Το ξεκλήρισμα του Αρτοζήνου

Νίκου Γ. Παπαγεωργίου

.

Παλαιοί οικισμοί

Τα ψηλά βουνά, πάντα τραβούσαν το ενδιαφέρον των ανθρώπων. Στον Όλυμπο τοποθέτησαν κατά την αρχαιότατα την κατοικία των θεών. Τα βουνά ύμνησαν τόσο ο ανώνυμος λαός (Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά/λάμπουν και στα Λαγκάδια), όσο και οι ποιητές (Πάρε με πίσω στα βουνά / τι θα με φάει ο κάμπος - Κ. Κρυστάλλης [1868-1896]).
Τα ίδιο οι ζωγράφοι αλλά και οι πεζογράφοι. «Τα ψηλά βουνά «είναι ο τίτλος του «Αναγνωστικού» του Ζαχαρία Παπαντωνίου που άντεξε και αντέχει στο χρόνο μορφώνοντας τους μαθητές.

Έτσι και το Γορτυνιακό βουνό «Αρτοζήνος» που βρίσκεται μέσα στο νοητό ορθογώνιο τρίγωνο με γωνίες τα Λαγκάδια, τη Δημητσάνα και του Σέρβου, τράβηξε το ενδιαφέρον πολλών Γορτυνίων.

Ο «Σερβαίος Νοσταλγός» (1) έγραψε ένα ωραίο ποίημα με τίτλο «Ψηλά στον Αρτοζήνο». (2) Άνθρωποι των γραμμάτων το χρησιμοποίησαν ως ψευδώνυμο. Ο γνωστός Λαγκαδινός λογοτέχνης Χρίστος Γ.Νικήτας -Στρατολάτης υπογραφόταν και ως «Αρτοζήνος» στην «Ηχώ των Λαγκαδίων». Ο Βυτιναίος Θ. Λαμπρινόπουλος, κάτοικος Θεσσαλονίκης λαογράφος και κριτικός (Φαρμακοποιός το επάγγελμα), βαφτιστικός του Λαγκαδινού Πρωθυπουργού Θ. Π. Δηλιγιάννη, κατέγραψε ένα αστείο τραγούδι που μιλάει για τον Αρτοζήνο.
Επίσης ο Αρτοζήνος έχει καταγραφεί και κατά την επανάσταση του 1821. Όταν οι ορδές του Ιμπραήμ στρατοπέδευσαν στην Καρκαλού, είχαν νωρίτερα αποπειραθεί ανεπιτυχώς να κάψουν την Δημητσάνα, οι Δ. ΙΙλαπούτας και Φ. Δάρας που είχαν οχυρωθεί στην κορυφή του Αρτοζήνου, άναψαν φωτιές, έβαλαν πάνω στις πέτρες τις κάπες τους και πυροβολούσαν περιφερόμενοι μαζί με τους τσοπάνηδες για να δίνουν την εντύπωση ότι καταφθάνουν ενισχύσεις. 6) Αυτή ήταν και η αιτία, όπως την αναφέρει και ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του, που οι Τουρκοαιγύπτιοι ξενύχτησαν στο πόδι!
Την ίδια εποχή, τον Μάιο του 1826, στις υπώρειες του Αρτοζήνου, όπου και ο «Σωρός της Γριάς», έγινε μάχη μεταξύ των Δ. ΙΙλαπούτα και Φ. Δάρα αφ’ ενός και των ορδών του Ιμπραήμ αφ’ ετέρου, κατά την οποία ηττήθησαν σι Τουρκοαιγύπτιοι. Τον Αύγουστο του 2000 ο Δήμος Ηραίας διοργάνωσε πολιτιστική εκδήλωση, κατά την οποία αποκαλύφθηκε η μαρμάρινη πλάκα, το κείμενο της οποίας αναφέρεται στο ιστορικό της μάχης και στον τύμβο (Σωρό της Γριάς). (8)
Επίσης ο «Σύνδεσμος των εν Αθήναις, Πειραιεί και Απανταχού Σερβαίων, η Κοίμασις της Θεοτόκου» (έτος ιδρύσεως το 1922), εκδίδει τα τελευταία τριάντα χρόνια την εφημερίδα «Αρτοζήνος».


Ο ΣΙΤΟΒΟΛΩΝΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ
Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, ο Αρτοζήνος υπήρξε ο «σιτοβολώνας»της περιοχής, διότι υπάρχουν, πάνω στο βουνό πολλές εκτεταμένες γόνιμες περιοχές, «υψίπεδα», τα οποία παρήγαγαν εναλλάξ σιτάρι και αραποσίτι. Επίσης είχε και αρκετά ποτιστικά, διότι έχει και έξι δροσοπηγές, (Μαυρομάτη, Άγιο Δημήτρη, Αγιάννηδες, Περδικόβρυση, Χαλικόβρυση και Κρυάβρυση).
Το ότι είχε οικονομικό ενδιαφέρον (εκτός των καλλιεργησίμων εκτάσεων είχε και εκτεταμένους βοσκότοπους), φαίνεται και από μία μακροσκελή αναφορά-διαμαρτυρία (10-7-1823) των κατοίκων της Λιοδώρας (πεδινή Ηραία), «Προς τον Εκλαμπρότατον Αντιπρόεδρον του Εκτελεστικού (Κυβερνήσεως) Κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην». (10) Στην αρχή η αναφορά γράφει ότι έδωσαν την εκμετάλλευση, και τας περιοχάς του Αρτοζήνου σε ανθρώπους άσημους και ερωτούν γιατί δεν «τελαλίζονται», δηλαδή δεν εκφωνεί ο τελάλης σε δημόσια συγκέντρωση τον διαγωνισμό για να υπάρξουν μειοδότες ή πλειοδότες κατά περίπτωση.
Με σημερινή γλώσσα θα λέγαμε ότι «γίνεται απ’ ευθείας ανάθεση έργων σε ημετέρους χωρίς διαγωνισμό!». Στη συνέχεια καταγγέλλουν τους Δημητσανίτες ότι «εβγήκαν κατά τον Αρτοζήνο, όπου έχουν μερικοί Λιοδωρίσιοι ταις στάναις των, και ανεξετάστως έμβαιναν μέσα εις τας καλύβας των και έπαιρναν όσο βούτυρον και τυρί εύρισκον χωρίς να το ξυγίζουν! Τι μας χρειάζονται-ερωτούν- οι Τούρκοι με τέτοιους χριστιανούς». Είναι η αγανάκτηση του αδικημένου. Επίσης στις 5 Ιουνίου 1822 κατά τις «ενοικιάσεις προσόδων», ο Αρτοζήνος κατακυρώθηκε στον Κων. Μ. Κομητά μαζί με τα Βαρκά, τις Μαλικιανές, του Λαγαύτη, τις Καριές, αντί 2450 γροσίων.!!!!
Η παραγωγή των δημητριακών του Αρτοζήνου ήταν η αιτία που στην συνθηματική γλώσσα των Σερβαίων μαστόρων ο «Αρτοζήνος» είχε την έννοια του ...ψωμιού! (12)


ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ
Πάνω στα «υψίπεδα» υπήρχε το ομώνυμο χωριό, αρκετά μεγάλο για την εποχή του, το οποίο είχε τέσσερις εκκλησίες: Άγιο Γεώργιο, Άγιο Κωνσταντίνο, Άγιο Ιωάννη, Άγιο Δημήτριο. Εξ αυτών την ερειπωθείσα εκκλησία του Αγίου Δημητρίου ανοικοδόμησε προ είκοσι πέντε ετών, ο Σερβαίος Παναγιώτης Τσαντίλης (13) και προ πέντε ετών την του Αγίου Κωνσταντίνου ο γιος του Δημήτριος. Επί πλέον στην κορυφή του βουνού υπάρχει η εκκλησία του Προφήτου Ηλία .Την ύπαρξη, διαδρομή και το τέλος του χωριού, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε.
Πριν απ’ όλα εισέρχεται το ερώτημα: Το σημερινό βουνό Αρτοζήνος έλαβε το όνομα από το ομώνυμο χωριό η το αντίστροφο; Πιθανότερο φαίνεται το πρώτο.


ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Ετυμολογικά έχουν ασχοληθεί παλαιότερα τα «ΑΡΚΑΔΙΚΑ» και γράφουν: «Η λέξη «Αρτοζήνος» (περιοχή Σέρβου Γορτυνίας), «Αρτοκοστά», (Μετόχι Μονής Αγ. Ανδρέα Κυνουρίας), «Αρτίστα», (Ζαγόρι Ηπείρου), «Μονή Αρτοτίνας», (Δωρίδας), και πιθανόν και άλλα τοπωνύμια είναι μάλλον πρώτο συνθετικό, πιθανόν σλαβικό, άγνωστης σημασίας». (14)
Την πρώτη, βάσει επισήμων στοιχείων, «εμφάνιση» του κάνει το 1698. Βεβαίως το χωριό προϋπήρχε για να έχει και τόσους κατοίκους. Στο βενετικό έγγραφο που δημοσιεύει ό Β. Παναγιωτόπουλος, (15) παρουσιάζονται οι υποχρεώσεις των χωριών του TERRITORIO DI CARITENA, για τις υποχρεώσεις των Δραγόνων (ονομασία στρατιωτών εφίππων που η ονομασία τους οφείλεται στο έμβλημα που έφερον το οποίο εικόνιζε δράκοντα).

Τα διάφορα στοιχεία τας περιόδου εκείνης είχε δημοσιεύσει αποσπασματικά ο αείμνηστος φίλος ιστοριοδίφης Θάνος Βαγενάς. Ο Β. Παναγιωτόπουλος όμως τα παρουσιάζει συγκεντρωμένα.
Στη συνέχεια ο Αρτοζήνος αναφέρεται στις απογραφές που πραγματοποίησαν οι Βενετοί σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο το 1700.Την απογραφή έκανε ο Grimani (της οικογένειας των Ενετών ευγενών).Το χωριό Αρτοζήνος είχε 18 οικογένειες με 92 κατοίκους, η δε ηλικιακή διάρθρωση έχει ως εξής:
Από 1 έως 16 ετών άτομα 43
Από 16 έως 30 ετών άτομα 15
Από 30έως 40ετών άτομα 15
Από 40 έως 50 ετών άτομα 10
Από 50 έως 60 ετών άτομα 1
Χήροι άτομα 3
Χήρες άτομα 5
Σύνολο άτομα 92 (16)
Εδώ διαβάζοντας τον πίνακα παρατηρούμε κάτι, που δεν είναι βέβαια σχετικό με το σημερινό θέμα, αλλά σήμερα είναι αδιανόητο: Βλέπουμε ότι το 80 τοις εκατό του πληθυσμού είναι μέχρις ηλικίας 40 ετών!
Άλλη επίσημη πρωτογενής πηγή που τεκμηριώνει την ύπαρξη και πορεία του χωριού Αρτοζήνος, είναι ένα πατριαρχικό σιγίλιο, (Πατριαρχικά η Συνοδική επιστολή επί μεμβράνης, αφορώσα εις διάφορα εκκλησιαστικά θέματα, επί των οποίων είχε αποφασίσει η υπογράφουσα Αρχή η ο Πατριάρχης) του Πατριάρχου Ιερεμίου του Γ’, του 1718, που αναφέρει τον Αρτοζήνο σαν ένα ενοριακό χωριό τας Αρχιεπισκοπής Δημητσάνας.
Η εδαφική έκταση του Αρτοζήνου, παλαιότερα ιδιοκτησία Δημητσανιτών και Λαγκαδινών, περιήλθε εν πολλοίς στην ιδιοκτησία των Σερ— βαίων από εξαγορές που έκαναν στις αρχές του λήξαντος 20ού αιώνος.


ΠΟΤΕ ΕΠΑΨΕ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ
Αφού έγινε προσέγγιση του μεγέθους και πορείας του χωριού, ερχόμαστε να ερευνήσουμε την εξαφάνισή του και αν αυτή υπήρξε βίαιη. Δύο απόψεις διατυπώθηκαν έως σήμερα:
Ο Γ. Καρβελάς αποδίδει την ερήμωση του Αρτοζήνου σε δύο λόγους: «Στο τραχύ κλήμα του συνοικισμού, ο οποίος έκειτο εις ύψος 1400 περίπου μ. και εις την έλλειψιν ασφαλείας κατά τους μαύρους χρόνους, οι οποίοι επακολούθησαν την επανάστασιν της Πελοποννήσου εν έτει 1770». (18) Στη συνέχεια παρουσιάζει ονόματα,(όπως τα βρήκε στους κώδικες της Μονής Φιλοσόφου), δωρητών από το χωριό Αρτοζήνος.
Ο Β. Παναγιωτόπουλος, αφού αναφέρεται στους Γιανναροπούλου, Καρβελά και Κωνσταντινόπουλο, καταλήγει: «Και αν ακόμα το χωριό δεν ερημώθηκε αμέσως μετά την ανάκτηση της χώρας από τους Τούρκους το 1715, δε θα πρέπει, πάντως να επέζησε για πολύ. Οι πηγές του 18ου αιώνα αφήνουν να εννοηθεί ότι είχε εγκαταλειφτεί πριν το 1750. Σκαρφαλωμένος σε υψόμετρο 1400μ., ο Αρτοζήνος ήταν ένα από τα πιο ορεινά χωριά της Πελοποννήσου». (19)


Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ
Την άλλη άποψη, που υποστηρίζει ότι η εγκατάλειψη υπήρξε βίαιη την παρουσιάζουμε, έτσι όπως δημοσιεύτηκε στην «Ηχώ των Λαγκαδίων»: (20> Γράφει ο «Σερβαίος Νοσταλγός:»
«Έχουν περάσει περισσότερα από 30 καλοκαίρια, που κάθε βράδυ ξαπλωμένος στη Δραγασούρα, (περιοχή στου Σέρβου) άκουα το γερο Πανάγο (Ρουσιά που πέθανε το 1934 και υπήρξε πατέρας του προέδρου της Κοινότητας Σέρβου το 1950, Ιωάννη Ρουσιά), να μου διηγείται διάφορες ιστορίες για όσα είδε ή άκουσε. Ήταν πηγή ανεξάντλητη. Μια απ’ όλες είναι κι αυτή που τη θυμάμαι σαν να τον ακούω τώρα. Του την είχαν πει ο παππού ς του, όταν έβοσκε τα αιγοπρόβατα στις πλαγιές του Αρτοζήνου.
Ήταν
η εποχή του αλωνισμού, και της Κορωνιώτισσας το αλώνι έμοιαζε με κάστρο, κλεισμένο ολόγυρα με θημωνιές. Οι Αρτοζηναίοι (έτσι αποκαλούσαν και επί των ημερών μας τους έχοντες ιδιοκτησίες στον Αρτοζήνο), βιάζονταν για ν’ αλωνίσουν και να συνεμπάσουν γρήγορα γιατί το μέρος είναι ορεινό κι’ έχει πρώιμο χειμώνα.
Πρώτος και καλύτερος ο προεστός του χωριού ο Κομνηνός, έκαμε το σταυρό του, άπλωσε τα δεμάτια, έβαλε τα βόδια στο ζυγό και ξεκίνησε. τον βοηθούσαν σι χωρικοί του, έπρεπε να τελειώσει ένας- ένας, σύντομα για να ‘ρθει η σειρά του άλλου.
Στο κονάκι η κυρά Κομνηνού, νέα αεράτη σβέλτα κι ανοιχτόκαρδη, βάλθηκε να περιποιηθεί όσο μπορούσε καλύτερα τους αγωγιάτες.Μα κι ο Μπέης της Καρκαλούς , που απέχει μια ώρα περίπου από τον Αρτοζήνο, θυμήθηκε ότι είναι εποχή να πληρωθεί τη δεκάτη και το χαράτσι. Και το δειλινό της ίδιας ημέρας έχοντας ως συνοδό ένα ψυχογιό, ξεπέξεψε στ, αρχοντικό του Κομνηνού. Η κυρά δέχτηκε τον αφέντη με τεμενάδες, τον οδήγησε στον οντά και παρήγγειλε στους αλωνιστάς ότι κόπιασε ο Μπέης κι’ είναι βιαστικός. Της απάντησαν πως αυτή τη στιγμή μάζευαν τα αλώνισμα και σε λίγο θα φθάσουν.


Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΕΠΙΒΟΥΛΕΥΕΤΑΙ ΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ
Τούτο δεν εστενοχώρησε καθόλου τον Μπέη, γιατί τα πρόστυχα μάτια του είχαν πέσει στη νέα γυναίκα, που προσπαθούσε να τον πε ριποιηθεί χωρίς να βάλει κακό στο νου της. Κι ο Διάβολος έσπρωξε τον Μπέη ως εκεί που δεν παίρνει .Η γυναίκα πήδηξε από το σπίτι και σαν κυνηγημένη ελαφίνα έτρεξε προς το αλώνι ζητώντας βοήθεια. Οι Αρτοζηναίοι, μαθαίνοντας το τι είχε συμβεί, ορμούν με δικράνια και φτυάρια στο σπίτι του Κομνηνού , βρίσκουν τον Μπέη και τον κάνουν κομμάτια
Ο ψυχογιός του όμως στάθηκε τυχερός και τη γλίτωσε, γιατί βόσκοντας τα άλογα πέρα στη βρύση του Άγιου Δημήτρη και βλέποντας τον κίνδυνο καβάλησε το άλογο κι εχάθη πριν τον προλάβουν.


ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΥΝ ΤΟ ΧΩΡΙΟ
Όταν σε λίγο πέρασε η πρώτη εντύπωση, άρχισαν να σκέπτονται και να υπολογίζουν τα επακόλουθα της συμφοράς που τους βρήκε και είδαν πως άλλη λύση δεν υπήρχε, παρά να εγκαταλείψουν το χωριό και να σκορπίσουν σαν του λαγού τα παιδιά. Αυτό και έγινε. Έκρυψαν γρήγορα -γρήγορα ό,τι ήταν δυνατόν σε διάφορες σπηλιές η όπου μπόρεσαν, πήραν τα απαραίτητα και πριν ο ήλιος καθίσει στην κορυφή του Μπουρνάζου σκόρπισαν για τις πιο μακρινές επαρχίες, για ν’ αποφύγουν τα αντίποινα από τους Τούρκους. Λέγεται πως μερικοί έφθασαν μέχρι τα Σμύρνη.
«Με το σούρουπο, ασκέρι από τη Δραίνα πάτησε το Χωριό και αφού άρπαξε ό,τι είχε απομείνει, έβαλε φωτιά και τόκαψε, τους τοίχους δε τους γκρέμισε από τα θεμέλια κι έσπειρε στάχτη και αλάτι. Δεν σεβάστηκε ούτε τι εκκλησίες. Ο Άγιος Δημήτρης και ο Άγιος Κωνσταντίνος ξεθεμελιώθηκαν. Τα ερείπια σώζονται μέχρι σήμερα. (Σημ: όταν δημοσιευόταν αυτό το κείμενο το 1960 οι πατέρας και γιος Τσαντήλης δεν είχαν ανοικοδομήσει τις δύο εκκλησίες).
Κατά τα χαράματα το απαίσιο έργο τους είχε τελειώσει. Τότε συγκέντρωσαν τ’ αδέσποτα αιγοπρόβατα, φόρτωσαν τα πράγματα που είχαν αρπάξει, πήραν τα κομμάτια του Μπέη και ξεκίνησαν για τα Δραίνα.
Ένα παιδί του Κομνηνού 10 έως 13 χρόνων, που φαίνεται πως δεν ήταν στο χωριό, όταν συνέβησαν τα γεγονότα, βρέθηκε από τους Τούρκους κοιμώμενο, πίσω απ την κορυφή του Στρογγυλού, δίπλα στο δρόμο. Ούτε καν το ξύπνησαν, με μια γιαταγανιά τ’ άφησαν ξαπλωμένο κατά γης όπως ήταν.
Ο ήλιος εκείνη τη στιγμή πρόβαλε απ’ τον Άγιο Λιά, είδε να καπνίζουν τα ερείπια και όχι οι καμινάδες όπως άλλοτε, το χωριό είχε χαθεί, τα γύρω είχαν ρημώσει κι οι θημωνιές είχαν γίνει στάχτη.
Ο Κουτσανδριάς, κλέφτης την εποχή εκείνη, έμαθε αμέσως το μεγάλο κακό πού γινε στον Αρτοζήνο, ήτο το χωριό που κατέφευγε για κάθε του ανάγκη, δεν μπορούσε να πιστέψει, ήθελε να δει με τα μάτια του και ξεκίνησε για κει.
Σαν βγήκε ψηλά στου Στρογγυλού, κόπηκε η αναπνοή του στο θέαμα που αντίκρισε, τα πόδια του βάρυναν τόσο που ήταν αδύνατο να προχωρήσει. Σωριάστηκε κατά γης και τα μάτια του τρέχαν σαν βρύση, λες και προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά που άναψε με μιας μέσα του.
Η διαπίστωση της καταστροφής ξαναφέρνει μερικές φορές τη γαλήνη στο πνεύμα. Κι ο κλέφτης, αφού αλάφρωσε με το κλάμα τον πόνο του, άρχισε να σκέπτεται για εκδίκηση.


ΣΩΖΕΙ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΟΜΝΗΝΟ
Σέρνεται αργά προς τα χαλάσματα του Άγιο Δημήτρη και προσεύχεται. Σε λίγο απομακρύνεται από τα ρημάδια παίρνοντας τον ίδιο δρόμο πούχαν πάρει οι Τούρκοι. Μα καθώς βάδιζε σκεφτικός, βρίσκει μπροστά του ξαπλωμένο το παιδί του Κομνηνού, πνιγμένο στο αίμα του. Το γνώρισε, το πήρε στα χέρια του, ήταν ζεστό, έκαιε, αλλά αναίσθητο είχε βυθιστεί σε βαθύ λήθαργο, γιατί το τραύμα ήταν από τα πιο θανατερά και μολυσμένο από τις μυίγες. Το σκέπασε με την κάπα του και τόφερε στη Σφυρίδα. (Σημ: οικισμός λίγων σπιτιών που υπάγεται στου Σέρβου). Εκεί καθάρισε το τραύμα του, το περιποιήθηκε όπως μπορούσε κι ύστερα το μετάφερε σε μια σπηλιά που είναι επάνω από τον άγιο Σπυρίδωνα. Στην ίδια, έπειτα από πολλά χρόνια, (21) ο Γέρο Λύγκος (ο ληστής) φιλοξένησε τον τότε υπουργό των Οικονομικών Σωτηρόπουλο, ως που να του παν τα λύτρα. Πόσα ημερόνυχτα πάλεψαν ο μικρός Κομνηνός κι ο Κουτσανδριάς με το Χάρο κανένας δεν ξέρει, τελικά νίκησαν.
Ο μικρός έγινε εντελώς καλά. Αλλά τι θα γινόταν τώρα μόνος κι έρημος. Όσο κι, αν φρόντισε ο Κουτσανδριάς, δεν έμαθε τι απέγιναν οι δικοί του. Ο φόβος μην μάθουν οι Τούρκοι πως ζει ήταν μεγάλος, αλλά και να τον πάρει μαζί του δεν μπορούσε, ήταν μικρός και δεν θ’ άντεχε στις κακουχίες της ζωής του κλέφτη.


ΤΟΝ ΕΓΚΑΘΙΣΤΑ ΣΤΟΥ ΛΥΚΟΥΡΕΣΙ
Πιο πέρα απ τη Σφυρίδα, μέσα σε βαθύ λόγγο από πουρνάρια, ήταν μερικές καλύβες τσοπάνηδων, σήμερα είναι το χωριό Λυκούρεση, εκεί εγκατέστησε ο Κουτσανδριάς το μικρό δίδοντάς του και μερικά αιγοπρόβατα. Ο μικρός Κομνηνός μεγάλωσε δίπλα στους άλλους τσοπάνηδες, υπό την προστασία του Κουτσανδριά. Απέκτησε οικογένεια και περιουσία, έγινε ο πρώτος του Χωριού και ο Γενάρχης της πολυπληθούς οικογενείας των Κομνηνών που σήμερα κατοικούν στο Λυκούρεση.
Μα ο Αρτοζήνος έκτοτε ερήμωσε, δεν ξανάγινε χωριό, έγινε βοσκοτόπια και χωράφια, τα παλιά χρόνια των Λαγκαδιανών και Δημητσανιτών και τώρα των Σερβαίων και Λυκουρεσαίων. Τα μόνα σημάδια που δείχνουν πως κάποτε υπήρξε χωριό, είναι τα ρημάδια των εκκλησιών, ελαχίστων σπιτιών, καθώς και μερικά αντικείμενα που βγάζει καμιά φορά στην επιφάνεια τ’ αλέτρι ή ο κασμάς του γεωργού».
Στην άποψη αυτή θα πρέπει να προσθέσουμε και δυο άλλες: Του «ΝΕΟΤΕΡΟΥ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ» που
γράφει: Αρτοζήνος χωρίον επί του ομωνύμου όρους καταστραφέν εκ θεμελίων υπό των Τούρκων δια τον θάνατον ενός επισήμου Τούρκου. Σώζονται ερείπια εκκλησιών ως και οικιών...». (22) Επίσης και του Β. Δάρα που κάνει λόγο για οικισμό «Αρτοζηναίικα», δηλ. εκεί που εγκατεστάθησαν κάποιοι κάτοικοι, χωρίς όμως να το προσδιορίζει. (23)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Έχουμε δυο απόψεις: Η μία (Καρβελάς) που υποστηρίζει ότι η εγκατάλειψη οφείλεται στο «τραχύ κλίμα» και η άλλη (Εγκυκλοπαιδεία Ηλίου και «Σερβαίος Νοσταλγός»), ότι υπήρξε βίαιη.
Η πρώτη πλευρά (Καρβελάς κ.α.) φαίνεται ότι αγνοούσε το δημοσίευμα της «Ηχούς των Λαγκαδίων» (24) και του «Ηλίου», άλλως θα το σχολίαζε.
Ο Χρ. Κωνσταντινόπουλος που ασχολήθηκε με το χωριό Αρτοζήνος, σχολιάζοντας το «ξεκλήρισμα», όπως δημοσιεύτηκε στην «Ηχώ» γράφει ότι : «την παράδοση ελάχιστα παραλλαγμένη του την μετέφερε και ο φίλος του Ανδρέας Κομνηνός (από Λυκούρεση), και τελειώνει λέγοντας ότι «κρύβει πυρήνα αληθείας».
Επίσης ότι ο υπογράφων άκουσε πολλάκις και μετά βεβαιότητος ότι οι κάτοικοι του Αρτοζήνου μετέβησαν και εγκαταστάθηκαν κάπου στα Αροάνια, και ότι υπάρχει εκεί τοπωνύμιο. Δεν κατέστη όμως δυνατόν να τεκμηριωθεί.
Τελειώνοντας θα προσθέταμε ότι εγκαταλείψεις ορεινών χωριών έγιναν πάρα πολλές. Όμως μετά την απελευθέρωση. Το συνιστούσε μάλιστα και ο Κολοκοτρώνης.


ΝΙΚΟΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) «Σερβαίος Νοσταλγός»: το ψευδώνυμο του Νικήτα Σχίζα από Σέρβου.
2) Ηχώ των Λαγκαδίων, Γορτυνιακή Εφημερίς Εκδιδομένη υπό του Συνδέσμου των εν Αττική Λαγκαδινών,φ.9 /1-1-1960 σ. 2.
3) Όπως πάρα πάνω φ.17 /12-9-1960 σ. 2.
4) Όπως πάρα πάνω φ /17 12-9-1960 σ. 3.
5) Τάκη Χ. Κανδηλώρου,”Γορτυνία”, σ. 319.
6) Ν.Γ.Παπαγεωργίου, ομιλία, εφ. “Γορτυνία”, Εκδότης Διευθυντής Κ.Π Καλύβας φ.169 (349), Οκτ 2000,όπως και εφ. “Αρτοζήνος” κ.α.
7) Γ. Τερτσέτη Άπαντα τ. Γ, σ. 184.
8) Ν. Γ. Παπαγεωργίου ομιλία εφ. Γορτυνία φ. 169 (349), Οκτ. 2000,
9) «Αρτοζήνος», Δίμηνη έκδοση του Συνδέσμου Σερβαίων Αρκαδίας.
10) «Πλαπούτας Βιογραφία-Ανέκδοτο Αρχείο-Απομνημονεύματα, Αγησίλαου Τσέλαλη. σσ. 305-7.
11) Αρχείο Ελληνικής Παλιγγενεσίας, έκδοση της Βουλής των Ελλήνων τόμος 17 σσ. 48-49.
12) Ηχώ των Λαγκαδίων, όπως πάρα πάνω φ. 17 σ. 3
13) Β. Ι. Δάρα, Ιστορικά, του Σέρβου Γορτυνίας (Ιστορία, Λαογραφία, Παραδόσεις) Αθήνα 1988 σ. 64.
14)ΑΡΚΑΔΙΚΑ, (Διμηνιαίο Περιοδικό λόγου.-τέχνης -ζωής) του Κέντρου Αρκαδικών μελετών. Χρόνος Γ Αθήνα Ιαν.Φεβρ 1975 τεύχος 1 σ.  

     24
15 Β. Παναγιωτόπουλου, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος -18ος αιώνας, Αθήνα 1985 σ. 320.
16) Όπως πάρα πάνω σ. 261.
17) Ηχώ των Λαγκαδίων φ Ι7/Ι2-9-Ι960 σ. 3.
18) Γεωργίου ΙΙ Καρβελά, Ιστορία της Δημητσάνας τόμος Β σσ. 756 και759.
19) Β. Παναγιωτόπουλου, όπως πάρα πάνω σ. 358.
20) Ηχώ των Λαγκαδίων όπως πάρα πάνω φ Ι2/5-4-1960 σ. 2
21) Γιάννα Δ. Παπαχρήστου, του Παλούμπα και οι Παλουμπαίοι Εκδόσεις Φύλλα Τρίπολη 2000. σσ. 153, 4, 5
22) ΝΕΟΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΛΙΟΥ,Τ. Δ σ. 577.
23) Β. 1. Δάρα, όπως πάρα πάνω σ. 6
24) Ηχώ των Λαγκαδίων, όπως πάρα πάνω φ.17 σ. 3
25) Ν.Γ.Παπαγεωργίου, Εφ. Γορτυνία, συνέχεια δημοσιεύσεων, φ 205 (385) σ. 2

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ 2004 « ΜΑΡΑΘΑ»

 

 

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το Δημοτικό Σχολείο άρχισε να χτίζεται τον Αύγουστο του 1936. Επειδή τότε δεν πήγαινε αυτοκίνητο στου Σέρβου, τα τσιμέντα τα κουβάλησαν με μουλάρια από τα Λαγκάδια. Τις σιδερόβεργες όμως για την πλάκα, λόγω του μήκους τους και της φύσης του μονοπατιού δεν μπορούσαν να τις φορτώσουν στα ζώα και γι' αυτό τις κουβάλησαν οι Σερβαίοι στον ώμο από τα Λαγκάδια. Οι εργασίες σταμάτησαν λόγω του πολέμου και συνεχίστηκαν μετά το 1949. Οι αίθουσες του σχολείου άνοιξαν για τους μαθητές το 1954.