Η άλωση της Τριπολιτσάς, όπως έγινε. Μαρίνας Αθ. Μαραγκού.

.Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της αρθρογράφου.

Εορτάζεται πανηγυρικά και τιμάται αυτή η επέτειος, καταγράφεται δε ως μια τεράστια επαναστατική επιτυχία, αλλά, όπως πολύ συχνά, υφέρπει και μια σιωπηρή αποσιώπηση των πραγματικών γεγονότων. Είναι γιατί δεχόμαστε το παρελθόν μας να απαρτίζεται, καλώς προστατευμένο –με ένα φωτοστέφανο αγιοσύνης– μόνο από αυτοθυσίες, και από ηρωικές υπερβάσεις υπέρ πάντων του αγώνος, εξοβελίζοντας κάθε είδους αγριότητες και βαρβαρότητες. Εδώ όμως η ιστορία μάς αποκαλύπτει μια άλλη γυμνή μαύρη σελίδα που αρεσκόμεθα να την παραμερίζουμε και προτιμούμε απλώς να επαιρόμεθα, αφού πάντα θέλουμε εμείς να είμαστε οι άμεμπτοι, που οι αγώνες μας και η αγάπη μας για την πατρίδα συμπίπτουν απαρέγκλιτα με το δίκιο μας.

Θα επιχειρήσουμε παρακάτω συνοπτικά την απλή παράθεση των γεγονότων της Άλωσης της Τριπολιτσάς, κατά τας γραφάς, με την επιθυμία να αναδυθεί αποκρυσταλλωμένη μόνο η αλήθεια, διότι αυτό εννοούμε όταν λέμε ιστορία και έτσι της αρμόζει η θέση της ως επιστήμη. Η πλούσια βιβλιογραφία Ελλήνων και ξένων αυτοπτών μάς επιτρέπει να έχουμε την εικόνα των τεκταινομένων ιδιαιτέρως διάφανη. Οι ιστορικοί του Αγώνα και οι απομνημονευματογράφοι προσπάθησαν, όλοι σχεδόν,  να ερμηνεύσουν και κάποτε να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά των Ελλήνων προς τους Τούρκους αμάχους στην άλωση της Τριπολιτσάς. Ο  Σπ. Τρικούπης θα προσπαθήσει να εξηγήσει: «Δεν έχουμε καμία πρόθεση να δικαιολογήσουμε τις απανθρωπιές των Ελλήνων, υπενθυμίζουμε μόνο ότι κάθε ιστορία λαού, ακόμη και αυτών των εξευγενισμένων, περιέχει σελίδες απανθρωπιάς».
Η πολιορκία της Τριπολιτσάς, στρατιωτικού διοικητικού κέντρου της Πελοποννήσου, υπήρξε καθοριστική για την εμπέδωση της Επανάστασης για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Το σχέδιο και η οργάνωση βαρύνουν ολοκάθαρα τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος θεωρούσε ότι αποτελεσματικότερη για τον Αγώνα θα ήταν η πολιορκία αυτής της πόλης, που η πτώση της θα είχε τεράστιες συνέπειες και για  την πορεία των επιχειρήσεων και για το ηθικό των επαναστατών.

Την τελευταία δεκαετία πριν από την Επανάσταση η Τριπολιτσά αποτελούσε τη σημαντικότερη για την Οθωμανική Αυτοκρατορία στρατιωτική βάση του νότιου ελλαδικού χώρου. Με την έναρξη λοιπόν του Αγώνα η πόλη υπήρξε στόχος των επαναστατών, παρά το γεγονός ότι κατά την άποψη των ηγετών της Πελοποννήσου έπρεπε να προηγηθεί η κατάληψη άλλων κάστρων (Μεθώνης, Κορώνης, Πάτρας, Ναυπλίου κ.ά.).

Η πολιορκία της πόλης άρχισε τις πρώτες ημέρες του Απριλίου του 1821. Ο στρατοπεδευμένος γύρω από την Τριπολιτσά στρατός ήταν μοιρασμένος σε τέσσερα  μεγάλα σώματα υπό τους Κολοκοτρώνη μαζί με Μανιάτες κυρίως, και Αρκάδες, Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Αναγνωσταρά και Παναγιώτη Γιατράκο. Μέσα στην πόλη βρίσκονταν αρκετοί αρχιερείς και προεστοί κατόπιν πρόσκλησης των Τούρκων δήθεν για συζητήσεις, οι οποίοι είχαν πληροφορίες για την επικείμενη εξέγερση. Στις αρχές του μήνα οι Τούρκοι φυλάκισαν 18 σωματοφύλακες των ομήρων που βρίσκονταν πλέον σε περιορισμό. Στις 16 Απριλίου αποκεφαλίζουν τον ανιψιό ενός προεστού και έναν από τους ανθρώπους του, με τη δικαιολογία ότι βρίσκονταν σε συνεννόηση με τους πολιορκητές. Στις 17 οι όμηροι φυλακίστηκαν και δολοφονήθηκαν οι 18 σωματοφύλακες.

Η στρατηγική διάταξη των Ελλήνων και η συστηματική οχύρωση του ελληνικού στρατοπέδου οφείλονταν, όπως προείπαμε, σε σχέδιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος κατάφερε να εμπνεύσει θάρρος και αυτοπεποίθηση, μολονότι αντιμετώπισε επανειλημμένως δύσκολες καταστάσεις. Μία από αυτές ήταν η ενέργεια του Χουρσίτ πασά, βαλή της Πελοποννήσου από το 1820, ο οποίος απέσπασε από το στρατόπεδο της Ηπείρου, όπου βρισκόταν για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά, στρατιωτικό σώμα και το έστειλε στην Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον Μουσταφά πασά. Ο Μουσταφά μπήκε στην πολιορκημένη πόλη στις 6 Μαΐου, παρ’ όλα αυτά ο Κολοκοτρώνης προσάρμοσε το σχέδιό του και οργάνωσε την ελληνική δύναμη στο Βαλτέτσι. Εκεί διεξήχθη μάχη στις 12-13 Μαΐου όπου νίκησε τους Τούρκους και τους υποχρέωσε να περιοριστούν στην άμυνα.

Όσο κατήγε νίκες  ο Τούρκος κεχαγιάμπεης της Τριπολιτσάς ήταν μέγας και τρανός, όταν άρχισε όμως να χάνει, κανείς δεν τον σεβόταν ούτε τον υπάκουε. Τότε, όπως συμβαίνει σε κάθε αποτυχία, ξεσηκώθηκαν πολλά κεφάλια των πολιορκημένων Τούρκων και χωρίσθηκαν σε τρία κόμματα, όπως  αναφέρει ο Τρικούπης. Το πρώτο κόμμα ήταν οι ντόπιοι Τούρκοι που ζητούσαν ασφάλεια (υπό τον Κιαμίλμπεη, τον Μουσταφάμπεη, τον Δεφτεράρη και τον Σιεχ-Νετσίπ-εφέντη, το δεύτερο κόμμα ήταν του κεχαγιάμπεη, δηλαδή των ασιανών, που ζητούσε τιμή, και οι συν αυτώ Αλβανοί υπό τον Ελμάσμπεη, που ζητούσαν χρήμα. Και τα τρία κόμματα έβλεπαν ότι κάθε αντίσταση ήταν μάταιη, εφόσον γνώριζαν ότι οι ομόθρησκοί τους που θα μπορούσαν να σπεύσουν σε βοήθεια είχαν ηττηθεί στα Βασιλικά. Εκεί όπου οπλαρχηγοί και αγωνιστές της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας επέτυχαν να ανακόψουν την προέλαση πολυάριθμου τουρκικού στρατού προς την Τριπολιτσά.

 Στις 10 Αυγούστου βγήκαν έξω από την πόλη 4.000 Τούρκοι και συγκέντρωσαν αρκετά τρόφιμα από τα γύρω χωριά. Ο Κολοκοτρώνης όμως συνέλαβε την ιδέα της διόρυξης μιας μεγάλης οχυρωματικής τάφρου στον δρόμο που θα ακολουθούσαν και έτσι στην επιστροφή τους αρκετοί σκοτώθηκαν, ενώ υπέστησαν γενικά μεγάλες ζημιές, και τα ζώα και τα τρόφιμα περιέπεσαν στα χέρια των Ελλήνων. Είναι ο περίφημος πόλεμος της Γράνας, που διήρκεσε μόλις μία ώρα. Το ηθικό των πολιορκητών μετά τη μάχη αυτήν είχε τονωθεί. Με μεγάλη χαρά έβλεπαν ανάμεσά τους και ξένους φιλέλληνες που ήρθαν να συμπαρασταθούν στην πιο σημαντική επιχείρηση του πρώτου έτους της Επανάστασης. Ήταν μαζί τους οι Γάλλοι Ρεμπό και Βουτιέ, που έφθασαν μαζί με τον Μαυροκορδάτο στα Τρίκορφα και τον Αύγουστο ο Άγγλος συνταγματάρχης Τόμας Γκόρντον που προσέφερε πολεμοφόδια, κανόνια, βόλια, μπαρούτι, σπαθιά και τουφέκια.

 

 
Έως τα τέλη Αυγούστου η κατάσταση στην πολιορκημένη πόλη είχε γίνει αφόρητη και δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας. Για τους φτωχούς και τους Τούρκους πρόσφυγες από όλη την Πελοπόννησο δεν είχαν απομείνει καθόλου τρόφιμα και μόνο αυτοί που διέθεταν πολύτιμα αντικείμενα μπορούσαν να εξασφαλίζουν τροφή μέσα από τα δίκτυα της μαύρης αγοράς, που διαχειρίζονταν οι Αλβανοί εντός των τειχών και οι Μανιάτες εκτός.

Ωστόσο,  οι Αλβανοί, όντας άνθρωποι του συμφέροντος, κατά τα λεγόμενα του Τρικούπη, ήξεραν ότι αν αποφάσιζαν να αποχωριστούν τους συναδέλφους τους και να συμβιβαστούν με τους Έλληνες, δεν  θα έπρεπε να ριψοκινδυνεύσουν καθόλου επ’ ωφελεία άλλων. Άλλωστε, περιέπεσαν σε τόση αναισχυντία ώστε μονοπωλούσαν ό,τι τροφές είχαν απομείνει και πουλούσαν ακόμη και το νερό της πόλης. Είχαν εκδιώξει τον κεχαγιάμπεη από το παλάτι του και είχαν αποσπάσει τους μισθούς τους διά της βίας. Εν τω μεταξύ, οι ντόπιοι Τούρκοι δεν ήθελαν να θέσουν τις οικογένειές τους σε κίνδυνο και ήλπιζαν να συμβιβασθούν με τους προκρίτους αφού διατηρούσαν καλές σχέσεις μαζί τους. Μόνο οι τοποτηρητές της οθωμανικής εξουσίας ήταν οι πλέον αποφασισμένοι για αντίσταση μέχρις εσχάτων ή για ηρωική έξοδο.

Η πίεση γινόταν πιο έντονη όσο περνούσαν οι μέρες και βοήθεια δεν φαινόταν από πουθενά. Επικρατούσε τέτοια διαφωνία στην Τριπολιτσά που καθιστούσε τη δεινή της θέση πολύ δεινότερη. Παράλληλα, η εκπολιόρκηση που πλησίαζε είχε φέρει έξω από τα τείχη ένα μεγάλο πλήθος Χριστιανών που διατηρούσαν ζωντανή την ελπίδα της λαφυραγωγίας  των αμύθητων θησαυρών, που όπως είχε επικρατήσει η φήμη, βρίσκονταν εκεί. Τις τελευταίες μέρες αριθμούσαν περί τους 15.000. Ο συνωστισμός αυτού του πλήθους προκάλεσε στερήσεις και πείνα ενώ αύξανε την ανυπομονησία και την αγριότητα.  Επικρατούσε τόση αταξία και απροσεξία στο στρατόπεδο ώστε πολλοί  αισχροκερδούσαν πουλώντας τροφές τη νύχτα στους πολιουρκουμένους.

Στη διάρκεια της πολιορκίας οι Έλληνες είχαν φροντίσει να κάνουν συμφωνία για το μοίρασμα των λαφύρων. Οι πολιορκητές ένιωθαν ότι το ζήτημα των λαφύρων θα ήταν καθοριστικό για τις μελλοντικές εξελίξεις, για τις πολιτικές και τις κοινωνικές ισορροπίες της Επανάστασης. Εκείνοι που θα εξασφάλιζαν τα πλούτη της Τριπολιτσάς  θα καθίσταντο ισχυροί, πιο ισχυροί από τους ανταγωνιστές τους, εφόσον ήταν ήδη άρχοντες και θα κατάφερναν να διεκδικήσουν την επαναστατική εξουσία, που έμοιαζε πιο ρευστή από ποτέ. Οι φτωχοί χωρικοί, πάλι, προσδοκούσαν ότι ίσως τα κέρδη θα τους έβγαζαν από τη μιζέρια και θα μπορούσαν να αντέξουν σε μια τέτοια πολεμική ατμόσφαιρα που βρισκόταν επί θύραις. Ο πλούτος της Τριπολιτσάς, μεγεθυμένος από θρύλους και υφέρπουσες φήμες, θεωρείτο ότι θα ικανοποιούσε κάθε προσδοκία για έκαστον από τους πολιορκητές και όλοι διεκδικούσαν με πείσμα ο καθένας για τον εαυτό του.

Οι σημαίνοντες, οι πρόκριτοι αλλά και ο Υψηλάντης, ζητούσαν να γίνει το μοίρασμα με τάξη, να πάρουν μερίδιο οι στρατιώτες τους και να μείνουν χρήματα για τον Αγώνα, για το έθνος. Το έθνος όμως και ο Αγώνας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με τα συμφέροντά τους. Οι ισχυροί επεδίωκαν συμφωνία με τους ισχυρούς, τους προύχοντες των μουσουλμάνων ώστε να τους μεταβιβασθεί η εξουσία ομαλά. Από την άλλη, όλοι οι οπλαρχηγοί επένδυσαν στην εμπιστοσύνη που είχαν στη στρατιωτική τους ισχύ οι πλούσιοι μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι και άρχισαν τις προσωπικές διαπραγματεύσεις, που στηρίζονταν στην εξαγορά προστασίας. Ο πολύς λαός ήθελε να εφορμήσει αλόγιστα, στη λογική τού όποιος προλάβει.

Καθ’ όλη αυτή τη διάρκεια, τα γεγονότα εξελίσσονταν ραγδαία. Στις 12 Σεπτεμβρίου οι πολιορκημένοι με επιστολή γνωστοποιούν την απόφασή τους να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις. Εκείνο ακριβώς το διάστημα εσπευσμένα αναχωρεί ο Υψηλάντης, με τους γιους τού Κολοκοτρώνη, Πάνο και Ιωάννη, αφού είχαν ζητηθεί ενισχύσεις επειδή κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο τουρκικός στόλος έπλεε προς τον Κορινθιακό κόλπο. Μια δυσερμήνευτη έως σήμερα κίνηση που ήταν οπωσδήποτε επιζήμια στις κρίσιμες εκείνες ώρες που απαιτούσαν λεπτούς και προσεκτικούς χειρισμούς. Την επομένη ημέρα, 13 Σεπτεμβρίου, πραγματοποιήθηκε και δεύτερη συνάντηση κατά την οποία οι Τούρκοι παρουσίασαν κείμενα με υπεραπαιτητικούς όρους, τα οποία φυσικά απορρίφθηκαν.

 
Οι παραμονές της άλωσης έμοιαζαν με ένα τεράστιο παζάρι, όπου το εμπόρευμα ήταν ανθρώπινες ζωές, που όλα τους τα όνειρα και οι επιθυμίες βασίζονταν στον θάνατο των άλλων και «η δίψα για εξουσία συνόδευε τον επιθανάτιο ρόγχο εκείνων που δεν είχαν τίποτε να πουλήσουν». Οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν και πρόοδο σημείωσαν οι ξεχωριστές επαφές. Ο Κολοκοτρώνης είχε έλθει σε συμφωνία μόνο με τους Αλβανούς (που ήταν περίπου 1.900), έπειτα από έκκληση Σουλιωτών και Ακαρνάνων οπλαρχηγών που ήταν ομοεθνείς τους, και τους υποσχέθηκε να τους βοηθήσει να φύγουν με ασφάλεια, με την υποχρέωση να μην πολεμήσουν ξανά τους Έλληνες.
23 Σεπτεμβρίου, ημέρα Παρασκευή και ενώ το έγγραφο για την αναχώρηση των Αλβανών δεν έχει ακόμη υπογραφεί, μέσα στην πόλη οι μουσουλμάνοι συγκεντρώθηκαν μπροστά στο Σαράι για να αποτρέψουν την κακιά τους μοίρα. Τα τείχη μένουν απροστάτευτα. Εξάλλου, από τις προηγούμενες ημέρες ένοπλοι χριστιανοί μπαινόβγαιναν στην πόλη για να ασφαλίσουν τις πλούσιες οικογένειες που είχαν έλθει σε συμφωνία με τους οπλαρχηγούς για να μεταφέρουν τις περιουσίες τους. Όλη αυτή η κατάσταση είχε ερεθίσει τα πλήθη που περίμεναν έξω από την πόλη – η έφοδος προέκυψε από μόνη της, χωρίς καμιά διαταγή από πουθενά. Ο Μ. Οικονόμου αναφέρεται  σε έναν εκ των Τσακώνων ονόματι Μανόλη Δούνια, ο οποίος είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τους Τούρκους και μπαινόβγαινε υποσχόμενος ότι θα τους βοηθήσει να βγουν με ασφάλεια. Ήταν αυτός που όρμησε και κυρίευσε το πυροβολοστάσιο της πύλης του Ναυπλίου, και άλλοι εφόρμησαν στην πύλη του Μυστρά. Οι Αλβανοί τότε, ενώ ήταν έτοιμοι για αναχώρηση, αντιμετώπισαν μέσα στη γενική σύγχυση τον κίνδυνο εξολόθρευσής τους, εντούτοις σώθηκαν με την επέμβαση του Κολοκοτρώνη. Όντως, οι Αλβανοί κατάφεραν να φύγουν, ανενόχλητοι, προς τα Καλάβρυτα και τη Βοστίτσα,, με τη συνοδεία ελληνικού τμήματος υπό τον Πλαπούτα, και κατόπιν οδοιπόρησαν για την Ήπειρο.
 Αυτό που επακολούθησε ήταν ημέρες κόλασης. Άρχισαν οι ανελέητες σφαγές, όλα αρπάζονταν ή καταστρέφονταν από όλους. Ο Κολοκοτρώνης δίνει μια μακάβρια εικόνα: «Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη».«Το ασκέρι όπου ήτον μέσα το ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή ως Κυριακήν, γυναίκες, παιδιά και άντρες τριάντα δύο χιλιάδες. Ένας Υδραίος έσφαξε ενενήντα Έλληνες. Εσκοτώθηκαν εκατό».
Από τους ισχυρότερους μέχρι τους άοπλους χωρικούς σκότωναν και λήστευαν αδιακρίτως, κρατώντας ο καθένας για τον εαυτό του ό,τι άρπαζε και κατόπιν το πήγαινε σπίτι του. Οι πιο αδικημένοι ήταν αυτοί που πειθάρχησαν και υπηρέτησαν πρόθυμα, περιγράφει ο Οικονόμου. Ο Ρεμπό (αυτόπτης από τους ξένους συγγραφείς) διηγείται ότι οι Μαυρομιχαλαίοι, η Μπουμπουλίνα, ο Κολοκοτρώνης και άλλοι οπλαρχηγοί «έκαναν περιουσίες μέσα σε λίγες μέρες με αυτές τις κατάπτυστες δοσοληψίες».

20.000, μπορεί και 30.000 μουσουλμάνοι, Εβραίοι, ακόμη και χριστιανοί θανατώθηκαν στην Άλωση της Τριπολιτσάς. Μόνο οι Αλβανοί τη γλύτωσαν, προστατευόμενοι από τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη, τα χαρέμια του Χουρσίτ πασά και μερικές επιφανείς κεφαλές, Τούρκων και Εβραίων, για ανταλλαγή και λύτρα. Το θανατικό αυτό έφερε επιδημία που έπληξε όλο τον Μοριά τις επόμενες εβδομάδες, όταν επέστρεφαν στα μέρη τους αυτοί με ό,τι είχαν αρπάξει.
Σε αυτά τα ποτάμια του αίματος των σφαγμένων όλοι άρπαξαν αλλά κανείς δεν κέρδισε.  Οι υψηλά ιστάμενοι κατανάλωσαν τα κέρδη τους στον αγώνα για την εξουσία, να έχουν δηλαδή ένοπλους για να διατηρούν τη θέση τους στην πολιτική αρένα. Οι φτωχοί δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τα αρπαγέντα, τα ρευστοποίησαν γρήγορα για ένα κομμάτι ψωμί. Ίσως οι μοναδικοί που κέρδισαν ήταν οι έμποροι ναυτικοί που αγόραζαν πλούτη από την Τριπολιτσά στις παραλίες, ξεκινώντας ένα επωφελές εμπόριο πολέμου, το οποίο θα έβαζαν εμπρός σιγά σιγά, ξεπουλώντας αργότερα ακόμα και ανθρώπους. Εν τω μεταξύ με την πτώση απελευθερώθηκαν και όσοι είχαν επιζήσει από τους ομήρους αρχιερείς και προκρίτους. Είχαν βιώσει επί πέντε μήνες τραγικές συνθήκες και οκτώ πέθαναν μετά την αποφυλάκισή τους.

Ο Φωτάκος στα  Απομνημονεύματά του γράφει για τα μερίδια των λαφύρων ότι κατανεμήθηκαν ως εξής: το ένα στους Μανιάτες που πήρε ο Π. Μαυρομιχάλης, το άλλο στους Καρυτινούς που πήραν ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Απόστολος Κολοκοτρώνης, το τρίτο των Φαναριτών ο Τσανέτος Χριστόπουλος και το τέταρτο των Λεονταριτών ο Αναγνωστόπουλος. Συν τω χρόνω άρχισαν να καταφθάνουν όμως στρατεύματα που είχαν λιποτακτήσει από τα Δερβένια της Μεγαρίδας καθώς και από τα φρούρια της Κορίνθου και του Ναυπλίου, παρά τη διαταγή του Υψηλάντη, και τότε έγινε έφοδος επί εφόδων για τα λάφυρα και δημιουργήθηκε πάλι αναστάτωση και συνεχίσθηκε ο φόνος των Τούρκων και «πολλά αδικήματα και άλλα ατακτήματα συνέβησαν». Αναφέρει επίσης ότι οι ντόπιοι Τριπολιτσιώτες, εκτός από τη ζημιά που έπαθαν από την άλωση της πόλης τους, έχασαν τα λάφυρά τους που είχαν αρπάξει και είχαν φέρει στα σπίτια τους. Τα πράγματα δε αυτά οι λιποτακτήσαντες στρατιώτες που ήλθαν, και εκείνοι που ήταν στην έφοδο, τα άρπαξαν από τα σπίτια τους, και για αυτόν τον λόγο οι Τριπολιτσιώτες έγιναν ύστερα εχθροί του Κολοκοτρώνη «αδιάλλακτοι» και αργότερα, το 1824, εσύστησαν εταιρεία, που την ονόμασαν Αδελφότητα. Έτσι, όταν ήλθε η Αντιβασιλεία τον εκδικήθηκαν, γινόμενοι συκοφάντες κατά του Κολοκοτρώνη στην άδικη δίκη που δημιούργησε η Αντιβασιλεία, και έκτοτε μέχρι σήμερα το ίδιο πάθος έχουν κατά του Κολοκοτρώνη.

 
Η γενικευμένη σφαγή όμως των Τούρκων της πόλης «εστάθη μεγάλη ασπλαχνία», όπως λέει και  ο Αναγνώστης Κοντάκης και αμαύρωσε την αίγλη της νίκης. «Ουδείς αρνείται το κακόν και ημείς απέχομεν υπερασπίσεως» υποστηρίζει ο Φωτάκος. Αποτέλεσε ένα ακόμη επεισόδιο στην αντιπαράθεση του Υψηλάντη με τους προκρίτους, ενώ προκάλεσε αποτροπιασμό και σε αρκετούς φιλέλληνες και ένα πλατύ στρώμα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, έστω και προσωρινά, θεώρησε ότι οι Έλληνες είχαν αποβάλει εντελώς τα χαρακτηριστικά της φυλής τους, μιας φυλής που είχε δώσει στην ανθρωπότητα τα εξαιρετικά διδάγματα της ευγένειας και του ανθρωπισμού.
Επιπροσθέτως, ο Μ. Οικονόμου, ως αυτήκοος και αυτόπτης αυτών που έγιναν, δεν θα μπορούσε να παραλείψει τη δική του τραγική και σπαραξικάρδια αναφορά. Περιγράφει ότι μέσα στην ανωμαλία και στην πολυαρχία εκείνη δεν γνώριζε, κατά το κοινώς λεγόμενο, το σκυλί τον αφέντη του. Έμειναν μέσα στα τείχη μόνο οι άθλιοι, οι ασθενείς και οι περισσότερο ανίκανοι, που παρακαλούσαν με οιμωγές ή να τους δώσουν τροφές ή να τους φονεύσουν. Μη μπορώντας να τους κάνουν κάτι γιατί φοβούνταν τη μεταδοτικότητα του λοιμού, τους πυροβόλησαν και τους σκότωσαν όλους.  Έμειναν άταφοι για μέρες, εκτός από 300 χριστιανούς που τους έθαψαν όπως όπως. Ένα θέαμα οικτρό και ελεεινό. Η σήψη επέτεινε τη λοιμική νόσο που μεταδόθηκε σε όλη την Πελοπόννησο και δημιούργησε μεγάλη καταστροφή, κατά θεία δίκην, όπως επί λέξει τονίζει ο Μ. Οικονόμου, ή συγχώρηση θα λέγαμε.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης έμαθε την πτώση της Τριπολιτσάς στα Βασιλικά της Κορινθίας, όπου είχε στρατοπεδεύσει για να ματαιώσει ενδεχόμενη απόβαση τουρκικού στρατού. Η χαρά του μετριάσθηκε όταν πληροφορήθηκε τις σφαγές των αμάχων, την αρπαγή των λαφύρων καθώς και τη λιποταξία πολλών στρατιωτών για λαφυραγωγία. Έτσι στις 30 Σεπτεμβρίου πήγε στην Τριπολιτσά,  ελπίζοντας να λάβει από τα λάφυρα, όπως του είχαν υποσχεθεί, αλλά δεν έγινε καμία παράδοση, παρά άλωση και διαρπαγή – ο καθείς άρπαζε ό,τι τουρκικό ή και χριστιανικό αδιακρίτως για τον εαυτό του και για τον Αγώνα τίποτε δεν κατατέθηκε. Ο Υψηλάντης φρόντισε για την καθαριότητα της πόλης και την προστασία των αιχμαλώτων Τούρκων και διόρισε τον Πάνο Κολοκοτρώνη ως φρούραρχο της Τριπολιτσάς.

Ολοκληρώνοντας, πάλι θα αφήσουμε τον Τρικούπη να μας δώσει τη δική του οπτική: «Λαός που αποτινάσσει πολυχρόνιο και βαρύ ζυγό κινείται πάντοτε με θηριωδία απέναντι στους δυνάστες του. Ο οπλοφόρος λαός της Ελλάδας υπήρξε παραπάνω ακράτητος εκείνες τις μέρες, διότι ούτε κυβέρνηση υπήρχε, ούτε μισθός, ούτε τροφές ούτε μέλλον. Γι’ αυτό η ημέρα της Άλωσης της πρωτεύουσας της Πελοποννήσου ήταν μια μέρα καταστροφής, πυρκαγιάς, λεηλασίας και αίματος.  Άνδρες, γυναίκες και παιδιά φονεύονταν, ρίχνονταν στις φλόγες, ακούγονταν παντού μαχαιροκτυπήματα, πυροβολισμοί, φρυάγματα οργής και γόοι θανάτου. Τη δε νύχτα, άγνωστο πώς, μια πυρκαγιά εξερράγη στο Σεράι και το αποτέφρωσε. Στρώθηκε το έδαφος με πτώματα και οι Έλληνες φαίνονταν σαν να ήθελαν να εκδικηθούν σε μία μέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων»…

Η άλλη πλευρά όμως της πτώσης της Τριπολιτσάς, έπειτα από εξάμηνη πολιορκία, καταδεικνύει ότι υπήρξε αποφασιστική για την εδραίωση και την εξέλιξη του Αγώνα. Η Επανάσταση θα λάβει τώρα άλλες διαστάσεις και θα ανοίξουν νέες προοπτικές για την οργάνωσή της στον στρατιωτικό αλλά και στον πολιτικό τομέα.

Μαρίνα Αθ. Μαραγκού

Βιβλιογραφία:
Σπυρίδωνος Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως
Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας
Φωτάκου Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. 27
Εμφύλιες διαμάχες του Αγώνα του 1821, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
RaybaudLouisMaximMemoiressurlaGrecepourserviralhistoiredelaguerredel’ independenceaccompagnesdeplanstopographiques.
Αναγνώστη Κοντάκη, Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21. Τόμος 11.
Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμος 58

(ΧΙΜ)

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το 1952 εκδηλώθηκε επιδημία τύφου στο χωριό. Οι υγειονομικές αρχές τότε θεώρησαν σαν αιτία της μόλυνσης τις κορύτες στις βρύσες και στα πλαίσια των έργων εξυγίανσης αντικατέστησαν τις καλαίσθητες πέτρινες πελεκητές κορύτες με ακαλαίσθητους μεταλλικούς σωλήνες. Δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το νερό θα μπορούσε να είχε μολυνθεί από το πέρασμά του κάτω από αυλές και σπίτια, αφού οι βρύσες ήταν σε σημείο χαμηλότερο από τα σπίτια. Το υδραγωγείο που έφερε καθαρό νερό από την Κοκκινόβρυση έγινε αργότερα, το 1959.