Εγώ, τελειώνοντας το δημοτικό, ήμουν αρκετά μεγάλος και δεν υπήρχε περίπτωση να κάθομαι εκείνο το καλοκαίρι. Αν δεν πήγαινα με τους μαστόρους, θα πήγαινα με τα γίδια, πράγμα που δεν μου άρεσε. Ποτέ δεν μου άρεσε να πηγαίνω με τα γίδια, όχι γιατί το θεωρούσα υποτιμητικό (τα γίδια ήταν κομμάτι της ζωής μας τότε) αλλά γιατί φοβόμουν μη μου πάνε σε ζημιές και γιατί δεν μου άρεσε η μοναξιά όλη μέρα στο βουνό. Πάντως, αν υπήρχε κάποιος ευνοημένος στο σπίτι μας, αυτός ήμουν εγώ, που επειδή ήμουν το μοναδικό αγόρι των γονιών μου (είχαν και πέντε κορίτσια), αποφάσισαν να με σπουδάσουν, με θυσίες και στερήσεις όλης της οικογένειας. Οι μεγαλύτερες αδελφές μου δεν είχαν τελειώσει το Δημοτικό, όχι γιατί δεν έπαιρναν τα γράμματα, αλλά γιατί υπήρχαν δουλειές στο σπίτι που έπρεπε να γίνουν

Το μπουλούκι των 16 ξεκινάει

Ξεκινήσαμε λοιπόν ένα πρωί, πολύ ενωρίς, με το σκοτάδι. Είμαστε οκτώ άνθρωποι και άλλα τόσα ζα. Εκτός από τον πατέρα μου που ήταν ο πρωτομάστορας του μπουλουκιού, κτίστες ήταν ο γαμπρός μου Πέτρος Πανουσόπουλος, ο ξάδερφος μου Μήτσιος Χειμώνας και ο θείος μου (αδελφός της μάνας μου) Γιάννης Κωνσταντόπουλος (Ολγόγιαννης). Για να βγάζει τις πέτρες (νταμαριτζής) ήταν ο θείος μου Νικόλας Κωνσταντόπουλος (αδελφός του Γιάννη). Τριώτης (υπεύθυνος να φτιάχνει και να δίνει λάσπη στους κτίστες) ήταν ο ξάδερφος μου Μήτσιος Κωνσταντόπουλος. Λεγόταν τριώτης γιατί θα έπαιρνε τα τρία τέταρτα του μερδικού από τις εισπράξεις. Οι κτίστες και ο νταμαριτζής έπαιρναν από ένα μερδικό ενώ τα μαστορόπουλα και τα ζα δικαιούταν από μισό μερδικό. Μαστορόπουλα, με καθήκοντα να κουβαλάμε τις πέτρες από το νταμάρι, το νερό για τη λάσπη και να φροντίζουμε τα ζα, είμαστε εγώ και ο ξάδελφος μου Γιάννης Χειμώνας (αδελφός του Μήτσιου).

Στα ζα μας είχαμε φορτωμένα τα ρούχα με τα οποία θα κοιμόμαστε (ένα σάϊσμα(2) ο καθένας που θα χρησιμοποιούσαμε μισό για στρώμα και μισό για σκέπασμα), τα ρούχα που θα φορούσαμε (απαλαξίδια τα λέγαμε) και τα εργαλεία της δουλειάς (σφυριά, μυστριά, λοστάρια, βαριές, φτυάρια, κασμάδες και γαϊδουροσάνιδα για να φορτώνουμε τις πέτρες).

Περάσαμε μέσα από το Μπουγιάτι (Λυσσαρέα) και έξω από το Καρασάνι νύχτα. Νύχτα ήταν ακόμη και όταν περάσαμε από τους Βλάχους (Χρυσοχώρι). Φώτισε όταν κοντεύαμε να φθάσουμε στο γεφύρι του Κουκλαμά. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το γεφύρι που μου φάνηκε τότε πολύ μεγάλο. Λίγο μετά το γεφύρι, στα δεξιά του δρόμου Τρίπολης-Πύργου, είχε βενζινάδικο ο μπαρμπα-Λιάς του Σαμαρόγιαννη από το Σέρβου. Περάσαμε και τον καλημερίσαμε αλλά δεν σταματήσαμε. Μετά το βενζινάδικο βγήκαμε από τη δημοσιά και πήραμε ένα μονοπάτι, για περικοπό, επειδή ο αμαξιτός δρόμος έκανε μια μεγάλη στροφή από τον Λάδωνα ως το Ερύμανθο. Το μονοπάτι ακολουθούσε μια δασωμένη με πεύκα κυρίως ρεματιά, αρκετά γραφική. Μετά λίγη ώρα συναντήσαμε μια πηγή και εκεί σταματήσαμε για πρώτη φορά από την ώρα που ξεκινήσαμε, για να ξεκουραστούμε και να κολατσίσουμε. Είχαμε πάρει μαζί μας ένα καρβέλι ψωμί, αρκετό να φάμε την πρώτη ημέρα και λίγο τυρί. Την επομένη ημέρα ελπίζαμε ότι θα βρίσκαμε δουλειά και θα μας τάιζε το αφεντικό, αλλιώς θα ζητούσαμε ψωμί από κανένα σπίτι στο δρόμο.

Περάσαμε μια κάπελη κατάφυτη με δρύες και κατηφορίσαμε για το ποτάμι Ερύμανθος (Ντοάνα). Το ποτάμι, στο σημείο που το διασχίσαμε πλάταινε και είχε ένα γόνατο (δικό μου) νερό. Το περάσαμε εύκολα. Βγάλαμε μόνο τα παπούτσια μας για να μη βραχούν και οι μεγάλοι σήκωσαν τα παντζάκια τους. Εγώ και ο Γιάννης φοράγαμε κοντά παντελόνια και δεν χρειάστηκε να σηκώσουμε τίποτε.

Φθάσαμε στο Βασιλάκι και από εκεί πήραμε πάλι τον αμαξιτό δρόμο. Στο δρόμο αυτό δεν είχαμε μεγάλες ανηφορο-κατηφόρες όπως μέχρι εκεί, αλλά υπήρχε άλλο πρόβλημα. Ήταν τα διερχόμενα αυτοκίνητα που μας ανάγκαζαν να μεριάμε τα ζα στην άκρη. Μερικά ζα φοβόντουσαν τα αυτοκίνητα και προγκάγανε. Είχε αρχίσει και η ζέστη και η άσφαλτος άρχισε να πυρώνει. Που και που, όταν ο δρόμος έκανε καμιά μεγάλη στροφή, εμείς κόβαμε περικοπό για να γλιτώνουμε δρόμο. Περάσαμε το Λούβρου, ένα χωριό με λίγα σπίτια, που το είχα ακούσει μερικά χρόνια πριν όταν παραβρέθηκα σε ένα γάμο στη Λυσσαρέα. Ο γαμπρός και οι συμπεθέροι ήταν από το Λούβρου και αντί για κλαρίνο είχαν πίπιζες, σαν τους γύφτους. Το χωριό είχε νερά και περιβόλια και μου φάνηκε όμορφο. Μάλιστα μου φάνηκε παράξενο που είχα ακούσει τον πατέρα μου παλαιότερα να μιλάει για το χωριό αυτό κοροϊδευτικά, σαν να ήταν η εξορία του Αδάμ.

Συναντήσαμε και μερικά άλλα χωριά, όπως τη Μουριά και φθάσαμε στο Αλφειό. Ο δρόμος ακολουθεί τη δεξιά όχθη του ποταμού, πότε πιο κοντά και πότε μακρύτερα. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπήρχαν αμπέλια με σταφίδες, που τα σταφύλια είχαν αρχίσει να γίνονται. Τα δικά μας σταφύλια θα γίνονταν τέλος Σεπτέμβρη και πολύ θα ήθελα να είχα κανένα σταφύλι αλλά ήταν ξένα.

Στο μουσείο της Ολυμπίας

Κατά το μεσημέρι φθάσαμε στη Ολυμπία. Πριν μπούμε στην πόλη είδαμε αριστερά τον αρχαιολογικό χώρο και δεξιά έναν καταπράσινο λόφο, που αργότερα έμαθα ότι είναι ο Κρόνιος λόφος. Μόλις περάσαμε ένα γεφυράκι σε ένα ξεροπόταμο, στην αρχή της πόλης, που αργότερα έμαθα ότι είναι ο Κλαδέος ποταμός, αμέσως κατεβήκαμε αριστερά του δρόμου και σταματήσαμε σε ένα χωράφι με ελιές. Ξεφορτώσαμε τα ζώα να ξεκουραστούν και οι μαστόροι πήγαν σε κάποια γύρω χωριά να βρούνε δουλειά. Εμένα, τον Γιάννη και τον θείο μου Νικόλα μας άφησαν να ξεκουραστούμε και να προσέχουμε τα ζα. Είχε πολλή ζέστη και ξαπλώσαμε κάτω από τις ελιές, που όμως δεν είχαν καλή σκιά. Ο δρόμος σε αυτό το σημείο κάνει μια στροφή δεξιά και αριστερά του δρόμου ήταν ένας υψηλός όχθος, πάνω από το οποίο ήταν ένα μεγάλο, επιβλητικό, κιτρινωπά βαμμένο κτίριο, που μας είπαν ότι ήταν το μουσείο.

Σκεφθήκαμε λοιπόν με το Γιάννη να πάμε να δούμε τα αγάλματα, αφού ήταν Κυριακή και η είσοδος ήταν δωρεάν. Είχαμε ακούσει ότι το άγαλμα του Ερμή ήταν γυμνό και ότι το «πουλάκι» του ήταν σπασμένο. Ο Μήτσιος, πριν ξεκινήσουμε από το χωριό, έλεγε ότι το έσπασε μια Γαλλίδα τουρίστρια με το ραβδάκι της γελώντας, κατά άλλη άποψη το έσπασε από σεμνοτυφία. Όταν φθάσαμε στη είσοδο, εντυπωσιασμένοι από το μέγεθος του κτιρίου και της πόρτας του και φοβισμένοι κάπως γιατί πρώτη φορά βλέπαμε φύλακα με στολή, διστάσαμε και κοντοσταθήκαμε. Ο φύλακας μας φώναξε και μας ρώτησε τι είμαστε και που πάμε. Σίγουρα δεν είμαστε από τους συνηθισμένους επισκέπτες του μουσείου και του τραβήξαμε την προσοχή. Είμαστε δυο φτωχοντυμένα παιδιά, με ντρίλινα κοντά παντελονάκια και τιράντες, λερωμένα από τον ιδρώτα και τη σκόνη της πεζοπορίας, με μια παλιά σκουφίτσα ο καθένας στο κεφάλι μας για τον ήλιο και ένα ραβδάκι στο χέρια μας, για να ακουμπάμε στο δρόμο και να βαράμε τα γαϊδούρια. Μας φάνηκε το ύφος του αυστηρό, θεωρήσαμε ότι μας μάλωνε και το βάλαμε στα πόδια. Καθώς τρέχαμε συναντήσαμε έναν καλοντυμένο κύριο που ίσως είδε από μακριά τη σκηνή και μας ρώτησε γιατί τρέχουμε. Του είπαμε ότι μας μάλωσε ο φύλακας του μουσείου.

- Γιατί σας μάλωσε, μας είπε. Τι κάνατε;

- Εμείς τίποτε δεν κάναμε, του απαντήσαμε. Απλώς πηγαίναμε να δούμε το μουσείο

- Και τότε γιατί σας μάλωσε, τι σας είπε; επέμενε ο κύριος

- Μας είπε τι θέλουμε εδώ, απαντήσαμε.

- Να του πείτε ότι πάτε να δείτε το μουσείο, μας συμβούλεψε. Δεν έχει κανείς το δικαίωμα να σας διώξει. Να γυρίσετε πάλι και να πάτε να δείτε το μουσείο.

Γυρίσαμε λοιπόν πάλι, αφού όμως φροντίσαμε να βγάλουμε τις σκούφιες, να αφήσουμε τα ραβδιά, να ξεσκονιστούμε και να φτιαχτούμε όσο καλύτερα μπορούσαμε.

Ο φύλακας της εισόδου μας ρώτησε πάλι τι είμαστε αλλά τώρα, ξεθαρρεμένοι από τις συμβουλές του καλού κυρίου, του απαντήσαμε ότι είμαστε μαστορόπουλα και πηγαίναμε για δουλειά. Και με την ευκαιρία θέλαμε να δούμε το μουσείο. Δεν μας εμπόδισε. Μπήκαμε λοιπόν και περιηγηθήκαμε το μουσείο. Κάθε εσωτερικός φύλακας μας φώναζε και μας ρωτούσε. Είμαστε φαίνεται αξιοπερίεργα πλάσματα με την εμφάνιση που είχαμε. Πάντως μου άρεσε πολύ το μουσείο, ένοιωσα πολύ ευχάριστα και δεν χόρταινα να βλέπω τα λευκά μάρμαρα που είχαν μορφή ανθρώπων, αλόγων, ταύρων και μυθικών πλασμάτων.

Optimized.ermis
Ο Ερμής του Πραξιτέλη

Το άγαλμα του Ερμή ήταν σε ένα δωμάτιο μόνο του, πάνω σε ένα ψηλό βάθρο, με το δάπεδο γύρω του στρωμένο με άμμο, που όπως έμαθα τον είχαν βάλει για να μη σπάσει το άγαλμα, αν τυχόν έπεφτε από σεισμό. Το περιεργάσθηκα αρκετή ώρα γύρω-γύρω και μαγεύτηκα από την ομορφιά του. Δεν γνώριζα τότε τι ήταν τα άλλα αγάλματα που έβλεπα (τα αετώματα του ναού του Διός, το περίφημο άγαλμα της Νίκης του Παιωνίου, πολλά αγάλματα θεών και ηρώων), ένοιωθα όμως ότι βρισκόμουν σε έναν κόσμο ομορφιάς και χάρης.

Γαλήνεψε η ψυχή μου και ξέχασα για όσο διάστημα ήμουν στο χώρο αυτό την πείνα, τη δίψα, τις ταλαιπωρίες και την κούραση της ημέρας. Ξανά πήγα μερικά χρόνια αργότερα εκδρομή με το Γυμνάσιο στο ίδιο μουσείο και τότε μας ξενάγησαν και κατάλαβα περισσότερα πράγματα, αλλά είναι οι πρώτες αυτές εικόνες και τα συναισθήματα εκείνης της ημέρας που μου έμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη μου.

Optimized.kentavromaxia
Κενταυρομαχεία. Από το αέτωμα του Ναού του Διός

Προς την Πηνεία

Το απόγευμα γύρισαν οι μαστόροι χωρίς να βρούνε δουλειά στα χωριά που πήγαν και συνεχίσαμε το ταξίδι προς την Πηνεία. Δεν επιτρεπόταν από την τουριστική αστυνομία να περνάνε ζώα από τον κεντρικό δρόμο της πόλης και αναγκασθήκαμε να περάσουμε από έναν παράπλευρο δρόμο. Μου άρεσαν όμως οι πικροδάφνες που ήταν στις άκρες του δρόμου, μεγάλες και ολάνθιστες, κόκκινες και άσπρες. Βγήκαμε από τη δυτική πλευρά της πόλης και συνεχίσαμε τον δρόμο προς Πύργο. Περάσαμε το Πελόπιο και τον Πλάτανο και από εκεί στρίψαμε προς τα βόρεια

Το βραδάκι φθάσαμε στο χωριό Σιόπι. Εκεί κάποιος ήθελε να χτίσει μια χαμοκέλα με πλίθες και συμφωνήσαμε να φτιάξουμε εμείς τη δουλειά. Οι πλίθες γίνονται από χωμάτινη λάσπη, αναμιγμένη με άχυρα για να μη σπάζει και αφημένη στον ήλιο να ξεραθεί. Ήταν μικρή δουλειά και τελειώσαμε σε δυο-τρεις μέρες.

Από εκεί φύγαμε και πήγαμε σε ένα άλλο χωριό που παλαιότερα το έλεγαν Ρετεντού και το είχαν μετονομάσει Χειμαδιό. Εκεί αναλάβαμε να φτιάξουμε ένα σπίτι, πέτρινο. Αφού ανοίξαμε τα θεμέλια, άρχισε το χτίσιμο.

"Επί τω έργω"

Οι μαστόροι δούλευαν σε ζευγάρια, ο ένας, ο πιο έμπειρος από τους δύο, έχτιζε την εξωτερική πλευρά του τοίχου και ο άλλος την εσωτερική. Ο Γιάννης, που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος από μένα, ανέλαβε να κουβαλάει τις πέτρες από το νταμάρι. Είχε πέντε ή έξι ζώα, τα οποία τον βοηθούσε ο Θείος μου Νικόλας, που έβγαζε τις πέτρες, να τα φορτώνει. Τα οδηγούσε, άλλα μπροστά και άλλα τραβώντας τα από το καπίστρι, συντεριά(3). Πολλές φορές στο δρόμο κάποιο του ξεσαμάριζε και τότε έπρεπε μόνος του ο Γιάννης να το ξαναφορτώσει. Ένα μουλάρι, αυτό του θείου μου του Ολγόγιαννη, έπεφτε στο δρόμο και δημιουργούσε στον δύστυχο το Γιάννη συχνά προβλήματα, γιατί έπρεπε να το ξεφορτώσει, να το βοηθήσει να σηκωθεί και να το ξαναφορτώσει. Εγώ, ως πιο μικρός, ανέλαβα να κουβαλάω το νερό για τη λάσπη. Πήγαινα σε μια στέρνα, κανά χιλιόμετρο μακριά από το χωριό και γέμιζα κάτι κλειστούς τενεκέδες των 20 λίτρων. Είχα ένα ή δύο γαϊδούρια (ανάλογα με τις ανάγκες σε νερό) και φόρτωνα τέσσερις τενεκέδες σε κάθε γάιδαρο. Όταν γέμιζα τα λεβέτια με νερό και ο τριώτης είχε αρκετή λάσπη, ώστε να μη χρειασθεί τις επόμενες δυο τρεις ώρες άλλο νερό, πήγαινα να βοηθήσω το Γιάννη στις πέτρες.laspi_314

Το φόρτωμα των μουλαριών με πέτρες ήταν δυσκολότερο, γιατί τα μουλάρια ήταν ψηλότερα και εγώ δεν τα έφτανα καλά. Έπρεπε καμιά φορά, όταν η πέτρα που είχα να φορτώσω ήταν μεγάλη και δεν μπορούσα να τη σηκώσω ψηλότερα από το στήθος μου, να κυλήσω μια άλλη πέτρα κοντά στο μουλάρι για να ανέβω επάνω και να φτάσω το σανίδι. Ακουμπάγαμε τις πέτρες στην κοιλιά και μετά την κυλούσαμε στο στήθος για να τις φορτώσουμε. Για να μη σχίζονται τα ρούχα μας από την τριβή φοράγαμε ποδιές ντρίλινες. Όλοι οι μαστόροι φόραγαν τέτοιες ποδιές.

Το φαγητό και τα ζώα

Τρώγαμε έξω στο ύπαιθρο, καθισμένοι καταγής, κάτω από ένα πουρνάρι. Μαγείρευε η σπιτονοικοκυρά. Κάθε ημέρα είχαμε και ρέγκα, γιατί το αφεντικό είχε αγοράσει μια ολόκληρη κάσα με παστές ρέγκες από τον Πύργο για εμάς. Εκείνο που με σκότωνε κάθε ημέρα ήταν που το μεσημέρι, πριν καλά-καλά αποτελειώσουμε το φαγητό, έπρεπε να σηκωθούμε τα μαστορόπουλα, εγώ δηλαδή και ο Γιάννης, για να πάμε να ποτίσουμε τα ζώα σε ένα πηγάδι. Ήταν ντάλα μεσημέρι, ο ήλιος να χτυπάει στο κεφάλι μας και το έδαφος να βράζει κάτω από τα πόδια μας. Και αμέσως μετά να ξεκινήσουμε για τη στράτα τις πέτρες.

Το βράδυ, την ώρα που βασίλευε ο ήλιος, ξεκινούσαμε εγώ, ο Γιάννης και ο μπάρμας μου ο Νικόλας για το βουνό για να βοσκήσουν τα ζώα και εμείς να κοιμηθούμε εκεί. Το πρωί ξυπνούσαμε με το πρώτο φως, φορτώναμε τα ζώα με πέτρες που βρίσκαμε στην περιοχή και έπρεπε πριν βγει ο ήλιος να έχουμε πάει την πρώτη «στράτα» (δρομολόγιο) πέτρες.

Μια νύχτα άρχισε να βρέχει. Κοιμόμαστε σε μια λάκα με καλαμιές, κοντά σε ένα ρέμα που είχε κατά τόπους ρογκάλες με νερό (νερόλακκους). Από αυτό τα ρέμα φορτώναμε το πρωί ποταμίσιες πέτρες. Η περιοχή είχε πλατάνια και σηκωθήκαμε να πάμε κάτω από έναν πλάτανο να προφυλαχθούμε από τη βροχή. Με την συννεφιά δεν υπήρχαν ούτε φεγγάρι ούτε αστέρια, ήταν σκοτάδι και εμείς δεν είχαμε φακό. Όσο και να είχαν συνηθίσει τα μάτια μας στο σκοτάδι, ελάχιστα βλέπαμε. Στο δρόμο ο θείος μου έπεσε σε ένα νεροφάγωμα, που είχε και λίγα βάτα και έχασε τη σκούφια του. Άρχισε να την ψάχνει στα τυφλά και να βλαστημάει (παραπονιέται) «Ε το πεντέρημο, έχασα τη σκούφα μου» δεν ξέρω γιατί μου φάνηκε αστείο και ξεκαρδίστηκα στα γέλια, παρά το χάλι μας. Δεν του κακοφάνηκε του θείου μου που γελούσα με το πάθημα του. Ποτέ δεν του κακοφαινόταν, ότι και να κάναμε. Ήταν τόσο καλός.

Εκείνη η βροχή χάλασε και τη σταφίδα του αφεντικού, που την είχε απλώσει στο χωματένιο αλώνι για να ξεραθεί. Οι μαστόροι θυμάμαι ότι σχολίαζαν μεταξύ τους άσχημα το γεγονός την άλλη ημέρα. «Μπίτι ανάλατος και τεμπέλης είναι το αφεντικό! Αφού φαινόταν ότι θα βρέξει, δεν σκέπασε τη σοδειά του». Πράγματι, θυμάμαι ότι εμείς στο χωριό μας μπορεί δυο χερόβολα σανό να είχαμε στον κήπο και αν φαινόταν ότι θα βρέξει τρέχαμε με κουβέρτες και σαΐσματα να τα σκεπάσουμε να μη σαπίσουν από τη βροχή.

Αχ αυτή ...η σκαλωσιά

Όταν ο τοίχος υψώθηκε αρκετά, οι μαστόροι έφτιαξαν σκαλωσιές. Δεν είχαν καδρόνια και σανίδια και γι αυτό πήγαιναν στο δάσος και έκοβαν κορμούς δένδρων (δοκάρια), τα οποία χρησιμοποιούσαν και για κάθετα στηρίγματα και για οριζόντια τρυπόξυλα αλλά και για το κατάστρωμα της σκαλωσιάς.

skalosia_314
Σκαλωσιά με δοκάρια σε ανεγειρόμενη οικοδομή.

Όμως, όταν τις τελείωσαν και τις φόρτωσαν με πέτρες για να χτίσουν την άλλη ημέρα, ίσως επειδή ήταν χλωρά ξύλα και λύγισαν, ίσως επειδή δεν τα ζύγιασαν καλά ή ίσως επειδή υποχώρησε το έδαφος που ακουμπούσαν τα στηρίγματα, κατέρρευσαν ξαφνικά όλες οι σκαλωσιές από άκρη σε άκρη και χάλασαν και όσο τοίχο ήταν χτισμένος ψηλότερα από αυτές. Ευτυχώς που η ώρα ήταν βράδυ και οι μαστόροι ήταν στο καφενείο. Έτσι δεν τραυματίσθηκε κανείς, πράγμα που θα γινόταν αναπόφευκτα, αν το ατύχημα γινόταν όταν οι μαστόροι ήταν επάνω στη σκαλωσιά. Ο Θεός φύλαξε.

Τελειώσαμε αυτό το σπίτι, μετρήσαμε, πληρωθήκαμε και φύγανε για την επόμενη δουλειά.

Το χτίσιμο της εκκλησιάς

Είχαμε συμφωνήσει να χτίσουμε την επέκταση της εκκλησίας στην Κουτσοχέρα, που φέτος την ακούσαμε λόγω της μεγάλης πυρκαγιάς στην Ηλεία.

agiasmos_314
Αγιασμός πριν τη θεμελίωση μιας εκκλησίας

Αναλάβαμε τη δουλειά «σύμψωμη» δηλαδή χωρίς διατροφή, αφού ήταν κοινόκτητο έργο και δεν υπήρχε αφεντικό και σπιτονοικοκυρά. Έτσι ανάλαβαν το μαγείρεμα ο Μήτσιος και ο Πέτρος εκ περιτροπής. Δεν τρώγαμε τόσο καλά αλλά υπολογίζαμε να βγάλουμε κάτι παραπάνω, αφού την αξία της τροφής την πληρωνόμαστε σε χρήμα. Ο Μήτσιος, που σαν μικρότερος μάστορας είχε αναλάβει το μαγείρεμα, κατά την κρίση του πατέρα μου έβαζε πολύ λάδι στο φαγητό. Αυτό, ως πρωτομάστορας και υπεύθυνος για το μπουλούκι, το θεωρούσε σπατάλη και γι αυτό τον απάλλαξε από αυτό το καθήκον. Μια φορά, κάποιος που μαγείρεψε ξερά φασόλια δεν τα καθάρισε καλά και έμεινε ένα πετραδάκι στο φαγητό. Βρέθηκε στο πιάτο μου και χωρίς να το καταλάβω το δάγκωσα με δύναμη. Ένα κομματάκι από τον δεύτερο τραπεζίτη πάνω δεξιά έσπασε. Πόνεσα τότε και έμεινε το δόντι σπασμένο, μέχρι που φοιτητής πια στην Ιατρική το έφτιαξα, αρκετά χρόνια αργότερα. Και σε αυτή τη δουλειά εγώ είχα πάλι να κουβαλάω το νερό για τη λάσπη. Εδώ όμως ήταν δυσκολότερα, γιατί είχα να το βγάζω από ένα πηγάδι 10 μέτρα βαθύ, με ένα τενεκέ και με βαρούλκο. Το δεξί μου χέρι πλήγιασε και διαπυήθηκε αργότερα από την τριβή της λαβής του βαρούλκου.

Η Χάιδω μας

Εκεί μια νύχτα που με ξύπνησε ο μπάρμπας μου να ιδώ μη μας έφυγαν τα ζα, πράγμα που κάναμε κάθε νύχτα, δεν έβρισκα το δικό μας μουλάρι, τη Χάιδω. Ήταν ένα μεγαλόσωμο αλλά καλόγνωμο μουλάρι. Έψαχνα πολύ ώρα σε μεγάλη έκταση τριγύρω, σε μέρος που μου ήταν εντελώς άγνωστο, αλλά δεν το έβλεπα πουθενά. Από εκείνη τη νύχτα σταμάτησα να φοβάμαι τη νύχτα και το σκοτάδι, γιατί βεβαιώθηκα ότι δεν υπάρχουν στοιχειά, όπως μας λέγανε όταν είμαστε παιδιά για να μας φοβίσουν και να μας σωφρονίσουν. Τελικά, κατά τις πρωινές ώρες το βρήκα. Δεν ήταν μακριά από εκεί που έψαχνα και είχα περάσει πολλές φορές από κοντά του, αλλά δεν το έβλεπα λόγω σκοταδιού. Τις άλλες φορές το άκουγα από το κουδούνι του και το έβρισκα στο σκοτάδι, όπως έκανα και με όλα τα άλλα ζωντανά αυτή τη φορά. Η Χάιδω δεν κουνιόταν εκείνη την ώρα για να χτυπήσει το κουδούνι της επειδή της είχε πέσει το σαμάρι και καθόταν δίπλα του και το φύλαγε χωρίς να βόσκει. Τόσο φιλότιμο μουλάρι ήταν.

Επιστρέφω μόνος

Δεν έμεινα μέχρι το τέλος αυτής της δουλειάς, γιατί ανήμερα του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) έφυγα να πάω στο Γυμνάσιο. Με πήγε ο πατέρας μου στην Αμαλιάδα, που ήταν 2,5 ώρες μακριά με τα πόδια, πήρα το λεωφορείο για τον Πύργο, εκεί ρωτώντας βρήκα το ΚΤΕΛ για την Τρίπολη, το πήρα και βγήκα στο Καλιάνι. Ήταν η πρώτη μου φορά που έμπαινα σε λεωφορείο και στο δρόμο ζαλίστηκα. Από εκεί που κατέβηκα το μέρος μου ήταν γνωστό, γιατί το έβλεπα από την Κοντηλάκα τη ράχη που πήγαινα συχνά και γιατί είχα πάει αρκετές φορές στο μύλο στις Μαυράδες. Περπάτησα λοιπόν μέχρι τους Αράπηδες και έτσι τελείωσε το πρώτο αυτό ταξίδι, γεμάτο εμπειρίες και καινούργιες γνώσεις.

Από τότε πήγα τρία ακόμα καλοκαίρια στη μαστοριά μαζί με τον πατέρα μου. Τον επόμενο χρόνο πήγαμε πάλι ως παραδοσιακό μπουλούκι στην Πηνεία αλλά από τον τρίτο χρόνο και άλλαξαν οι συνθήκες της δουλειάς. Άνοιξαν δουλειές σε δημόσια έργα και δουλέψαμε σε κατασκευή δρόμων στη Λακωνία. Δεν περπατήσαμε με τα πόδια μέχρι εκεί αλλά πήγανε με το λεωφορείο και δεν κουβαλάγαμε πια τις πέτρες με τα ζώα αλλά όλα τα υλικά τα έφερναν με αυτοκίνητα. Δεν λεγόμουνα πια μαστορόπουλο αλλά εργάτης. Είχαμε επιστάτη που συντόνιζε τη δουλειά και δουλεύαμε τακτικό ωράριο. Κοιμόμαστε όμως πάλι έξω, κάτω από ένα πουρνάρι, μαγειρεύαμε το φαγητό μας και πλέναμε τα ρούχα μας μόνοι μας για να μη κάνουμε έξοδα. Είχα εν τω μεταξύ αρκετά δυναμώσει και τα κατάφερνα καλύτερα στη δουλειά.

 

Επεξηγήσεις:

(1)Τα πετσούρια είναι μικρά κομμάτια γης στην άκρη του χωραφιού, που τα δημιουργούσαν με εκχέρσωση και που συνήθως ήταν άγονα αλλά τα έσπερναν κυρίως για να σταματάνε εκεί τα ζώα και να μη κάνουν ζημιές στο κυρίως χωράφι.

(2)Το σάϊσμα είναι ένα τετράγωνο κομμάτι πολύ χοντρό ύφασμα, φτιαγμένο με τρίχες γιδιών και επεξεργασμένο στη νεροτριβή. Ήταν αδιαπέραστο από κρύο και νερό, ήταν όμως σκληρό και σχεδόν άκαμπτο.

(3)συντεριά = δεμένα το ένα πίσω από το άλλο, στη σειρά.

Ηλίας Χειμώνας (ιατρός Καρδιολόγος υποπτέραρχος ε.α)

ΥΓ: Η δική μου γενιά είναι η τελευταία που συμμετείχε στην παραδοσιακή μορφή της μαστοριάς, με τα μπουλούκια, στα ταξίδια στη «Μεσένια», στην «Πηνεία» ή στην «Αχαγιά». Από τότε τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά και ίσως οι νεότεροι δυσκολεύονται να καταλάβουν τις συνήθειες και τις συμπεριφορές του κόσμου εκείνης της εποχής, γιατί την κρίνουν με τα σημερινά κριτήρια. Έτσι όμως ήταν η ζωή τότε και έτσι την παλέψαμε.

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τη μεγαλύτερη θητεία ως πρόεδρος του Συνδέσμου Σερβαίων έκανε ο γιατρός Ιωάννης Δ. Δημόπουλος. Συνολικά χρημάτισε πρόεδρος 21 χρόνια (1936-1953, 1956 και 1962-1964). Επί προεδρίας του χτίστηκε το σχολείο στο χωριό, συνεχίστηκε το χτίσιμο της εκκλησίας της Κοίμησης της Θεοτόκου και έγινε η διάνοιξη του δρόμου για αυτοκίνητα από το Αγιώργη Σαρά μέχρι το χωριό.