Απόκριες στου Σέρβου πριν από 60 και πλέον χρόνια.

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο "Σκαλίζοντας τις ρίζες μας". Troupis Logotexnhs

...Μέσα στο Φλεβάρη πέφτουνε οι αποκριές.  Ερχόσαντε και οι ταξιδεμένοι μαστόροι και βαρήγανε τα θρεφτάρια και χαιρότανε και γλένταγε και αρταινότανε και μασκαρευότανε και απόκρευε το χωριό για τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Οι απόκριες κρατούνε τρεις βδομάδες. Η πρώτη είναι η αμολητή. Η δεύτερη είναι η κριάτινη και η τρίτη η τυρινή.

 Την τετράδη και την Παρασκευή της πρώτης βδομάδας αρταίνουνται, τρώνε και λαμπρινά φαγητά. Η Τετράδη και η Παρασκευή της Τυρινής βδομάδας λογαριάζονται ημέρες νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής. Δύο τούτες και 48 από την καθαροδευτέρα και πέρα γίνουνται πενήντα.

Από την Κυριακή της πρώτης αποκριάς αρχίζουν νάρχονται οι μαστόροι, για να κλαδέψουνε και να σκάψουνε τα αμπέλια, να ξυλοκουβαλίσουνε για τις γουρνοσφαξιές, να αποκρέψουνε και την Καθαρή Τρίτη και Καθαρή Τετράδη να ξαναφύγουνε για το λαμπριάτικο μαστορικό ταξίδι, που θα τέλειωνε το Μεγαλοβδόμαδο και για πολλούς το βράδυ του Μεγαλοσάββατου.

Από την πρώτη Κυριακή τα παιδιά στήνανε στις αυλές των σπιτιών τους τις ξυλογαϊδάρες και κάνανε τα παιχνίδια και τα τραγούδια τους.

Τα βράδια, στα πατώματα των σπιτιών, σταίνανε τα νιάτα και τα γεράματα χορό. Σε 2-3 σπίτια στον κάτου μαχαλά και σε άλλα 2-3 στον πάνου μαχαλά.

Τα νιάτα μασκαρεύονταν, γινόσαντε μπούλες. Μουτζουρωνόσαντε, φοράγανε γυναικεία ρούχα οι άντρες και καμιά μεσόκοπη και ξεθαρρεμένη παντρεμένη νταινότανε αντρικά και γινότανε μπούλα. Οι ανύπαντρες τσιούπες της παντρειάς ποτέ δεν ντενόσαντε μπούλες.

Τα τραγούδια της αποκριάς ήτανε γενικά τραγούδια της χαράς. Λεγόσαντε όμως και μερικά τραγούδια γουστόζικα και περγελαστικά και μερικά άλλα σε τόπους που να μην ακούνε παιδιά, γριές και γέροι και ρασοφορεμένοι:

«Ήρθανε και οι αποκριές

Και παντρεύονται και οι γριές.

Και μια γριά μονοδοντού

Άντρα γύρευε η πορδού…»

……………………………………

«Πως το τρίβουν το πιπέρι

Του διαβόλου οι καλογέροι.

Με τον κώλο τους το τρίβουν

Και το ψιλοκοσκινίζουν…..»

………………………………………

«Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς

Κλείστε την πόρτα μην ερθεί κανείς.

Γενοιθήτω το θέλημά σου

Για ξαπλώσου και ετοιμάσου….»

…………………………………

«Σώσον κύριε τον λαό σου

Δείξε κυρά τον αφαλό σου.

Νίκας και τοις βασιλεύσι

Ποιος θα σε καβαλικεύσει…..»

……………………………………………..

Τις απόκριες τραγουδιούνται και τραγούδια του τραπεζιού και στις ταβέρνες και στα παραγώνια. Τραγουδιούνταν και τραγούδια του συμπεθεριού, της στράτας: «Φωτάει το φεγγαράκι μου», «Βγήκαν τα Νικολόπουλα» και άλλα. Τα τραγουδούσαν τα παλληκάρια  που γύριζαν από χορό σε χορό ακούραστα ίσαμε τα χαράματα, μερικές βραδιές.

ArkoudiarisΟι μπούλες γυρίζανε μέσα στο χωριό και τις Κυριακάδες από το μεσημέρι και μετά ίσαμε που σκορπάγανε οι χοροί τη νύχτα. Την Κυριακή φτιάχνανε και τον αρκουδιάρη. Ένα ζευγάρι αλετρόφτερα δεμένα απάνω στο κουτάλι μιας αξίνας, σκεπασμένα με μια λιοπάνα, ήσαν τα αυτιά και το κεφάλι της αρκούδας. Κάτω από τη λιοπάνα ο άνθρωπος, που καμόνονταν την αρκούδα κράταγε το στυλιάρι της τσάπας και το βρόνταγε κατά γης, για να ακούγεται το τροκάνι ή το κυπρί, που ήτανε κρεμασμένο απόξω από τη λιοπάνα, στο λαιμό της αρκούδας. Ο αρκουδιάρης ήτανε ντυμένος με ράσο και μπουντούρι ή μπενοβράκι. Τραγούδαγε τη γριά τη μονοδοντού και άλλα γουστόζικα τραγούδια και η αρκούδα χόρευε. Κάπου-κάπου τις έδινε διάτες να παραστήσει: πως φυλάει ο δραγάτης τα αμπέλια, πως κοιμάται ο γέρος με τη γριά και άλλα.

 Την τελευταία Κυριακή της αποκριάς και την καθαροδευτέρα  βγαίναν στο χωριό μαζί με τους μασκαράδες και τις μπούλες και 2-3 αρκούδες με τους αρκουδιάρηδες.

Οι μασκαράδες φτιάνανε μουτσούνες από πανιά και από νεροκολοκύθια. Οι περισσότεροι φοράγανε τραγοτόμαρα και αρνιακά για πανωκόρμια και κάτω μπουντούρια ή μπενοβράκια. Οι μπούλες κουκουλώνανε ούλο το κεφάλι και το πρόσωπο με μαυρομάντηλα μπαρέζια, μεσήνες και τσεμπέρες. Οι κουτσοί μπαμπουλωμένοι στηλωνόντουσαν στις πατερίτσες και κάτου από το κουτσό τους πόδι είχανε κρεμασμένο ένα σκαλτσούνι γιομάτο στάχτη και σταχτόνανε εκείνους που είχανε τα θάρρετα να τους αγγίξουν. Γυρίζανε όλοι από πόρτα σε πόρτα την Κυριακή της Τυρινής και τους φιλεύανε οι νοικοκυράδες αυγά, λουκάνικα, γλυκά, τσιγαρίδες…. και το βράδυ τ΄αποκρεύανε  συντροφιές-συντροφιές οι μασκαρεμένοι με τους αμασκάρευτους φίλους τους.

Οι αποκριάτικοι χοροί γιομίζανε χαρά τα νιάτα και φροντίδες τα γερατειά του χωριού. Οι τρανοί νυφοδιαλέγανε και γαμπροδιαλέγανε. Τα άπλερα τσοπανόπουλα πιανόσαντε κοντά στους τριότες και στρατίζανε τα πρώτα χορευτικά πατήματά τους. Οι άπλερες στην ουρά του χορού τηράγανε τις τερτίπισσες χορευταρούδες και κλέβανε τσαλίμια και ταπεινά πατήματα. Οι χοροί της αποκριάς τοιμάζανε τους καινούριους χορευταράδες της Λαμπρής, της Ζωοδόχου Πηγής και του Αγιοκωνσταντίνου.

Σχολείο χορού, σεβντά και τραγουδιών ήσαν οι αποκριές για το χωριό μας. Όλο και κάποιο καινούριο τραγούδι φέρνανε οι ταξιδεμένοι μας . Το λέγανε το ματαλέγανε σε όλα τα χοροστάσια ίσαμε που βαριόσαντε. Το παίρνανε μετά  και τα τσοπανόποιυλα στις φλογέρες τους και οι τσοπανοπούλες στα λαρύγγια τους. Μερικά από αυτά ήσαν:

-Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική…

-Από ξένον κόσμο κι απ΄αλλαργινό….

-Σιγά καλέ μου σιγά…

-Για μια γαργαλιανιώτισσα…..

 

Οι μεσόκοποι και οι γεροντότεροι  του χωριού μας σαν μπαίναν στο χορό λέγανε εκείνα τα τραγούδια που χορτάσανε και γλεντήσανε στον καιρό της νιότης τους .

(Σ.Σ. Το επόμενο  άρθρο από το βιβλίο του Θ. Τρουπή θα είναι «οι γουρνοσφαξιές τις απόκριες»)

 

(ΧΙΜ)


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το 1952 εκδηλώθηκε επιδημία τύφου στο χωριό. Οι υγειονομικές αρχές τότε θεώρησαν σαν αιτία της μόλυνσης τις κορύτες στις βρύσες και στα πλαίσια των έργων εξυγίανσης αντικατέστησαν τις καλαίσθητες πέτρινες πελεκητές κορύτες με ακαλαίσθητους μεταλλικούς σωλήνες. Δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το νερό θα μπορούσε να είχε μολυνθεί από το πέρασμά του κάτω από αυλές και σπίτια, αφού οι βρύσες ήταν σε σημείο χαμηλότερο από τα σπίτια. Το υδραγωγείο που έφερε καθαρό νερό από την Κοκκινόβρυση έγινε αργότερα, το 1959.