Αρκάδες εσμέν – οι μύθοι και η ιστορία μας

    Η αρχαία Αρκαδία δεν είχε τα όρια του σημερινού νομού και ήταν αποκλειστικά μεσόγεια, καταλαμβάνοντας το εσωτερικό της Πελοποννήσου, χωρίς να βρέχεται καθόλου από θάλασσα. Περιελάμβανε τις επαρχίες, Μαντινείας, Γορτυνίας, Μεγαλοπόλεως, τη βόρεια Κυνουρία, όλη την επαρχία Καλαβρύτων, τα δυτικά της Κορινθίας και της Αργολίδας, τμήμα της Ολυμπίας, τμήμα της Ηλείας και τη Λακωνική Αράχωβα.

 

Afrod-Pan

Η Αφροδίτη μειδιώντας κτυπά
με το σανδάλι της τον θεό Πάνα
που την πειράζει.

Η Αρκαδία ενέπνευσε την τέχνη και την ποίηση λόγω της απροσπέλαστης φυσικής ομορφιάς και του απλού, ήρεμου και νομαδικού βίου των κατοίκων της. Οι ποιητές τη φαντάστηκαν ως κάτι ιδανικό, σαν μια Εδέμ επί της γης.

 

Ο Βιργίλιος σε ένα ποίημά του μιλά για δύο νέους Αρκάδες που διαγωνίζονται στον αυλό. Μάλιστα στη Ρώμη ιδρύθηκε «Ακαδημία των Αρκάδων» η οποία καλλιεργούσε την ποιητική τέχνη. Ακόμη, ο ζωγράφος Πουσέν φιλοτέχνησε έναν ωραιότατο πίνακα με τίτλο «Ποιμένες της Αρκαδίας», ο οποίος απεικονίζει ένα ερωτευμένο ζευγάρι που ανακαλύπτει τον τάφο ενός ποιμένος με την επιγραφή «Και εγώ στην Αρκαδία γεννήθηκα» και βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου.

Για την πρώιμη ιστορία της Αρκαδίας γνωρίζουμε πολύ λίγα λόγω ελλείψεως πηγών και πενιχρών ανασκαφικών δεδομένων.

Το έθνος φύλο των Αρκάδων, που αποτέλεσε μεγάλο φυλετικό κράτος, πρέπει να κατέβηκε από τα βόρεια και οι πηγές μιλούν για αυτόχθονες και προσέληνους, ενώ ενδείξεις υπάρχουν ότι οι Μυκηναίοι δεν έθιξαν τα αρκαδικά έθνη, και ότι οι Αρκάδες έμειναν ανεπηρέαστοι από την κάθοδο των Δωριέων.  Το όνομα της χώρας έλκεται από τα αρχαία χρόνια και σύμφωνα με τους μύθους και τις παραδόσεις ήταν η πατρίδα των Πελασγών που πιθανότατα, σύμφωνα με νεότερες έρευνες, τους βρήκαν οι Αρκάδες ως προγενέστερα ινδοευρωπαϊκά υποστρώματα, και από εκεί πρέπει να άρχισε και ο μύθος των αυτόχθονων Αρκάδων. Εξ ου λοιπόν και Πελασγία το πρώτο της όνομα, από τον βασιλιά της. Ο Πελασγός, ο γενάρχης τους, γιος του Διός και της Νιόβης και αυτόχθων πάππος του Θεσσαλού, είναι ο πρώτος άνθρωπος επάνω στη Γη όταν δημιουργήθηκε το ανθρώπινο είδος. Δίδαξε τους ανθρώπους να κατασκευάζουν καλύβες, τους έμαθε να διατρέφονται με τα βαλανίδια της φηγού και εφηύρε τους χιτώνες από τα δέρματα των προβάτων.

lykaio

Ερείπια από τον βωμό του Διός στην κορυφή
του Λυκαίου όρους.

Η μορφολογία του εδάφους και η γεωγραφική θέση της Αρκαδίας την κατέστησαν μία από τις περιοχές που διατηρήθηκαν πολύ μυθολογικοί κύκλοι. Δικαίως θεωρήθηκε γενεσιουργός κοιτίδα ενός μεγάλου μέρους της μυθολογίας μας. Εδώ γεννήθηκε ο Ζευς στο όρος Λύκαιον και ο Ερμής στο ψηλότερο αρκαδικό όρος, την Κυλλήνη. Επίσης αναφέρεται και ως τόπος γέννησης της Ήρας και του Ασκληπιού, της Αρτέμιδος και του Πανός. Πάντως, κυρίαρχη θεότητα είναι η μητέρα-γη συγκερασμένη με την «πότνια θηρών», κάποια αρχέγονη λατρεία που θα δώσει τη θέση της στη Δέσποινα-Δήμητρα, στην Άρτεμη και την Αθηνά Αλέα.

Οι Αρκάδες είναι οι πρώτοι που θεοποίησαν τον Δία και εδώ ο Πελασγός ίδρυσε τον πρώτο ναό του. Έκτισε την πρώτη πόλη στον κόσμο, τη Λυκόσουρα στο όρος Λύκαιον, τον Όλυμπο των Αρκάδων, και, επιβάλλοντας τη λατρεία του Λυκαίου Διός, καθιέρωσε τους αγώνες Λύκαια. Στον χώρο του μύθου, οι Αρκάδες και οι Λέλεγες (πατρίδα τους η Λακωνία) θεωρούνται οι πρώτοι κάτοικοι της Ελλάδας μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνος.

lykaon

Ο Δίας μεταμορφώνει
τον Λυκάονα σε λύκο.

Στην κορυφή του όρους Κυλλήνη σώθηκε δηλαδή το ανθρώπινο γένος. Εξάλλου ο κατακλυσμός αυτός έγινε όταν βασίλευε ο Λυκάων, ο γιος του Πελασγού, ο οποίος θεωρείτο ως ο πλέον σοφός άνθρωπος, αλλά ασέβησε στον Δία –όταν θυσίασε τον γιο του που ήταν ακόμη βρέφος– και μεταμορφώθηκε σε λύκο.Πλην των πολλών γιων του ο Λυκάωνείχε και μια θυγατέρα, την Καλλιστώ, που συνευρέθηκε με τον Δία, ωστόσο τους ανακάλυψε η Ήρα, τη μεταμόρφωσε σε άρκτο και έβαλε την Άρτεμη να τη φονεύσει. Ο Δίας έστειλε τον Ερμή να διασώσει το παιδί που κυοφορούσε η Καλλιστώ και την ίδια τη μεταμόρφωσε σε αστερισμό, τη λεγόμενη «Μεγάλη Άρκτο». Ο γιος της Καλλιστούς Αρκάς, όταν ανέλαβε τη βασιλεία της χώρας, εισήγαγε την καλλιέργεια του ήρεμου καρπού και δίδαξε τους ανθρώπους να παρασκευάζουν άρτο.

Αρκάδες άποικοι

 Οι αρχαίοι μύθοι, περισσότερο δημιουργήματα της Ρωμαιοκρατίας με σκοπό να επιτευχθεί η συσχέτιση των Ρωμαίων με τους Αρκάδες, μιλούν για Αρκάδες θαλασσοπόρους, τους λεγόμενους Τηλεβόες, που είχαν πρώιμα μεταναστεύσει από την Αρκαδία και τις Μυκήνες.

Ο Παυσανίας παραδίδει ότι ο Οίνωτρος, ο μικρότερος γιος του Λυκάονα, ζήτησε χρήματα και άνδρες από τον αδελφό του Νύκτιμο και διαπεραιώθηκε στην Ιταλία δίνοντας το όνομά του στην Οινωτρία (νότιος Ιταλική χερσόνησος). Δεν επιδέχεται αντίρρηση ότι είναι η πρώτη αποστολή για την ίδρυση αποικίας, ακόμη και ανάμεσα από τους βαρβάρους, σημειώνει ο Παυσανίας στα Αρκαδικά.

Οι Αρκάδες Πελασγοί προσήγγισαν στις γειτονικές ακτές (Ιταλία και λοιπή Μεσόγειο) πλέοντες το εγγύς πέλ-αγος το οποίο τους ήγε εις το πέλας (πλησίον). Ο Στράβων γράφει ότι «παλαιότατα έθνη των Ελλήνων εισί τα Αρκαδικά» (Η C 388). Μάλιστα οι Ρωμαίοι ύψωσαν βωμό του Αρκάδος στον Αβέντιο λόφο. Στο Οτράντο της Κάτω Ιταλίας υπάρχει ως σήμερα η Punta Palascia (ακρωτήριο Πελασγών).

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Αρκάς Δάρδανος, ύστερα από έναν τοπικό κατακλυσμό, διαπεραιώθηκε στη Σαμοθράκη και από εκεί στην απέναντι μικρασιατική ακτή.

Lykosoura

Αρχαία Λυκόσουρα. Η πρώτη πόλη σύμφωνα με την ιστορία των Αρκάδων.

Αν προχωρήσουμε και στους Λατίνους συγγραφείς, ο ιστορικός Τάκιτος παραδίδει τη δική του μαρτυρία για την ύπαρξη αρχαιοτάτης ελληνικής γραφής «Arkade ab Evandro dedicerun litteras et forma litteris Latinis. Αυτό σημαίνει ότι οι Αρκάδες πολύ πριν από τους Χαλκιδείς έδωσαν μαθήματα γραφής στους Λατίνους, όταν ο Αρκάς βασιλιάς Εύανδρος έθεσε τις βάσεις της Ρώμης, την ελληνική πολίχνη Παλλάντιο, όπως λεγόταν η πόλη της πατρίδας του. Το ίδιο καταθέτει και ο Ιωάννης Λυδός (Περί μέτρων 1,9): «Εύανδρος πρώτος γράμματα από της Ελλάδος, τα λεγόμενα Κάδμου, εις την Ιταλίαν εκόμισεν». Και ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς: «…και γραμμάτων χρήσιν εις Ιταλίαν διακομίσαι Αρκάδες» (Α’ 33,4). Επιπροσθέτως, ο Αθ. Σταγειρίτης γράφει ότι η μητέρα του Εύανδρου, η Καρμέντις, «αυτή μετασχημάτισε τα λατινικά εκ των ελληνικών». Και επειδή έλεγε τους χρησμούς με στίχους, από αυτήν ονομάσθηκαν οι στίχοι «carmina» και το ποίημα «Carmen».

Ο Παυσανίας αφηγείται ότι ο Εύανδρος, γιος μιας Νύμφης και του Ερμή, ήταν ο σωφρονέστερος και ο πολεμικότερος από τους Αρκάδες και όταν εστάλη να ιδρύσει αποικίες, οδηγώντας στρατό από Αρκάδες του Παλλάντιου, έκτισε πόλη πλησίον του ποταμού Τίβερη. Ένα μέρος της σημερινής Ρώμης, το οποίο κατοικείτο από τον Εύανδρο και τους Αρκάδες, ονομάσθηκε Παλλάντιο, εις ανάμνησιν του αρκαδικού Παλλαντίου. Πολύ αργότερα αφαιρέθηκαν από τη λέξη τα γράμματα λ και ν (Παλάτιον).

 

Αρκάδες και Τρωικός Πόλεμος

Οι Αρκάδες λαμβάνουν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με αρχηγό τον Αγαπήνορα και με έναν διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό πλοίων (60).

Ας παρακολουθήσουμε τον Όμηρο κατά γράμμα, σε πλησίον του πρωτοτύπου μετάφραση, τι περιγράφει στην Ιλιάδα: Όσοι κατοικούσαν στην Αρκαδία που εξαπλώνεται κάτω από της Κυλλήνης το υψηλό όρος, παρά τον τύμβο του Αιπύτου (βασιλιάς που πέθανε πάνω στο όρος κατά τη διάρκεια κυνηγίου θηρίων αφού τον δάγκωσε ένα μικρό φίδι, σηψ) όπου υπάρχουν άνδρες αγχιμαχητές, δηλαδή γενναίοι άνδρες που μάχονται στήθος με στήθος παρά τω πλευρώ των μαχομένων. Και όσοι ενέμοντο τον Φενεό και τον Ορχομενό τον πολύμηλο (με τα πολλά ποίμνια), τη Ρίπη, τη Στρατία και την ανεμοδαρμένη Ενίσπη και κατοικούσαν την Τεγέα και τη θελκτική Μαντίνεια, τη Στύμφηλο και εκαρπούντο την Παρρασία, αυτών αρχηγός ήταν ο βασιλεύς Αγαπήνωρ, γιος του Αγκαίου, με εξήντα πλοία. Επέβαιναν άνδρες Αρκάδες που ήξεραν πολύ καλά να πολεμούν. Σ’ αυτούς λοιπόν έδωσε πλοία που είχαν καλά καθίσματα για τους κωπηλάτες για να περάσουν τον οίνοπα πόντο ο αρχιστράτηγος βασιλεύς Αγαμέμνων, γιος του Ατρέα. Και αυτό γιατί δεν είχαν έννοια για τα θαλάσσια έργα. (Είναι πολύ πιθανό ο Όμηρος εδώ να εννοεί ότι δεν ενδιαφέρονταν για τα θαλασσινά αφού δεν είχαν δικό τους στόλο εξαιτίας του ορεινού τους εδάφους).

 

Αρκαδική διάλεκτος

 

Οι Έλληνες όπως είναι γνωστό στην αρχή των ιστορικών χρόνων δεν μιλούσαν όλοι με τον ίδιο τρόπο, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις πρώτες επιγραφές του 8ου αιώνα π.Χ. Μέσα στη διάκριση των αρχαίων διαλέκτων, αναλόγως των γεωγραφικών περιοχών,   η ταξινόμηση γίνεται σε τρεις ομάδες: την Ανατολική ομάδα – ιωνική, αττική– (Ιωνία, Εύβοια, Κυκλάδες, Αττική), την Κεντρική ομάδα –αρκαδοκυπριακή– (Αρκαδία, Κύπρος) –αιολική– (Θεσσαλία, Βοιωτία, Λέσβος, Αιολία) και τη Δυτική ομάδα –δωρική– (Ήπειρος, Δυτική Στερεά, Πελοπόννησος, Μήλος, Θήρα, Κρήτη, Δωδεκάνησα και αντικρινά παράλια Μικράς Ασίας). Για τη λεγόμενη αρκαδοκυπριακή που μας ενδιαφέρει, δυστυχώς οι γνώσεις μας είναι ελλιπείς και αποσπασματικές γιατί δεν θα επιβιώσει στη συνέχεια ως διάλεκτος.

Pafos
Η αρχαία Πάφος, που αποικίσθηκε από τους Αρκάδες κατά την επιστροφή τους από τον Τρωικό Πόλεμο.

Πάλι από τον Παυσανία όμως παίρνουμε την πληροφορία ότι ιδρυτής της Πάφου ήταν ο βασιλιάς της Τεγέας Αγαπήνορας, που μαζί με το ναυτικό των Αρκάδων, έπειτα από την επιστροφή του από τον Τρωικό πόλεμο, έπεσαν σε τρικυμία και βρέθηκαν στην Κύπρο όπου έκτισαν την πόλη Πάφο και ίδρυσαν το ιερό της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο, στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το χωριό Κούκλια. Στα Κούκλια, στην τοποθεσία Σκάλες της Κύπρου, έχει ανασκαφεί σημαντικό νεκροταφείο και ανάμεσα στα πλούσια κτερίσματα διακρίνονται τρεις ορειχάλκινοι οβολοί εκ των οποίων ο ένας φέρει επιγραφή που μας δίνει το όνομα Οφέλτης στη γενική (Οφέλτου). Είναι το πρωιμότερο δείγμα της ελληνικής συλλαβικής γραφής στο νησί και μάλιστα της αρκαδικής διαλέκτου, την οποία φαίνεται ότι γνώριζε ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού της Πάφου.

 

Η ιστορική περίοδος

Οι Αρκάδες δεν δημιούργησαν πόλη-κράτος και παρέμειναν ασύντακτοι με σύστημα φυλετικής οργάνωσης, ενώ ζούσαν αγροτικό και απλοϊκό βίο λόγω του ορεινού και όχι γόνιμου και τραχέος εδάφους της χώρας τους – και γι’ αυτόν τον λόγο θεωρούνταν ρωμαλέοι και ευσταλείς.

Στην καθαρά ιστορική περίοδο ήταν συνδεδεμένοι με χαλαρή συνομοσπονδία (το Κοινόν των Αρκάδων, αρχές του 5ου αιώνα), μια θρησκευτική ένωση που τα σπέρματά της ανάγονται στο παρελθόν και στις πανάρχαιες αρκαδικές λατρείες του Λυκαίου. Η Ηραία έκοψε τις πρώτες σειρές νομισμάτων του κοινού αυτού.

Έχει διασωθεί ως σήμερα από τα παλαιότατα χρόνια η απάντηση που έδωσε η Πυθία στους Λακεδαιμόνιους όταν της ζήτησαν χρησμό για να καταλάβουν την Αρκαδία: «Αρκαδίην μ’ αιτείς, μέγα μ’ αιτείς, ου τοι δώσω». Διασώζεται ως τις ημέρες ακόμη, έχοντας την έννοια του να θέλει ματαίως κανείς μεγάλα και ασύμφορα πράγματα. Επίσης, υπάρχει και μια άλλη ρήση σχετική με την ιστορία της Αρκαδίας, «Αρκάδας μιμούμενος», εννοώντας ότι οι Αρκάδες μοχθούσαν προς όφελος άλλων επειδή οι ίδιοι δεν επέτυχαν ποτέ δική τους νίκη, παραμένοντες πάντα στην ορεινή τους χώρα, αλλά μάχονταν και αγωνίζονταν προς το συμφέρον άλλων, όπως παραπάνω καταδεικνύεται και από τον Όμηρο.

Οι Αρκάδες, όντας μέλη της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, έλαβαν μέρος στη μάχη των Πλαταιών. Μετά τους Μηδικούς πολέμους η Αρκαδία συσπειρώνεται εναντίον της Σπάρτης. Οι Σπαρτιάτες εν τω μεταξύ πολλές φορές προσπάθησαν να την υποτάξουν αλλά δεν μπόρεσαν να τα καταφέρουν. Η συχνή όμως διάσπασή της έδινε αφορμή στους ξένους (Σπαρτιάτες, Αργείους, Θηβαίους) να επεμβαίνουν πολύ συχνά στα της Αρκαδίας. Οι Τεγεάτες με τους Αργείους και ύστερα με τους άλλους Αρκάδες πλην των Μαντινέων μάχονταν κατά των Λακεδαιμονίων ώσπου ηττήθηκαν το 469 π.Χ. και από τότε πήγαν με την πλευρά των Σπαρτιατών, ενώ οι Μαντινείς έλαβαν μέρος στον Πελοποννησιακό πόλεμο αφού πήγαν με την πλευρά των Αργείων, Ηλείων και Αθηναίων κατά των Σπαρτιατών μέχρι την ήττα τους στη Μαντίνεια οπότε και συμμάχησαν μαζί τους.

Polemos
Οι Αρκάδες παρά τις αρχικές αντιρρήσεις τους τελικά συμμετείχαν στον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Οι Αρκάδες ήταν οι μόνοι που δεν συμφωνούσαν για την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου διότι τα οικονομικά τους συμφέροντα παρέμεναν άθικτα σε αυτή τη σύγκρουση, αλλά στο τέλος, αφού πείσθηκαν από τους Κορίνθιους, ακολούθησαν τη Σπάρτη. Έλαβαν μέρος και στη Σικελική εκστρατεία του 415 π.Χ., και επιπλέον αναδείχθηκαν ως περίφημοι μισθοφόροι στην «Κύρου ανάβαση» και μετά στην Κάθοδο των Μυρίων.

Ύστερα από τη μάχη των Λεύκτρων οι Αρκάδες ενώθηκαν υπό την ηγεσία των Θηβαίων και αρχίζουν κοσμοσγονικές εξελίξεις στη χώρα. Το 369 π.Χ. ο βασιλιάς Αρχίδαμος λεηλάτησε την Παρρασία και νίκησε τους Αρκάδες και τους Αργείους στην περίφημη για τη Σπάρτη «άδακρυν μάχην». Σε αυτή την περίοδο κτίσθηκε και οχυρώθηκε θαυμάσια στα νότια της Αρκαδίας, σε επίκαιρη θέση και σε πρωτοφανές μέγεθος, η Μεγάλη Πόλις (Μεγαλόπολη) και κατοικήθηκε από πολίτες όλων των αρκαδικών πόλεων και συνοικισμών, ενώ το νέο Κοινόν των Αρκάδων ήταν ενιαίο με νομοθετική εξουσία και στρατό 4.000 επίλεκτων ανδρών.

Παρ’ όλα αυτά, υπήρξε αντίδραση της Ηραίας, του Ορχομενού και στάση στην Τεγέα και έτσι, δραττόμενοι της ευκαιρίας, οι Λακεδαιμόνιοι υπό τον Αγησίλαο εισέβαλαν πάλι και τη λεηλάτησαν.

Το 364 π.Χ. οι Αρκάδες βοήθησαν τους Πισάτες στην οργάνωση της 104ης Ολυμπιάδος αποκλείοντας τους Ηλείους, με αποτέλεσμα η Άλτις να γίνει πεδίο σύγκρουσης και, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τους Μαντινείς που θεώρησαν την πράξη ιερόσυλη, να καταλήξουν στη μάχη της Μαντίνειας το 362 π.Χ.

Πολλάκις λοιπόν διασπασμένη η χώρα δέχθηκε με ευμένεια τον Φίλιππο Β’ της μακεδονικής δυναστείας αλλά κατόπιν συμμετείχε στις αντιδράσεις των Ελλήνων κατά των Μακεδόνων και το 330 π.Χ. έλαβε μέρος στη μάχη της Μεγαλόπολης μαζί με τους Σπαρτιάτες και άλλους Πελοποννήσιους, όπου ηττήθηκαν από τον Αντίπατρο (επίτροπο του Μεγάλου Αλεξάνδρου).

Αργότερα οι Αρκάδες ενεπλάκησαν στους πολέμους των Αχαιών κατά της Σπάρτης και αφού οι Σπαρτιάτες υπό τον Κλεομένη νίκησαν τους Αχαιούς, τρομοκρατούσαν την Αρκαδία ως το 222 π.Χ., όταν ο Αντίγονος ο Δόσων, κινούμενος κατά της Σπάρτης, κυρίευσε Τεγέα, Ορχομενό, ερήμωσε τη Μαντίνεια και την παρέδωσε στους Αργείους με το όνομα Αντιγόνεια. Εν αντιθέσει με τον βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη, ο οποίος εισέβαλε στη Μεγαλόπολη, την κατέσκαψε και την ερήμωσε, ως μακεδονίζουσα, μολονότι οι Αρκάδες αμύνθηκαν γενναία υπό τον νεαρό Φιλοποίμενα. Μετά την ήττα των Σπαρτιατών από τον Αντίγονο η Αρκαδία ακολούθησε την τύχη της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Εκείνη την εποχή διακρίθηκαν οι Μεγαλοπολίτες: οι στρατηγοί Φιλοποίμην και Λυκόρτας και ο ιστορικός Πολύβιος.

Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους η Αρκαδία παρουσιάζεται από τον Στράβωνα (30 μ.Χ.) και τον Παυσανία (170 μ.Χ.) σε μεγάλη παρακμή, πληροφορίες που φαίνεται μάλλον να είναι υπερβολικές από τη σημερινή αρχαιολογική έρευνα. Η Τεγέα διατήρησε ακόμη κάποια αίγλη αλλά κατόπιν λεηλατήθηκε άγρια από τον Αλάριχο, το 396. Μετέπειτα ολόκληρος ο τόπος υπέστη πολλά από τις σλαβικές επιδρομές και περιήλθε σε πλήρη αδράνεια.

Ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε νωρίς στην Αρκαδία και ο επίσκοπός της έδρευε, όπως φαίνεται, στην παρά την Τεγέα Παλαιά Επισκοπή, ενώ η δυτική Αρκαδία (Γορτυνία) υπαγόταν στην επισκοπή Λακεδαιμονίας.

Κατά τη Φραγκοκρατία στον Μοριά εξαφανίζονται τα αρχαία ονόματά της και η Αρκαδία καλείται Μεσαρέα (Μεσογαία) και η Γορτυνία (τα) Σκόρτα. Μετά δε την κατάκτηση των Φράγκων, παρά την άμυνα των Σκόρτων και του Νικλίου (Τεγέας) –όπου αντιστάθηκε ο Βουτσαράς ο καλούμενος Δοξαπατρής–, διαιρέθηκε σε πέντε βαρονίες. Και παντού οι Φράγκοι ίδρυσαν φρούρια για την ασφάλειά τους εξαιτίας του ορεινού της χώρας. Ενίοτε έγιναν επαναστάσεις κατά των Φράγκων με την υποστήριξη των Βυζαντινών δεσποτών του Μυστρά της νοτίου Πελοποννήσου, ως το 1330. Επί αυτοκράτορα Ανδρονίκου Παλαιολόγου ο ανιψιός του Ανδρόνικος Παλαιολόγος Ασάν, ξεκινώντας από τον Μυστρά, απέσπασε την Αρκαδία, αν και μέχρι το 1382 τα δυτικά της Γορτυνίας κατείχαν ακόμη Φράγκοι, Ατσαγιόλοι και Ναβαρραίοι.

Κατά το 1392 πολλοί Αλβανοί, με την άδεια της ελληνικής αυτοκρατορίας, εισέρρευσαν στην Πελοπόννησο για την αύξηση του πληθυσμού σε σχέση με τους Τούρκους και κατοίκησαν σε πολλά μέρη της Αρκαδίας. Ο στρατηγός του σουλτάνου Βαγιαζήτ –Γιακούβ πασάς – νίκησε τον στρατό του δεσπότη του Μυστρά Θεόδ. Παλαιολόγου το 1397, και παράλληλα υπέστησαν συντριπτική ήττα οι Αλβανοί της Αρκαδίας από τον Τούρκο Τουρχάν, ενώ το 1458 η Πελοπόννησος κατελήφθη οριστικώς από τον Μωάμεθ Β’ τον κατακτητή.

Επί Τουρκοκρατίας η Αρκαδία εμφανίζει κάποια ακμή της γεωργίας και της κτηνοτροφίας και ειρηνικό βίο, και έτσι ιδρύθηκε νέο κέντρο, η Τριπολιτσά (Τρίπολις) της οποίας το όνομα φαίνεται να είναι παλαιό, από τους συνοικισμούς τριών πόλεων (Μαντινείας, Τεγέας και Παλλαντίου).

Επί Βενετοκρατίας (1697-1715) υπάρχει σιγή, ωστόσο μετά το 1715, κατά τη νέα Τουρκοκρατία, η Τρίπολη καθίσταται έδρα του πασά του Μορέως, έπειτα δε η Δημητσάνα, μετά την ίδρυση της σχολής της το 1764, γίνεται πνευματικό κέντρο και 66 ιεράρχες προέρχονται από αυτήν. Ανάμεσά τους ο Γρηγόριος Ε’, πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, που απαγχονίσθηκε, και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

dimitsana_
Η Δημητσάνα υπήρξε η κυριότερη πηγή τροφοδοσίας σε μπαρούτι των Ελλήνων το 1821.

Κατά την Επανάσταση του 1821 η Αρκαδία αποτέλεσε μεγάλο κέντρο πολεμικών ενεργειών. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κατατρόπωσε τους Τούρκους στο Λεβίδι (15 Απριλίου), στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου), στα Δολιανά και στα Βέρβαινα (18 Μαΐου), και τέλος πολιόρκησε την Τρίπολη στην οποία είχαν συγκεντρωθεί Τούρκοι από την ύπαιθρο χώρα. Την κατέλαβε στις 23 Σεπτεμβρίου, κατά τη γνωστή σε όλους μας άλωση της Τριπολιτσάς.

Το 1824 διεξήχθησαν γύρω από την Τρίπολη αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων και το 1825 ο Ιμπραήμ πασάς εισέβαλε από τη Μεσσηνία στην Αρκαδία και έκτοτε, μέχρι το 1827, τρεις φορές, καταστρέφοντας και καίγοντας όλα τα χωριά και συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους. Δέχθηκε όμως πολλές ενοχλήσεις από τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος του προκάλεσε ενίοτε πολύ σοβαρές ζημιές.

Τελικά, ελευθερώθηκε και η Αρκαδία οριστικά, μετά την εκδίωξη του Ιμπραήμ, κατά τον Νοέμβριο, από τον Γάλλο στρατηγό Μαιζόν.

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας η Αρκαδία απέκτησε φήμη, αναδεικνύοντας εκλεκτούς πολιτευτές και ικανούς άνδρες σε κάθε κλάδο.

Μαρίνα Αθ. Μαραγκού

 

 

 

ΠΗΓΕΣ

 

  1. Παυσανίου Αρκαδικά
  2. Άννα Τζιροπούλου Ευσταθίου ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ
  3. Ομήρου Ιλιάς ραψωδία Β 603-614
  4. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα
  5. Ελευθερουδάκης, Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό

 

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τη μεγαλύτερη θητεία ως πρόεδρος του Συνδέσμου Σερβαίων έκανε ο γιατρός Ιωάννης Δ. Δημόπουλος. Συνολικά χρημάτισε πρόεδρος 21 χρόνια (1936-1953, 1956 και 1962-1964). Επί προεδρίας του χτίστηκε το σχολείο στο χωριό, συνεχίστηκε το χτίσιμο της εκκλησίας της Κοίμησης της Θεοτόκου και έγινε η διάνοιξη του δρόμου για αυτοκίνητα από το Αγιώργη Σαρά μέχρι το χωριό.