Άνταμ Ζαγκαγέφσκι. Πάσχισε να υμνήσει τον ανάπηρο κόσμο...

 
<Αναδημοσίευση από την EΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ  ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ.docx>
  της 24ης  Μαρτίου 2021.
<P1140611.jpeg>
Βασίλης Μαραγκός*

ΖΑΚΑΓΕΦΣΚΙΤην Κυριακή 21 Μαρτίου 2021, διεθνή ημέρα της ποίησης, απεβίωσε στην Κρακοβία ο μεγάλος Πολωνός ποιητής Άνταμ Ζαγκαγέφσκι. Ο Ζαγκαγέφσκι είχε γεννηθεί στις 21 Ιουνίου 1945 στη Λεόπολη ή Λβιβ (Σοβιετική Ένωση) και μωρό γνώρισε τον δρόμο της προσφυγιάς μαζί με χιλιάδες Πολωνούς της περιοχής της Γαλικίας που αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Πολωνία και άλλες χώρες όταν η περιοχή, που πριν ανήκε στην Πολωνία, ενσωματώθηκε στη σοβιετική Ουκρανία.

Ο Ζαγκαγέφσκι άρχισε να γράφει από νεότατη ηλικία και εξέδωσε την πρώτη του συλλογή («Ανακοινωθέν») το 1972. Θεωρήθηκε μέλος της ποιητικής γενιάς της αμφισβήτησης του πολωνικού 1968 και στρατεύθηκε υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κάτι που του στοίχισε την απαγόρευση για δεκαετίες να εκδίδονται τα έργα του στη σοσιαλιστική Πολωνία. Αυτοεξόριστος στη Δύση από το 1982, για προσωπικούς, όχι για πολιτικούς λόγους, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, έζησε στη Γαλλία, στη Γερμανία και στις ΗΠΑ μέχρι το 2002, όταν επέστρεψε στην Πολωνία. Πολυβραβευμένος διεθνώς και επίσημα υποψήφιος για το βραβείο Νομπέλ, ο Ζαγκαγέφσκι ήταν ο κληρονόμος της ποιητικής παράδοσης της Πολωνίας του 20ού αιώνα (του Τσέσουαβ Μίλος και της Βισουάβα Σιμπόρσκα, Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 1980 και 1996 αντίστοιχα, αλλά και του λεπταίσθητου ποιητή και στοχαστή Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ), υπήρξε όμως πρώτιστα ένας Ευρωπαίος ποιητής και εκφραστής της μακράς ποιητικής παράδοσης της Ευρώπης. «Απολογία της ποίησης», γράφει κάπου, «σημαίνει να υπερασπίζεσαι κάτι που είναι σύμφυτο με τον άνθρωπο, τη βασική του ικανότητα να βιώνει τον κόσμο σε ό,τι έχει πιο θαυμάσιο, να ανακαλύπτει το θείο στο σύμπαν και στους συνανθρώπους του, σε μια σαύρα και στα φύλλα μιας καστανιάς». «Να γράφεις ποιήματα», λέει πιο αινιγματικά σε ένα ποίημά του, «είναι μια μονομαχία από την οποία κανείς δεν βγαίνει νικητής».

Ο Άνταμ Ζαγκαγέφσκι ήταν γνώστης του ελληνικού πολιτισμού και φίλος της Ελλάδας, την οποία επισκέφτηκε συχνά ιδιωτικά και δημόσια. Πολλά ποιήματά του αντλούν τα θέματά τους από την ελληνική ιστορία, αρχαία και νεότερη, περιέχουν πλήθος αναφορές σε Έλληνες ποιητές, με τους οποίους έχει επίσης ασχοληθεί και στο δοκιμιακό του έργο. Σε ένα κείμενό του αναφέρει τους στίχους του Σεφέρη (από τον «Τελευταίο Σταθμό») «Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια / δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς» συγκρίνοντας την έξοδο των Πολωνών της Γαλικίας το 1945-46 με τη δική μας Μικρασιατική Καταστροφή. Στην ποίησή του –με αποκορύφωμα τη συλλογή «Να Πας στη Λεόπολη» (1985)– εκφράζει τη νοσταλγία του για μια ιδεατή πνευματική πατρίδα που γίνεται σύμβολο της εξορίας και της απώλειας (χωρίς συναισθηματισμούς για τις «χαμένες πατρίδες», με τη συνακόλουθη μισαλλοδοξία), αλλά και κατάφαση απέναντι στη ζωή. «Η Λεόπολη είναι παντού», αποφαίνεται ο ποιητής.

Τα τελευταία χρόνια η ποίηση του Ζαγκαγέφσκι είχε γνωρίσει σημαντική ανταπόκριση στην Πολωνία και διεθνώς. Το 2011, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το περιοδικό New Yorker δημοσιεύει το εμβληματικό ποίημά του «Πάσχισε να υμνήσεις τον ανάπηρο κόσμο», παραμυθία σε μια ανθρώπινη κοινωνία που αναμετριέται με τη βία και με καταστάσεις που με δυσκολία κατανοεί.

Το έργο του, ποιητικό και δοκιμιακό, έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και πολλές άλλες γλώσσες. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί ανθολογία της ποίησής του («Μαθήματα Πιάνου», εκδόσεις των Δεκάτων, 2014), η οποία είχε παρουσιαστεί τον Μάιο του 2015 στο Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα σε εκδήλωση στην οποία παρευρέθηκε ο ποιητής. Ο θάνατός του αποτελεί βαριά απώλεια για την πατρίδα του αλλά και για ολόκληρη την πνευματική Ευρώπη. Σε μια συζήτησή μας μου είχε μιλήσει με συγκίνηση για το όνειρο των Πολωνών ποιητών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να ξαναχτίσουν την κατεστραμμένη τους χώρα πάνω στην ποίηση και στον πολιτισμό. Μετά την πανδημία που μας φέρνει αντιμέτωπους με μια πρωτόγνωρη για τη γενιά μας δοκιμασία, μπορούμε να αντλήσουμε από την ποίηση και τον πολιτισμό τη δύναμη που χρειάζεται για να ονειρευτούμε και να ξαναχτίσουμε τον κόσμο σε πιο γερές βάσεις.

 

Όπως ο βασιλιάς της Ασίνης.

 

Όπως ο βασιλιάς της Ασίνης στο Σεφέρη – συλλογιζόμουν,

αναπολώντας το εξαίσιο ποίημα: 

ζέστη, η θάλασσα γαλήνια, το κενό κάτω απ’ τη χρυσή προσωπίδα,

δυο άνθρωποι στη βάρκα, τα βράχια αμίλητα,

βαρύς ο κόσμος, κι από την άλλη πλευρά μόνο

η Ασίνη κι ο ηγεμόνας της – μια λέξη σ’ όλη την Ιλιάδα,

η πιο σύντομη μνεία στον κατάλογο των πλοίων.

Κι εγώ κάποτε γύρευα τους απόντες –

μέσα σε πόλεις, σ’ αεροπλάνα, στα χαλάσματα

χαμένων εξεγέρσεων και ξεσηκωμών

στη διάρκεια ενός αποτυχημένου ταξιδιού στις Συρακούσες,

σε περιπάτους μακρινούς γύρω από το Παρίσι,

στην όχθη του ωκεανού, που μέσα του

είχε βυθιστεί ολάκερη μια ήπειρος.

Όπως ο βασιλιάς της Ασίνης στο Σεφέρη, συλλογιζόμουν –

τίποτε κάτω απ’ τη χρυσή προσωπίδα, μια ζωντανή απουσία –

μα το κενό ανά πάσα στιγμή μπορεί

και πάλι να γεμίσει, μπορεί αλήθεια ο βασιλιάς

να έρθει πάλι ξαφνικά και ο χρυσός θριαμβευτικά να λάμψει.

Στον κήπο αιωρούνται κάθυγροι οι θάμνοι με τα φραγκοστάφυλα,

φυσά ο άνεμος. Το ξέρω, περιμένουμε. Πάντα περιμένουμε.

 

Ανταμ Ζαγκαγέφσκι

(από τη συλλογή «Αόρατο Χέρι», 2009, μετάφραση Β. Μαραγκού, «Μαθήματα Πιάνου»,  Κοινωνία των (δε)κάτων).

*Ο Βασίλης Μαραγκός είναι στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και μεταφραστής του Ανταμ Ζαγκαγέφσκι στα ελληνικά.

.

O B. Μαραγκός συνομιλεί με τον Ζαγκαγέφσκι στο Μέγαρο Μουσικής.

 

(ΧΙΜ)

 

.


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το 1952 εκδηλώθηκε επιδημία τύφου στο χωριό. Οι υγειονομικές αρχές τότε θεώρησαν σαν αιτία της μόλυνσης τις κορύτες στις βρύσες και στα πλαίσια των έργων εξυγίανσης αντικατέστησαν τις καλαίσθητες πέτρινες πελεκητές κορύτες με ακαλαίσθητους μεταλλικούς σωλήνες. Δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το νερό θα μπορούσε να είχε μολυνθεί από το πέρασμά του κάτω από αυλές και σπίτια, αφού οι βρύσες ήταν σε σημείο χαμηλότερο από τα σπίτια. Το υδραγωγείο που έφερε καθαρό νερό από την Κοκκινόβρυση έγινε αργότερα, το 1959.