Οι Σερβιώτισσες παλιές γυναίκες δεν είχαν «στασιό» ποτέ και πουθενά. Δούλευαν ολοχρονίς, χωρίς σταματημό «ούτε για να πάρουν μια ανάσα!»

 

Όλες οι γυναίκες της Γορτυνίας μετά τις σκληρές δουλειές στα χωράφια και στο νοικοκυριό τού σπιτιού έστηναν τους αργαλειούς και ύφαιναν όλα τα σκουτιά (ρούχα) της φαμελιάς τους!

 

Βασίλειος Κων/ντή Σχίζας.
Μέλος της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών.

 

Σε παλιότερα χρόνια, πριν τις 10ετίες του 1950 και -60, όταν τα κορίτσια στου Σέρβου και στα άλλα γύρω χωριά, έφθαναν πάνω – κάτω στην ηλικία των 12 χρονών, η πρώτη φροντίδα των μανάδων τους ήταν να μεριμνήσουν για την προίκα τους. Δουλειές λοιπόν ξανοίγονταν των ηρωίδων γυναικών της Γορτυνίας, οι οποίες δεν είχαν «στασιό» (σταματημό)... ποτέ. Το χειμώνα με τους αργαλειούς και τον άλλο καιρό με εξωτερικές δουλειές.

Σερβιώτισσες 2 ΑργαλειόςΑργαλειός σε έκθεση μουσείου λαϊκής τέχνης

Τα αρσενικά παιδιά στην ίδια ηλικία ταξίδευαν με τους μαστόρους πετράδες και έτσι βοηθούσαν κι αυτά την οικογένεια να «σπρώξει» (παντρέψει) το κορίτσι. Ήταν εκείνα τα χρόνια το χωριό Σέρβου όπως και τα γύρω χωριά με πρώτο τα Λαγκάδια, μαστοροχώρια με ξακουστούς μαστόρους πετράδες που άφησαν οικοδομήματα θαυμαστά και πλούτο λαϊκού πολιτισμού.

Όλες οι γυναίκες ακολουθούσαν τις ίδιες τακτικές γιατί είχαν τα ίδια έθιμα και έπρεπε να τα είχαν όλα έτοιμα στο γάμο της θυγατέρας τους αλλιώς «θα ήσαν υπόλογες» στην κοινωνία (κουτσομπολιά).

Στο πρώτο καθήκον της μάνας νοικοκυράς, για να προικίσει την κόρη, ήταν να στήσει τον αργαλειό για να υφάνει τα κάθε είδους ρούχα. Τον έστηναν σε μια αποθήκη, στο κατώι, σε στεγασμένο χαγιάτι ή άλλο χώρο στην αυλή ή και σε μια άκρη μέσα στο σπίτι. Ο αργαλειός είναι χειροκίνητη ξύλινη ορθογώνια κατασκευή κατά βάση με καντρόνια και τάβλες (σανίδες) κ.ά. Οι διαστάσεις του και τα ξύλινα υλικά του ήταν δουλειά των μαραγκών που εκτελούσαν την παραγγελία ύστερα από την αγωνία και το κάλεσμα της ενδιαφερόμενης νοικοκυράς. Όταν στήνονταν ο αργαλειός πρόσεχαν να είναι καλά αλφαδιασμένος οριζόντια και κάθετα (να μην έγερνε) γιατί το υφαντό θα έβγαινε λοξό και όλος ο κόπος θα ήταν… χαμένος.
Στου Σέρβου, αυτό το λαϊκό κατασκεύασμα, τον αργαλειό, τον δούλευαν οι γυναίκες υφάντρες και ύφαιναν σεντόνια, λεπτά υφάσματα για ασπρόρουχα, εσώρουχα, κουβέρτες, μπατανίες (από μαλλί προβάτου), σαΐσματα (από γιδίσιο μαλλί), κουρελούδες, στρωσίδια, μαξιλάρια, λιοπάνες (υφαντό κιλίμι πάνω στο οποίο λιάζανε τον φρέσκο τραχανά και τις χυλοπίτες κ.λπ.), σακιά, κουρελούδες, κάπες για τους τσοπάνηδες και διάφορα πολλά άλλα. Ήταν βασικό εργαλείο, αναγκαίο στις ανάγκες της οικιακής οικονομίας.

Σερβιώτισσες 12 εικόνα
Σακούλι ή τράστο (ταγάρι) υφαντό.

Αργαλειό, (στου Σέρβου τον έλεγαν λάκκο), είχαν τα περισσότερα νοικοκυριά και υφάντρες ήσαν όλες οι χρυσοχέρες νοικοκυρές από την ηλικία ακόμη των 15 χρονών.

Μερικές γυναίκες είχαν κάνει επάγγελμα τη δουλειά της υφάντρας. Ύφαιναν και αμείβονταν για τα μεροκάματα που απασχολούντο ή ο κόπος τους πληρώνονταν «κατ’ αποκοπή». Για ένα μεγάλο χαλί «σαλαπλάδα» το οποίο αποτελείτο από τρία φύλλα υφαντού δούλευαν 8 με 10 ημέρες. Αν υπολογίσουμε το σύνολο της αμοιβής της σε σημερινά χρήματα ήταν, με 50 ευρώ την ημέρα, 400 ως 500 ευρώ. Αν όμως το υφαντό είχε πολλά σχέδια ή αν ήταν κέντημα με πολύ λεπτές κλωστές, το «υφάδι», το κόστος ύφανσης ήταν σχεδόν το διπλάσιο γιατί με το λεπτό υφάδι η ύφανση καθυστερούσε, δεν αυγάτιζε. (Η σαλαπλάδα ήταν μεγάλο χαλί, εφτά – οχτώ μέτρα με σχέδια, που το άπλωναν στη σάλα (σαλόνι) του σπιτιού, το πάτωμα όπως έλεγαν στου Σέρβου. Για να καλύψουν το μέγεθος της σαλαπλάδας ένωναν 3 και 4 φύλλα υφαντό πανί. Στον αργαλειό κάθε φορά έβγαινε ένα φύλλο ύφασμα με φάρδος 80 πόντους ως ένα μέτρο περίπου και μάκρος όσο ήθελαν, μέχρι να τελειώσει το στημόνι).

Σερβιώτισσες 11 Κουρελού
Κουρελού πολύχρωμη

Οι άνδρες δεν καταπιάνονταν με τους αργαλειούς και την ύφανση ρούχων γιατί ήσαν οι περισσότεροι ταξιδευτές μαστόροι πετράδες ή τσοπαναραίοι στα γύρω βουνά.

Εξ άλλου από τα πανάρχαια χρόνια εθεωρείτο γυναικεία υπόθεση (δουλειά).

Την εφεύρεση του αργαλειού οι αρχαίοι Έλληνες την απέδιδαν στη Θεά Αθηνά την οποία είχαν ορίσει και προστάτιδα της υφαντικής τέχνης. «Κομίζει την ελαίαν τε και την υφαντικήν… πολυδαίδαλον ιστόν υφαίνειν…». Δηλαδή η Αθηνά έφερε και χάρισε την ελιά και δίδαξε πώς να υφαίνουν στον περίτεχνο αργαλειό.

Αργαλειοί(ά) λοιπόν υπήρχαν από χιλιάδες χρόνια στην αρχαία Ελλάδα. Στην Οδύσσεια του Ομήρου αναφέρεται πως η Πηνελόπη προσμένοντας τον βασιλιά Οδυσσέα της, είχε στήσει αργαλειό και επί τρία χρόνια ύφαινε το ολοκέντητο σάβανο (νεκροσέντονο) του γέροντα Λαέρτη. Έλεγε πως όταν το τελείωνε θα παντρευόταν έναν από τους μνηστήρες. Έτσι όλη μέρα ύφαινε το ατέλειωτο   υφαντό της και όλη τη νύχτα το ξήλωνε με το φως μιας δάδας που φώτιζε στο σκοτάδι. Ήταν τέχνασμα της πιστής στον άνδρα της Πηνελόπης, μέχρι που την πρόδωσε μια υπηρέτρια στους μνηστήρες και τότε αναγκάστηκε να τελειώσει το ατελείωτο υφαντό της.

Σερβιώτισσες 3 Μιτάρια
Γυναίκες υφάντρες, με βοηθητικό μαχαίρι, 
περνούν από τα μιτάρια τις κλωστές του στημονιού

Σήμερα δεν υπάρχει πλέον «λάκκος» στου Σέρβου παρά μόνο κάποια κομμάτια του σε αποθήκες ή σε κατώγια των σπιτιών ή πλήρως στημένος σε μουσεία λαϊκής τέχνης. Όλα αλλάζουν και τελειώνουν στις μέρες μας!

Στη μια πλευρά του αργαλειού, την απέναντι από την πλευρά που καθόταν η υφάντρα, τοποθετούσαν κατά πλάτος ένα κυλινδρικό ξύλινο εξάρτημα 10- 15 πόντους πάχος (διάμετρο) και 1,50 περίπου μέτρο μάκρος το οποίο στο ένα μέρος του κατέληγε σε τέσσερες ευμεγέθεις τρύπες. Το έλεγαν «αντί» και γύρω του σε όλο το μήκος του τύλιγαν, τις συνήθως κόκκινες ή λευκές βαμβακερές κλωστές, το «στημόνι»,  που ήταν η βάση για την ύφανση. Ήταν παροιμιώδης η αποστομωτική απάντηση «για το αντί πού ‘χει τέσσερες τρύπες» σε όποιον εξέφραζε όλο απορίες λέγοντας, «γιατί;».

Το μέρος αυτού του κυλίνδρου που είχε τις τρύπες προεξείχε κατά την τοποθέτησή του στον κυρίως αργαλειό γιατί με περιστροφή του χρησιμοποιώντας ξύλινο μοχλό στις τρύπες, μάζευε (τέντωνε) ή απελευθέρωνε λίγο – λίγο στημόνι ανάλογα με την ύφανση.

Είναι λοιπόν το στημόνι το νήμα (νέμα το οποίο το τέντωναν δυνατά γύρω από το «αντί») και εκτείνεται κατά μήκος τού αργαλειού (λάκκου). Διαπλέκεται κάθετα με το υφάδι κατά την ύφανση και καταλήγει τέλος ως ολοκληρωμένο ύφασμα στη άλλη άκρη του αργαλειού σε έναν άλλο ξύλινο κύλινδρο όπου εξωτερικά απ’ αυτόν κάθεται σε δυνατή σανίδα/κάθισμα κατά πλάτος του αργαλειού η χειρίστρια υφάντρα.

Το υφασμένο στον αργαλειό πανί που έβγαινε από τη διαδικασία της ύφανσης το έλεγαν βηλάρι. (Ήταν ένα μονοκόμματο χωρίς σχέδια, μακρύ, περισσότερο από 30- 40 -60 και 80 μέτρα μήκος, πανί. (Συνήθως αυτό το μακρύ βηλάρι ήταν από λευκό στημόνι και λεπτό λευκό υφάδι. Κάθε φορά έκοβαν ένα κομμάτι απ’ αυτό το υφαντό ύφασμα και έφτιαχναν εσώρουχα και άλλα ασπρόρουχα).Μια καλή υφάντρα ύφαινε από 2 μέχρι 2,5 «χεροπήχια» την ημέρα. Το πήγαιναν μετά σε μία από τις τέσσερες βρύσες του χωριού (τρανηβρύση, λεύκος, δημοκοίτης, ντριβάλα), το λεύκαιναν και το άπλωναν σε ξερόμαντρες και θάμνους (τούφες από πουρνάρια) για να στεγνώσει. Τέλος το δίπλιαζαν και το αποθήκευαν στο «γιούκο» του σπιτιού. (Γιούκος ήταν στοίβα ρούχων, συνήθως χοντρών, πάνω σε φορτσέρια (κασέλες). Έκοβαν από το βηλάρι κομμάτια για διάφορες δουλειές τους. Στο γιούκο έβαζαν και τα υφαντά προικιά της κόρης).

Και στην γλώσσα τους οι Σερβαίοι μαστόροι πετράδες, το μάκρος μιας πλευράς του σπιτιού που έχτιζαν ή μια μακριά μάντρα στη δουλειά τους την έλεγαν βηλάρι.

Τις κλωστές (το στημόνι) γύρω στο «αντί», ως ότου τεντωμένο καταλήξει στο μπροστινό κύλινδρο, τις περνούσαν από τα μιτάρια και το χτένι.

Σερβιώτισσες 4  Χτένια
Χτένια. Ήταν βασικό εξάρτημα του αργαλειού για την ύφανση

Τα μιτάρια ήσαν περιπλεγμένα με ορισμένη διάταξη νήματα, τα οποία ήσαν προσδεμένα σε δύο κυλινδρικά παράλληλα ξύλα σαν χοντρά ραβδιά με μάκρος όσο το πλάτος του αργαλειού. Μεταξύ αυτών των «ραβδιών» ήταν δεμένοι πολλοί σχετικά λεπτοί σπάγκοι, με κόμπους στο μέσον.

Κατά κάποιο τρόπο αποτελούσαν δικτυωτό πλέγμα σπάγκων (νημάτων). Ανάμεσά τους περνούσαν μία - μία τις κλωστές τού στημονιού. Μία στο πάνω μέρος του μιταριού και μία στο κάτω μέρος εναλλάξ. Εργάζονταν γι’ αυτή τη δουλειά δύο γυναίκες μαζί. Για να διευκολυνθούν στο πέρασμα των κλωστών στα μιτάρια μηχανεύονταν τη χρήση διαφόρων πρόχειρων βοηθημάτων. Συνήθως η μία γυναίκα περνούσε πρώτα τη λαβή ενός κουταλιού και η άλλη περνούσε την κλωστή στο κουτάλι και ήταν εύκολο το πέρασμά της ανάμεσα από τα μιτάρια. Το μιτάρωμα ήταν λεπτή δουλειά και χρειαζόταν μεγάλη υπομονή. Την έκαναν οι γερόντισσες που είχαν μεγάλη πείρα.

Σερβιώτισσες 5 Υφανση
Από δεξιά προς αριστερά: Το στημόνι διαπερνά τα μιτάρια
συνέχεια το ξυλόχτενο και από τη λαβή του το χειρίζεται η υφάντρα.

Τα μιτάρια τα κατασκεύαζαν έμπειρες ηλικιωμένες γυναίκες. Χρησιμοποιούσαν δύο ξύλινα ραβδιά (σαν σκουπόξυλα) μήκους 1,20 μέτρα περίπου, και ανάμεσά τους έβαζαν μια βοηθητική τάβλα (σανίδα) 10 εκατοστών πλάτους. Αυτή την σανίδα την έλεγαν «σπάθα». Περνούσαν στη συνέχεια τον ειδικό σπάγκο (κλωστή) γύρω από το ένα ραβδί μετά από τη «σπάθα» και τέλος γύρω από το επόμενο ραβδί. Δηλαδή έκαναν ένα πολύπλοκο πλέξιμο ανάμεσα στα ραβδιά σε όλο το μήκος τους, με την ενδιάμεση «τάβλα οδηγό» την οποία στο τέλος την αφαιρούσαν.

Ήταν δύσκολη λεπτοδουλειά, (και δύσκολη να περιγραφή με ακρίβεια), αφού είχαν βγάλει και αίνιγμα:

«Χιλιόκομπα χιλιόδενα,
χίλια να πεις δεν θα το βρεις».  

Τα μιτάρια ανάλογα με το υφαντό ήσαν δύο ή και τέσσερα. Τα κρέμαγαν από το ένα ραβδί τους σε ένα στέρεο ξύλο (καντρόνι) που ήταν κατά πλάτος στο πάνω μέρος του λάκκου (αργαλειού) με τη παρεμβολή άλλων μικρών ξύλινων «συνδετήρων» που τα έλεγαν «τσιμποκλίδερα». Τα μιτάρια ήταν συνδεδεμένα με σχοινιά στο κάτω μέρος τους, από το άλλο ραβδί τους, (κάτω απ’ το στημόνι) με τα λεγόμενα «ποδαρικά». Αυτά ήσαν ξύλινα όπως τα πετάλια των αυτοκινήτων. Πατώντας η υφάντρα π.χ. το αριστερό «ποδαρικό» κατέβαινε το ένα μιτάρι. Πατώντας μετά το δεξιό κατέβαινε το άλλο μιτάρι ενώ το προηγούμενο ανέβαινε.

Τα έλεγαν μιτάρια από την αρχαιοελληνική λέξη «μίτος». Είναι γνωστός ο Μίτος της Αριάδνης. Όταν ο Θησέας εισήλθε στο λαβύρινθο στην Κνωσό της Κρήτης για να φονεύσει τον ανθρωποφάγο Μινώταυρο, για να μπορέσει να βρει την έξοδο στον δαιδαλώδες λαβύρινθο, ακολουθούσε τον μίτο (κλωστή) με το οποίο τον είχε εφοδιάσει η Αριάδνη και το είχε απλώσει στη διαδρομή του.

Αφού λοιπόν περνούσαν το στημόνι, κλωστή – κλωστή σταυρωτά πάνω – κάτω σε κάθε μιτάρι στη συνέχεια τις περνούσαν μία- μία από το «χτένι». Η λέξη έχει τη ρίζα της από την αρχαιοελληνική κτεις (γενική του κτενός), το κτένι ή χτένι το πολυτραγουδισμένο:

«Πέτα, σαΐτα μου γοργή,
Χτύπα χρυσό μου χτένι,
η ατέλειωτη Σαρακοστή
μερόνυχτο να γένει».

Ήταν μια ειδική κατασκευή με μικρά τεμάχια καλαμιού 12 εκατοστών μήκους το καθένα τα οποία προσδένονταν (τα έπλεκαν) στις άκρες τους (πάνω, κάτω, στην αρχή και στο τέλος) σε μακριά γερά καλάμια ή ξύλινους πήχεις. Ήσαν δηλαδή μέσα σε ένα πλαίσιο. Το χτένι είχε μήκος ένα μέτρο περίπου.

Τα μικρά καλαμάκια απείχαν μεταξύ τους τόσο όσο να περνούν οι κλωστές από το στημόνι οι οποίες όπως ελέχθη διαπερνούσαν πρώτα από τα μιτάρια. Και στο χτένι συνεργάζονταν δύο γυναίκες και για το πέρασμα των κλωστών από τα κενά που ήσαν ανάμεσα στα καλαμάκια. Μία σε κάθε πλευρά. Χρησιμοποιούσαν και στο χτένι ένα βοηθητικό κουτάλι ή μαχαίρι ή κάτι άλλο πρόσφορο αντικείμενο όπως και στα μιτάρια. Οι κλωστές από το στημόνι αν είχαν κάποιο κόμπο τότε ίσως να μην περνούσαν από το χτένι. Κατά την ύφανση αυτές οι κλωστές κόβονταν και η επανασύνδεσή τους είχε μεγάλη διαδικασία. Έμεινε να λένε και σήμερα, «έφτασε ο κόμπος στο χτένι», όταν τελειώνει κάθε καλή προσπάθεια συνεννόησης.

Τα χτένια ήσαν διαφόρων ειδών ανάλογα με το άνοιγμα που είχαν μεταξύ τους τα καλαμάκια. Ήταν το άνοιγμά τους μεγαλύτερο όταν ύφαιναν «χοντρά ρούχα» (κιλίμια, βελέντζες, κάπες, στρωσίδια κ.λπ.), ενώ ήταν στενότερο για τα ασπρόρουχα, και άλλα «λεπτά» υφάσματα.

Τα χτένια τα κατασκεύαζαν ειδικοί λαϊκοί τεχνίτες, οι χτενάδες, οποίοι τριγύριζαν στα χωριά και τα εμπορεύονταν γιατί εκείνα τα χρόνια η ζήτησή τους ήταν μεγάλη. Ήταν αξιοπρόσεκτη η λαϊκή τέχνη του χτενά. Ένας έμπειρος χτενάς μπορούσε να φτιάξει σε μια ‘μέρα μέχρι οχτώ χτένια. Χρησιμοποιούσαν για το πλέξιμο κλωστές διαφόρων χρωμάτων ώστε το εμπόρευμά τους να είναι ποικιλόμορφο. Και τα καλάμια είχαν διαφορετικό χρώμα. Κίτρινο ή πιο σκούρο κ.λπ. Επειδή η τέχνη τους ήταν μοναδική είχαν αναπτύξει συνθηματικό λεξιλόγιο για να συνεννοούνται μόνο μεταξύ τους όπως οι πετράδες «Λαγκαδινοί μαστόροι».

Αφού περνούσαν τις κλωστές από το χτένι το τοποθετούσαν σε μια κατασκευή σαν θήκη, η οποία κρεμόταν  αριστερά και δεξιά από ένα γερό ξύλο (καντρόνι) το οποίο στηριζόταν στο πάνω μέρος του αργαλειού. Είχε δύο αυλακώσεις αυτή η κατασκευή (θήκη) στις οποίες έμπαινε και στηριζόταν το χτένι (ξυλόχτενο). Έτσι η θέση που είχε το χτένι ήταν πάνω – κάτω από το στημόνι. Αυτή η κατασκευή (θήκη) στο πάνω μέρος του χτενιού έχει σχήμα λαβής για την υφάντρα η οποία σε κάθε πέρασμα κλωστής (υφάδι) από το στημόνι μετακινούσε μπρός πίσω το χτένι και σειρά – σειρά γινόταν η ύφανση.

Για να περάσουν μέσα από το στημόνι το υφάδι, δηλαδή τις λεπτές κλωστές που με κάθε πέρασμα από δεξιά προς αριστερά και αντίστροφα, χρησιμοποιούσαν ένα βοηθητικό εξάρτημα του αργαλειού (λαϊκής κατασκευής) που το έλεγαν «σαΐτα».

Σερβιώτισσες 9 Σαίτα
Σαΐτα 1. Στο εσωτερικό της έβαζαν τα μασούρια με το νήμα
(υφάδι). Ήταν βασικό εξάρτημα στον αργαλειό για τη ύφανση.

Ήταν ξύλινη με λειασμένο το ξύλο για να περνάει εύκολα (γλιστράει) κατά το πέρασμά της μέσα από το στημόνι. Ήσαν διαφόρων μεγεθών ανάλογα με το μήκος τους, (η συνηθέστερη ήταν 35 εκατοστών περίπου), ωοειδούς σχήματος. Το εσωτερικό ήταν κενό δηλαδή ήταν μια ωοειδής περίμετρος, πεπλατυσμένη στον κύριο κορμό της όπου στο εσωτερικά κατά μήκος των δύο αιχμηρότερων άκρων της υπήρχε σύρμα στο οποίο είχαν περάσει από ένα μασούρι από καλάμι με τυλιγμένο γύρω του νήμα, το υφάδι.

Κάθε φορά που η υφάντρα περνούσε τη σαΐτα με το υφάδι μέσα από το στημόνι μια σειρά της λεπτής κλωστής ξετυλίγονταν από το μασούρι της σαΐτας και προστίθετο στο ύφασμα που ύφαινε. Τότε μετακινούσε και χτυπούσε δυνατά το ξυλόχτενο.

Το χτύπημα του χτενιού ήταν χαρακτηριστικό για τους αργαλειούς και η λαϊκή μούσα το έκανε τραγούδι.

«…Πέρνα, σαΐτα μου γοργή, με το ψιλό μετάξι,
να ‘ρθει ο καλός μου τη Λαμπρή να βρει χρυσά ν’ αλλάξει,
Εγώ το φάδι θα γενώ κι εκείνος το στημόνι,
που να μπλεχτεί μες το πανί και πια να μη γλιτώνει.
Τάκου – τάκου ο αργαλειός μου,
τάκου κι έρχεται ο καλός μου…».

Με τις σαΐτες ύφαιναν λεπτά ρούχα (ασπρόρουχα, μαξιλάρια, τραπεζομάντηλα κ.λπ.) γιατί στα μασούρια είχαν τυλίξει ψιλό νήμα, υφάδι. Για τα χοντρά όμως ρούχα αντί για σαΐτες χρησιμοποιούσαν μια λεπτή ξύλινη βέργα (30 – 40 πόντους μήκος) ή ένα αδράχτι που το είχαν για να γνέσουν χοντρά νήματα (νέματα) ή μια δρούγα που την είχαν για τον ίδιο σκοπό και γύρω τους τύλιγαν με τα χέρια τους αυτά τα νήματα. Ειδικά για τις κουρελούδες έκοβαν με το ψαλίδι κουρέλια ή παλιά ρούχα τους σε λεπτές λουρίδες τις οποίες μάζευαν σε κουβάρια. Από τα κουβάρια ξετύλιγαν αυτές τις λουρίδες και τις περιτύλιγαν στις βέργες. Στον αργαλειό τις περνούσαν σαν υφάδι ανάμεσα από το στημόνι.

Τα χοντρά ρούχα που ύφαιναν ήσαν σαΐσματα, μπατανίες, βελέντζες (χοντρό μάλλινο σκέπασμα ύπνου), φλοκάτες, απλάδες (δίφυλλο χαλί) κ.ά.

Καμιά φορά τις νέες άπειρες υφάντρες τις ειρωνεύονταν οι παλιές και πιο έμπειρες:

«Σαν δεν ήξερες να φάνεις
τα μασούρια τι τα βάνεις;».

Σερβιώτισσες 10 Νήμα
Σαΐτα 2. Στο εσωτερικό της έβαζαν τα μασούρια με χοντρό νήμα
(υφάδι), για να υφάνουν χοντρά ρούχα.

Στο μεταξύ αφού περνούσαν τις κλωστές του στημονιού από το ξυλόχτενο, μετά τις τραβούσαν και λίγες – λίγες (7-8), τις έδεναν μεταξύ τους και σχηματιζόταν, ας θεωρήσουμε κάτι σαν φιόγκους. Αυτοί οι φιόγκοι αποσκοπούσαν κατ’ αρχήν για να μην τους ξεφύγουν οι κλωστές προς τα πίσω και ίσως από τη δύναμη να περνούσαν και πάλι από το ξυλόχτενο οπότε «πήγαινε ο κόπος χαμένος» γιατί έπρεπε να τις ξαναπεράσουν και πάλι από το χτένι. Ένας άλλος λόγος που έδεναν ανά διαστήματα τις κλωστές σε φιόγκους (θηλιές) ήταν γιατί περνούσαν από αυτές τις θηλιές μια λεπτή βέργα και την τοποθετούσαν στέρεα σε μια αυλάκωση που είχε ο μπροστινός κύλινδρος στον οποίο μαζευόταν με περιστροφή του το υφαντό ρούχο λίγο – λίγο με την πρόοδο της ύφανσης.

Η περιγραφή του αργαλειού και όλων των παρελκόμενων εξαρτημάτων (βοηθημάτων) για την σωστή λειτουργία του ώστε να γίνεται η επιθυμητή ύφανση, δεν κρίνεται απολύτως ακριβής λόγω της πολυπλοκότητας αυτού του λαϊκού ξύλινου κατασκευάσματος/εργαλείου. Εξ άλλου οι γεροντότεροι, που μπορούσαν να δώσουν πρωτογενείς και λεπτομερείς πληροφορίες, φεύγουν ένας – ένας όσο περνούν τα χρόνια.

Όμως ο Σερβαίος δραστήριος και ανήσυχος απόμαχος μάστορας πετράς, Ηλίας Παγκράτης του Αγγελή, που τα περισσότερα χρόνια εργάστηκε ως επιτυχημένος εργολάβος, συγκέντρωσε πολλά στοιχεία για τις δραστηριότητες των Σερβιώτισσων γυναικών. Αυτές οι γυναίκες ήσαν ηρωίδες, δεν είχαν «στασιό» πουθενά! Κρατούσαν όλο το νοικοκυριό μόνες, σαν «Πηνελόπες», αφού οι άντρες τους ταξίδευαν σε ξένους τόπους κυνηγώντας το μεροκάματο χτίζοντας σπίτια και άλλα οικοδομήματα με βάση την πέτρα. Ήσαν οι πετράδες. Ο Ηλίας Παγκράτης δεν έχασε ποτέ την επαφή με το χωριό και της συνήθειές του, αντίθετα με τους περισσότερους Σερβαίους που σχεδόν το εγκατέλειψαν και «χάθηκαν» στο χωνευτήρι της Αθήνας και άλλων αστικών κέντρων όπου αλλοιώνονται τα ήθη και χάνονται οι παραδόσεις. Από 1.000 έως 1.100 κατοίκους που είχε του Σέρβου μετά τον πόλεμο του -40, φέτος το χειμώνα του 2022 αριθμούσε γύρω στους 20 ηλικιωμένους!

Και αφού όλα τα έθιμα χάνονται, αξίζει μια αναγνώριση σ’ αυτούς που τα καταγράφουν για να βλέπουν τις ρίζες τους οι νεότεροι.

Δεν ήσαν λοιπόν όλα έτοιμα, «στρωμένα, δηλαδή τα νήματα (νέματα) και ο αργαλειός (λάκκος) μέχρι να στηθεί και να τεθεί σε λειτουργία. Οι κλωστές για το στημόνι και για το υφάδι ήσαν διαφορετικές. Τις προμηθεύονταν από το εμπόριο. Ήσαν συσκευασμένες σε μικρά τυλίγματα που τα έλεγαν «κούκλες» ή «βραχιολιές». Είχαν κόκκινο χρώμα συνήθως για το στημόνι ή λευκό για το υφάδι. Οι γυναίκες προμηθεύτριες έβαφαν αυτά τα νήματα διάφορα χρώματα που επιθυμούσαν, αν ήθελαν να κάνουν χρωματιστά υφαντά, με μπογιές που αγόραζαν από τα μπακάλικα του χωριού. Ήσαν διαφορετικές για τα μάλλινα και άλλες για τα βαμβακερά. Τις διέλυαν σε βραστό νερό μέσα σε μπακιρένια (χάλκινα) δοχεία (μεγάλο τέντζερη ή λεβέτι ανάλογα την ποσότητα). Στου Σέρβου εκείνα τα χρόνια λειτουργούσαν πάνω από 20 μπακάλικα, τσαγκάρικα, καπηλειά, καφενεία, υπαίθρια χασάπικα, σαμαράδικα, γύφτικο (σιδηρουργείο) κ.λπ.

Κατόπιν τοποθετούσαν το νήμα (νέμα ή υφάδι) στη «ανέμη» (ήταν ένα ξύλινο εργαλείο) και με χειροκίνητη περιστροφή με τη συνεργασία ενός άλλου εργαλείου σαν μια ράδα με λαβή, το μετέφεραν σε καλαμένια μασούρια. Έλεγαν:

«… κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη…».

Σερβιώτισσες 6 Ανέμη

Ανέμη 1. Τοποθετούσαν το νήμα (νέμα ή υφάδι) και με χειροκίνητη
περιστροφή το μετέφεραν σε καλαμένια μασούρια.

Αμέσως μετά περνούσαν πολλά μασούρια μαζί στη «διάστρα», όπου γινόταν το «διασίδι». (Ήταν ένα τετράγωνο τελάρο με ξύλινες πήχεις περιμετρικά. Στη μέση χωριζόταν κάθετα με άλλον πήχη. Κάθε πλευρά είχε σειρές παράλληλα σύρματα εσωτερικά. Σε κάθε σύρμα περνούσαν από ένα μασούρι (καλάμι) με κλωστή. Πέντε μασούρια στη μια πλευρά και πέντε στη άλλη.

Σερβιώτισσες 7 Κομμάτι αργαλειού
Ανέμη2. Τοποθετούσαν το νήμα (νέμα ή υφάδι) και με χειροκίνητη
περιστροφή το μετέφεραν σε καλαμένια μασούρια.

Ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης, που ύμνησε την αγροτιά και τις υφάντρες έγραψε:

Η Ζερβοπούλα η όμορφη κι αρχοντοδυγατέρα
στον αργαλειό της ύφαινε κι ανάρια τραγουδούσε:
«Διασίδι, καλοδιάσιδο, γνεμένο στο νυχτέρι,
διασίδι μ΄, όντας σ’ έγνεθα, τον συχνονειρευόμουν,
διασίδι, όντας εδιαζόμουν ήρθεν από τα ξένα,
διασίδι, όντας σ’ ετύλιγα στην εκκλησιά τον είδα,
διασίδι, όντας σ’ εκόλναγα, μόστειλεν αρραβώνα.
Παίξε αργαλειέ μου, βρόντησε, πέτα χρυσή σαΐτα,
τρίχτε καημένα χτένια μου, βαστάτε τον ηχό μου,
να βγούν τα υφάδια γλήγορα, να ράψω τα προικιά μου,
γιατ’ ο καλός μου βιάζεται, να με πάρει!».

Μετά μια γυναίκα κρατούσε τη διάστρα και μία άλλη έπιανε τις 10 άκρες των κλωστών από τα 10 μασούρια και τις άπλωνε πάνω σε σειρά από παλούκια που είχαν μπήξει σε μια μακριά μάντρα, ξερολιθιά. Φυσικά τις έδεναν στο πρώτο παλούκι. Τα παλούκια απείχαν μεταξύ τους 10 χεροπήχια. (Το χεροπήχι σε μια ψιλή γυναίκα ήτα περίπου 50 εκατοστά, όσο το μήκος από τον αγκώνα της μέχρι την άκρη των δαχτύλων της). Με ένα μεγάλο ραβδί (τέμπλα) όσο 10 χεροπήχια, μέτραγαν τις αποστάσεις και έμπηγαν τα παλούκια και το στημόνι που θα έφτιαχναν. Ξετύλιγαν λοιπόν τα μασούρια πηγαίνοντας «πέρα δώθε στη μάντρα» και «διασούριζε» τόσες φορές όσο ήθελαν το πλάτος του υφαντού. Αν το ήθελαν π.χ. 80 πόντους ή 200 ζευγάρια κλωστές. (Αυτό το μέτρημα γινόταν με ζευγάρια). Πλησίον, 40 – 50 πόντους στο τελευταίο παλούκι, έμπηγαν και ένα άλλο από το οποίο έκαναν στροφή με τα νήματα. Αυτό ήταν οδηγός αν ήθελαν να απλώσουν το υφάδι (τις κλωστές) και έτσι να είχαν μακρύτερο.

Στο τέλος μάζευαν όλες μαζί τις απλωμένες κλωστές σε βραχιολά (με αρχή από την παλάμη του χεριού και με συνεχείς στροφές γύρω από τον αγκώνα. Δηλαδή παλάμη – αγκώνα - παλάμη κ.ο.κ.). Πήγαιναν μετά σε μια μεγάλη σάλα σπιτιού, στην ανάγκη άνοιγαν και τις πόρτες του χειμωνιάτικου δωματίου ώστε να έχουν μεγάλη απόσταση (σάλα και χειμωνιάτικο, 8 με 10 μέτρα) και άρχιζαν τη διαδικασία περιτυλίγματος στο «αντί».

Στην άκρη της σάλας έβαζαν το υφάδι και ενώ άρχιζαν να το απλώνουν τοποθετούσαν εκεί στην αρχή του χοντρά ρούχα ή μαξιλάρια και πάνω καθόταν μια γυναίκα για να δημιουργείται με το βάρος της αντίσταση κατά το άπλωμά του μέχρι απέναντι στη σάλα όπου το μάζευαν στο «αντί». Το «αντί» το περιέστρεφε μια άλλη γυναίκα χρησιμοποιώντας δύο μικρούς ξύλινους μοχλούς στις τέσσερες τρύπες του. Ακόμη μία ή δύο γυναίκες άπλωναν το υφάδι που τυλιγόταν γύρω από το «αντί», με απόλυτη τάξη και σε πλάτος όσο το υφαντό πανί που θα ύφαιναν. Το γεμάτο με στημόνι «αντί» το μετέφεραν στον αργαλειό.

Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η περιγραφή τού αργαλειού και των κύριων εξαρτημάτων που το συνόδευαν αλλά και η ομαδικότητα των γυναικών που μέχρι να υφάνουν επιδίδονταν σε πάρα πολλές προετοιμασίες. Δεν είχαν «στασιό ποτέ», στην προσπάθεια να συμβάλουν στην οικονομία του νοικοκυριού.

Σερβιώτισσες 8 Σχίζα +Μαρίνα Σγούλια

Ο Γιώργης Σχίζας (Σγούλιας) πέρασε στα χέρια του το νήμα όπως στην ανέμη
και η γυναίκα του Μαρίνα το μάζευε σε 
κουβάρι.
(Έχουν φύγει απ’ τη ζωή πριν πολλά χρόνια).

 

 (EKM)


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.