Το πνεύμα, το σώμα, η ψυχή κατειλημμένα
Το λάθος, η βλακεία, η μαρτυρία, η αμαρτία
Στις φλέβες κυλούν και μια παράξενη χημεία ξυπνούν
Από όπου οι τύψεις τρέφονται αξιοπρεπώς
Όπως οι ζητιάνοι τη λύπη απορροφούν επαρκώς.

           

Τα δάκρυα ξεπλένουν την πίκρα σαν μετάνοια
Κι οι εξομολογήσεις πληρώνονται ακριβά
Καθώς το μέταλλο της κραυγής τους εξατμίζεται
Η ηχώ τους νανουρίζει το αυτί του σατανά
Ενώ ξανά στη λάσπη επιστρέφουμε.

Ελπίζοντας να καλύψουμε τους λεκέδες της μνήμης
Μέταλλο γοητείας κυλά σε αντικείμενα απεχθή
Ο δρόμος της κόλασης με βήμα αργό κατεβαίνει
Χωρίς τρόμο μέσα από ποτάμια που το πύον ρέει
Σε ένα ακατάσχετο φαγοπότι ακολασίας κακής.

 

Ξεχασμένοι με το μαρτυρικό γάλα πόρνης αρχαίας
Κολυμπάμε στα φτερά μιας ευχαρίστησης λαθραίας
Απελπισμένα σφιγμένης σαν τρύπιο μαξιλάρι
Πιεσμένο, μουδιασμένο, φωλιά χιλιάδων τερμιτών
Το μυαλό μας ξεγελά η ζήλια μυριάδων δαιμόνων.

Ανασαίνοντας τον θάνατο ποτάμι διάφανο
Στα πνευμόνια βουίζουν κουφές πληγές
Ο τρόμος, το στιλέτο, της βίας το δηλητήριο
Κραυγάζει σαν δαντέλα κόκκινη ευχάριστης ζήσης
Σε έναν μονότονο καμβά μοίρας αξιοθρήνητης.

Αλλοίμονο σκλήρυνε η ψυχή φαγωμένη
Από το τσιμπούρι, το τσακάλι, τον γύπα, τον όφη
Τέρατα της μέρας, ανθρωπόμορφα της νύχτας
Με ουρλιαχτά φαντασίας, βρυχηθμούς της γλώσσας
Στοιχειώνουν τον πιο κακόφημο κήπο της οίησης.

Φυτρώνουν χειρονομίες, φωνές ιδανικές,
Μεγάλες αγάπες ευχαρίστως η τέχνη σμιλεύει
Κι από τα απόβλητα της γης νωχελικά καταπίνει
Τον ιδανικό κόσμο της προσμονής που κοιμάται
Γεμάτος πλήξη κάτω από το δακρυσμένο του μάτι.

Αγνώ
6.1.2021

(οίηση: η μεγάλη ιδέα που έχει κάποιος για τον εαυτό του)

ΕΚΜ

 


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Η διάνοιξη του δρόμου από τον Αγιώργη το Σαρά μέχρι το χωριό, μήκους 12 χιλιομέτρων έγινε το 1950. Οι Σερβαίοι διέθεσαν τις μερίδες τους από τη βοήθεια της UNRA που πουλήθηκαν για να συγκεντρωθούν χρήματα για την μπολντόζα. Επίσης δούλεψαν προσωπική εργασία όλοι οι ενήλικες του χωριού. Οι Αραπαίοι, επειδή είχαν να περπατήσουν μια ώρα παραπάνω από τους Σερβαίους, για να φθάσουν από το σπίτι τους στο έργο και μία να γυρίσουν, κοιμόσαντε το βράδυ εκεί που δούλευαν.