Ο καλός ο λόγος

.

    

Αθανασίου Π. Στρίκου, εκπαιδευτικού, ταξιάρχου ε.α.

 

Αυτό που είναι να βγει στο τέλος ως συμπέρασμα θα το ειπώ απ’ την αρχή.

 

Πιο ακριβό, πιο πολύτιμο από τον καλό το λόγο που βγαίνει απ’ το στόμα καλού ανθρώπου δεν υπάρχει.

 

Και να πως ήρθε αυτό το συναίσθημα. Χθες ήταν που συναντήθηκα με ένα γνωστό γιατρό. Και  σηκώθηκε ο άνθρωπος κι ήρθε να με χαιρετήσει. Μόνος του αυθόρμητα, καλοσυνάτα, χαμογελαστά. Και ρώτησε ανυπόκριτα τι κάνω.

Τον είδα που κρατούσε τσιγάρα, γιατρός ων, και τον ρώτησα κι εγώ με απορία αν καπνίζει.

-Ναι απάντησε. Καμμιά φορά ανάβω κανένα που και που. Πάντως όχι κατάχρηση και βαριά πράματα. Ύστερα, και τι έγινε; Το πολύ πολύ να πεθάνουμε 5-10 χρόνια νωρίτερα. Και τά ’λεγε γελαστά και με απέραντη καλοσύνη. Κι εμένα αναζωογονήθηκε μονομιάς η φλόγα της ψυχής, έφτιαξε η διάθεσή μου. Και μετά άρχισα να σκέφτομαι: Άρα ο καλός ο λόγος είναι χρυσάφι καθαρό. Αν είναι πραγματικά καλός.

Μ’ αυτόν να σου ευχηθούν, να σε καλημερίσουν, να σε χαιρετήσουν και να σε καληνυχτίσουν. Και γενικά οι άνθρωποι με τον καλό το λόγο πορευτήκανε κι αυτός έμεινε. Δεν είναι όλα στη ζωή συμφέρον.

Η ζωή απ’ τον καλό το λόγο κρατιέται.

Και οι καλλίτερες ευχές είναι οι απλές. Καλημέρα, καλησπέρα, χαίρετε, να ζείτε, εις υγείαν και του χρόνου, έτη πολλά, χαρούμενα και φωτεινά, συγχαρητήρια, καλή επιτυχία, περαστικά κλπ. κλπ. Πιο ακριβό απ’ τον καλό το λόγο δεν υπάρχει, ειδικά όταν λεχθεί στην ώρα του.

Μετά το μυαλό πήρε δρόμο, χωρίς αφορμή, όπως γίνεται συχνά με τούτο το εργαλείο που πηλαλάει κι από το ένα στο άλλο σε χίλια πάει. Κι αναρωτήθηκα γιατί γράφουμε. Για ποιους γράφουμε αυτά τα εντελώς ασήμαντα που εν τέλει μπορεί να μην ενδιαφέρουν κανέναν. Και τώρα και στο μέλλον. Γιατί γεμίζουμε σελίδες στην εφημερίδα και αλλού. Για λεφτά; Αστεία πράγματα. Για επίδειξη; Για να φανούμε; Για να τα βρουν τα παιδιά μας ή οι επερχόμενοι; Για να τα βρουν κάποιοι μετά διακόσια και τριακόσια χρόνια όπως λέει ο φίλος Ανωγειάτης;

Τίποτα απ’ όλα αυτά. Γράφω για μένα. Πολλές φορές χωρίς να το θέλω, χωρίς να το γνωρίζω. Όπως δε γνωρίζουμε γιατί γίναμε, γιατί ήρθαμε στον κόσμο ως άνθρωποι. Και όμως σε κάτι χρησιμεύουμε. Και  πρέπει να βρούμε τη δύναμη, το θάρρος να διαβάσουμε το παρελθόν της ζωής. Γράφω λοιπόν -μιλώ μόνο για τον εαυτό μου- γιατί το γράψιμο είναι ταραχή της ψυχής. Είναι όλα μαθήματα και δεν κρύβω ότι πάντα μου άρεσε να διαβάζω ημερολόγια και χαίρομαι και θαυμάζω τους ανθρώπους που βρίσκουν τη δύναμη και το χρόνο να κρατούν ημερολόγια ανελλιπώς για δεκαετίες πολλές, χωρίς να παραλείπουν ποτέ αυτό τους το καθήκον. Και αντί να διαβάσω ένα σπουδαίο και μεγάλο βιβλίο προτιμώ να διαβάσω ένα ημερολόγιο. Αυτό για μένα είναι πιο σπουδαίο. Ύστερα στο ημερολόγιο αποκαλύπτεται ανάγλυφα θα έλεγα η ψυχή του γράφοντος.

Και δεν έχει καμμία σημασία αν εκείνος που το γράφει είναι διάσημος. Τους άσημους μάλλον προτιμώ που εκθέτουν τις σκέψεις και τους στοχασμούς και διαλογισμούς πάνω σε διάφορα θέματα, περιστατικά της ημέρας, σημαντικά και ασήμαντα γεγονότα. Και εκεί βλέπεις τι τους προκάλεσε προσοχή, τι τους είλκυσε το ενδιαφέρον, πέρα απ’ την ιστορική τους σημασία. Και έχουν μια  ειλικρίνεια, έναν αυθορμητισμό τα ημερολόγια αυτά και ίσως γι’ αυτό μ’ αρέσουν περισσότερο.

Και τώρα που καταγέρασα βλέπω κι εγώ τα λάθη μου. Είναι μαθήματα τα ημερολόγια. Σου δίνουν δύναμη. Ξέρεις ότι είσαι μόνος σου (ή το ανακαλύπτεις στο δρόμο) και μόνος σου θα παλέψεις ουσιαστικά ό,τι κι αν έρθει στη ζωή. Όνειρο είναι και το κρατάς. Και οι αλλαγές που υπάρχουν εκεί δίνουν σκοπό. Το ημερολόγιο είναι είδος γραφής σπουδαίο. Καμμιά φορά τώρα πια χαίρομαι που αντιμετωπίζω τα πράγματα με δύναμη, ενώ παλιά τρόμαζα κάπως.

Κι αυτό γιατί τώρα μέσα από τα γραπτά ενός τέτοιου ανθρώπου κάνεις πολύ καλλίτερη παρέα.

Γενικά ο γραπτός λόγος δε σου δημιουργεί προβλήματα. Η παρέα, συνήθως μόνιμη, δημιουργεί. Φθείρεται η παρέα με τη συνεχή παρουσία.

Μέσα απ’ το ημερολόγιο μπορείς να ιδείς τον άνθρωπο με άλλο μάτι. Μέσω του λόγου είναι κάτι αλλιώτικο Σα να είναι εξαυλωμένη καθαρά πνευματική επαφή πια. Και  μακάρι να μπορούσαμε όλοι να γράφουμε και να μείνουν σε κάποιους.

Φεύγουμε και δε μένει τίποτα.

Το γραπτό όμως είναι μια επικοινωνία ψυχική. Το πίστεψε ο λαός ότι η ψυχή δεν πεθαίνει. Καίτοι από τη μια στιγμή στην άλλη όλα, μα όλα μονομιάς χάνονται σβήνουν. Ανεξήγητη λειτουργία που δημιουργεί τη ζωή, δημιουργεί τόσα και όμως δε μένει τίποτα. Αν το μυαλό το χρησιμοποιούσε ο άνθρωπος για το καλό! Τι αρρώστια κι αυτή να χρησιμοποιούμε το μυαλό για το καλό και το κακό! Φοβερά ερωτήματα. Ανεξήγητα, ανερμήνευτα. Και μόνο που τίθενται τέτοια ερωτήματα αρχίζει η διαδικασία του εξανθρωπισμού. Και όμως δεν μας αρέσει να τ’ ακούμε ούτε ως ερωτήματα.

Μέσα σ’ όλη τη ματαιότητα και τους φόβους και τα βάσανα και τις τραγωδίες λες και γεννιέται εκείνο που μόνον ο άνθρωπος μπορεί να φτιάξει με το μυαλό του, την ψυχή του, άπιστο και μεγάλο.

Ανεξιχνίαστο αυτό που συμβαίνει με την ψυχή.

Κανένας δε θα μπορέσει να καθορίσει τον ανθρώπινο λόγο. Και αυτό ο άνθρωπος το αποκάλεσε θεό. Κάτι δηλαδή εντελώς άπιαστο από κάθε πλευρά. Ο λόγος που δημιούργησε τα πάντα. Και χωρίς αυτόν τα πάντα είναι ανυπόστατα. Υπάρχουν γιατί υπάρχει ο λόγος. Και ο γραπτός έχει μεγαλοπρέπεια.  

Αυτός σφραγίζει την ύπαρξη του λόγου. Ας μένει τουλάχιστον ως λόγος αυτός ο αθάνατος, ο παντοδύναμος, ο Θεός.

Και ο προφορικός βέβαια καλός. Λόγος κι αυτός. Όμως ο γραπτός σφραγίζει, εξασφαλίζει τη συνέχεια, αθανατίζει.

Παν απ’ όλα όμως πρέπει να είναι καλός. Που βγαίνει προς τον άλλον από την καθαρή ψυχή. Αυτός μετράει. Κουσούρια έχουμε όλοι. Τούτα όμως και τα κακά βλάπτουν εμάς. Ο καλός ο λόγος όμως ωφελεί όλους. Άλλωστε τί λέει ο λαός; Μια κακία μένει δε λέει; Ενώ ο καλός δεν μπορεί να κάνει κακό ούτε στον εαυτό του, ούτε στους άλλους, ούτε πουθενά.

 

 

Δεν υπάρχει καλύτερο από τον καλό το λόγο. Αυτός θερμαίνει τη ζωή.

 

(ΧΙΜ)

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το Δημοτικό Σχολείο άρχισε να χτίζεται τον Αύγουστο του 1936. Επειδή τότε δεν πήγαινε αυτοκίνητο στου Σέρβου, τα τσιμέντα τα κουβάλησαν με μουλάρια από τα Λαγκάδια. Τις σιδερόβεργες όμως για την πλάκα, λόγω του μήκους τους και της φύσης του μονοπατιού δεν μπορούσαν να τις φορτώσουν στα ζώα και γι' αυτό τις κουβάλησαν οι Σερβαίοι στον ώμο από τα Λαγκάδια. Οι εργασίες σταμάτησαν λόγω του πολέμου και συνεχίστηκαν μετά το 1949. Οι αίθουσες του σχολείου άνοιξαν για τους μαθητές το 1954.