Η Απολεσθείσα παραγωγή της χώρας αλλά και του χωριού Σέρβου

Έχει γίνει αντιληπτό, σε όλους μας, ότι η παραγωγική δυνατότητα της χώρας έχει συρρικνωθεί τα τελευταία  τριάντα χρόνια. Μεγάλες βιομηχανικές μονάδες που απασχολούσαν χιλιάδες εργάτες και συνέβαλαν στην αύξηση των εσόδων του δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων έκλεισαν. Ποιός δεν θυμάται τα εργοστάσια στη Ν. Ιωνία, κλωστήρια, υφαντήρια και καλτσοβιομηχανίες που τροφοδοτούσαν την εσωτερική αγορά αλλά έκαναν και εξαγωγές σε πολλές χώρες του εξωτερικού. Που είναι οι βιομηχανίες ψυγείων και άλλων οικιακών συσκευών. Που είναι η ΙΖΟΛΑ, η ΠΙΤΣΟΣ, η ΕΣΚΙΜΟ και άλλες που τροφοδοτούσαν τα νοικοκυριά και βοηθούσαν το ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών της χώρας με τις εξαγωγές τους. Που είναι οι βιομηχανικές μονάδες του Μποδοσάκη που για πενήντα χρόνια στον τομέα των λιπασμάτων και της πολεμικής βιομηχανίας ήταν υπόδειγμα ορθής και αποτελεσματικής λειτουργίας, ποιος δεν θυμάται την ΧΡΩΠΕΙ με τη μεγάλη παραγωγή φαρμάκων, τον ΚΕΡΑΝΗ και τις άλλες καπνοβιομηχανίες. Που είναι οι μεγάλες μονάδες στο Μαντούδι της Εύβοιας και το εργοστάσιο οχημάτων στο Βόλο. Που είναι τα εργοστάσια βιομηχανίας ζάχαρης. Που είναι οι μικρές και μεγαλύτερες βιοτεχνίες ενδυμάτων και παπουτσιών που για ένα διάστημα τροφοδοτούσαν και την Ευρώπη.

Που είναι τα εργοστάσια της Πειραϊκής Πατραϊκής και των κλωστοϋφαντηρίων Ναούσης με τα καταπληκτικής ποιότητας προϊόντα που ήταν ονομαστά σε όλο τον κόσμο.

Προφανώς έχω ξεχάσει και άλλες πολλές περιπτώσεις βιομηχανικών μονάδων που έκλεισαν ή συρρικνώθηκαν σε μικρές εμπορικές επιχειρήσεις κυρίως με εισαγόμενα προϊόντα.

Οι λόγοι που αποβιομηχανοποιήθηκε η χώρα είναι πολλοί. Αν και έχω άποψη  για τους παράγοντες που συνέβαλαν στο κλείσιμο των βιομηχανιών δεν θα την εκφράσω γιατί άπτεται της πολιτικής και καλό είναι ή ιστοσελίδα του χωριού μας να μείνει μακριά από την πολιτική.

Παρακολουθήσαμε οι παλαιότεροι την αλλαγή της παραγωγικής δομής της χώρας που ενώ ήταν, κατά κύριο λόγο, γεωργική κατέληξε να μετατραπεί η χώρα σε κοινωνία εμπορίου και παροχής υπηρεσιών (τουρισμός, εστίαση, μικρεμπόριο) παρόλο που έγινε  μια προσπάθεια βιομηχανικής ανάπτυξης, η οποία όμως  κατέρρευσε .

Για να αντιληφθούμε τι ακριβώς έγινε τα τελευταία σαράντα χρόνια στο θέμα της παραγωγικής κατάστασης της χώρας, θα επιχειρήσω έναν απολογισμό, που από την συνολική αποτίμηση της διατροφικής αξίας και της χρησιμότητας στην επιβίωση μιας οικογένειας είναι συγκλονιστική, ένα είδος  απλοποιημένης  στατιστικής που αναφέρεται στην  παραγωγή της μικρής κοινωνίας του χωριού μας, όπως την έζησα παιδί και τη θυμάμαι ακόμα, πολλές φορές με νοσταλγία. Οι υπολογισμοί , σε πολλές περιπτώσεις, αποκλίνουν από τα ακριβή μεγέθη γιατί είναι αυθαίρετοι αλλά ή σημασία δεν κρύβεται στα ποσά της παραγωγής όσο στον κυρίαρχο ρόλο που είχαν στην επιβίωση της μικρής κοινωνίας του χωριού μας. Έχουμε λοιπόν :

Στο χωριό μας ζούσαν περίπου 120 οικογένειες μαζί με τους συνοικισμούς ίσως και περισσότερες, αλλά χάριν υπολογισμών ας θεωρήσουμε ότι ήταν 120. Με κατά προσέγγιση υπολογισμούς η συνολική παραγωγή στο χωριό μας σε ποσότητες υπολογιζόμενη, γιατί αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία και όχι η έκφρασή της σε χρήμα, είχε ως εξής :

Α) Η κάθε οικογένεια, από την καλλιέργεια των κτημάτων, κατά μέσο όρο μάζευε 250 κιλά σιτάρι και 150 κιλά καλαμπόκι και άλλα δημητριακά, άρα συνολικά έχουμε 30 τόνους σιτάρι και 18 τόνους καλαμπόκι κλπ. Από τα κτήματα μάζευαν επίσης συνολικά 1,5-2 τόνους όσπρια (φακές, ρεβίθια και φασόλια).

Β) Κάθε σπίτι είχε κατά μέσο όρο 8 κότες που μάζευαν, ας πούμε, την εβδομάδα 6 αυγά άρα το χρόνο (52 Χ6Χ 120) = 37400 αυγά και 300 κοτόπουλα και κοκόρια τουλάχιστον.

Γ) Κατά μέσο όρο υπήρχε σε κάθε σπίτι μία κατσίκα, πιστεύω ότι αναλογούσαν περισσότερες αλλά ας θεωρήσουμε  ότι υπήρχε μία κατσίκα που για τρείς μήνες έδινε ένα κιλό γάλα την ημέρα  άρα έχουμε (120Χ90) ένδεκα τόνους γάλα το χρόνο και περίπου 120 κατσίκια με 10 κιλά κρέας 1200 κιλά κρέας το χρόνο και 120 δέρματα και 100 κιλά μαλλί (κοζιά).

Δ) Όλοι σχεδόν έτρεφαν κάθε χρόνο ένα γουρούνι που στις Απόκριες όταν το έσφαζαν ζύγιζε 80 κιλά, συνήθως περισσότερα, άρα έχουμε  9600 κιλά χοιρινό κρέας και λίπος. 

Ε) Τα περισσότερα νοικοκυριά καλλιεργούσαν ένα μικρό ή μεγάλο περιβόλι με κάθε είδος λαχανικών, απαραίτητα  για την διατροφή της οικογένειας. Με μία κατά προσέγγιση εκτίμηση θα λειτουργούσαν 100 περίπου περιβόλια με 50 κιλά τουλάχιστον παραγωγή το καθένα έχουμε πέντε τόνους λαχανικά.

ΣΤ) Η συνολική έκταση των αμπελιών θα ήταν περίπου 400 με 500 στρέμματα με συνολική παραγωγή κρασιού 20 με 25 τόνους.

Ζ) Από τα καρποφόρα δέντρα (καρυδιές, μηλιές, συκιές, αχλαδιές, μουριές και κληματαριές) η συγκομιδή θα ήταν  πάνω από δέκα τόνους.

Η) Όλα τα σπίτια μαγείρευαν, έψηναν ψωμί και θερμαίνονταν με ξύλα  που τα έκοβαν και τα κουβαλούσαν μόνοι τους, με τα ζώα. Κάθε σπίτι υπολογίζεται ότι για όλο το χρόνο έκαιγε δύο με δυόμιση τόνους ξύλα άρα είχαμε 120 χ 2.5 = 300 τόνους ξύλα.

Θ)  Στα περισσότερα νοικοκυριά λειτουργούσε μόνιμα σε ένα δωμάτιο αργαλειός που οι νοικοκυρές ύφαιναν κουβέρτες, μπατανίες και σαΐσματα  που η συνολική παραγωγή δεν μπορεί να εκτιμηθεί μπορεί όμως να φαντασθεί κανείς πόση ήταν η χρησιμότητα για τη ζωή των ανθρώπων στο χωριό. Χωρίς την οικοτεχνία δεν μπορούσαν οι άνθρωποι να ζήσουν γι αυτό η υφαντική και η πλεκτική ήταν το μικρό εργοστάσιο μέσα στο σπίτι.   

Ι) Κάθε σπίτι κατανάλωνε ένα κυβικό νερό τη βδομάδα περίπου χωρίς να επιβαρύνεται ο προϋπολογισμός του, αφού το έπαιρναν από τις βρύσες του χωριού που έτρεχαν άφθονο νερό όλο το χρόνιο .

Στα πιο πάνω πρέπει να υπολογίσουμε και τις τροφές για τα ζώα πού μάζευαν οι χωριανοί μας από τις δημόσιες εκτάσεις όπως βελάνια, γκόρτσα, σανά κλπ.

Όλη η πιο πάνω  παραγωγή χάθηκε και δεν αποκαταστάθηκε με άλλη μετά  τη μετακίνηση του πληθυσμού του χωριού μας στις πόλεις γιατί όλοι ασχολήθηκαν κατά κύριο λόγο με το εμπόριο ή με υπηρεσίες δηλαδή υπάλληλοι στο δημόσιο ή σε επιχειρήσεις. Δεδομένου ότι αυτό που συνέβη στου Σέρβου συνέβη και σε χιλιάδες άλλα χωριά στην Ελλάδα αντιλαμβάνεται το μέγεθος της απολεσθείσας παραγωγής σε εθνικό επίπεδο. Από την όλη μετάλλαξη της παραγωγικής δομής στη χώρα υπήρξε ασφαλώς και μια πιο οργανωμένη και συστηματική καλλιέργεια με σύγχρονα μέσα, με αποστραγγιστικά έργα που έγιναν στην Ηλεία, στη Λακωνία, στην Κωπαΐδα και αλλού, με βελτιωμένες ποικιλίες σπόρων κλπ, αλλά ποτέ δεν εξισορροπήθηκε η μεγάλη απώλεια της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής που συντελέσθηκε  με την αστικοποίηση του πληθυσμού. Το χειρότερο δε είναι ότι δεν αναπτύχθηκε βιομηχανική και βιοτεχνική παραγωγή σε τέτοιο επίπεδο  για να καλύψει την απολεσθείσα παραγωγή.

Αν στην πιο πάνω κατάσταση που δημιουργήθηκε, με την αλλαγή που έγινε, προσθέσουμε και τη μεγάλη αύξηση των αναγκών των ανθρώπων και την υιοθέτηση καταναλωτικών προτύπων άλλων πιο ανεπτυγμένων χωρών, που συνεπάγονται αύξηση καταναλωτικών προϊόντων που δεν παράγονται στη χώρα μας ή αυτά που παράγονται δεν επαρκούν καταλαβαίνουμε γιατί φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Όλοι βλέπουμε στα σούπερ μάρκετ γεωργικά προϊόντα εισαγόμενα από άλλες χώρες,  πατάτες από την Αίγυπτο και τη Γαλλία, μήλα από τη Χιλή,  σκόρδα από την Αργεντινή, αυγά από την Βοσνία και ο κατάλογος των προϊόντων ξένης προέλευσης  δεν έχει τέλος. Όλα αυτά και σε καλλίτερη ποιότητα θα μπορούσαν να παραχθούν στην πατρίδα μας .

Η πιο πάνω μετάλλαξη της παραγωγικής δομής της χώρας, με τη συρρίκνωση της πρωτογενούς παραγωγής και της μεταποίησης απεικονίζεται στην εικόνα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας, που μαζί με τα ελλείμματα αποτελούν το εκρηκτικό μείγμα που θα συνοδεύει τη χώρα μας αρκετά χρόνια.

                                             Η.Κ. Θαρρετός


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το 1952 εκδηλώθηκε επιδημία τύφου στο χωριό. Οι υγειονομικές αρχές τότε θεώρησαν σαν αιτία της μόλυνσης τις κορύτες στις βρύσες και στα πλαίσια των έργων εξυγίανσης αντικατέστησαν τις καλαίσθητες πέτρινες πελεκητές κορύτες με ακαλαίσθητους μεταλλικούς σωλήνες. Δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το νερό θα μπορούσε να είχε μολυνθεί από το πέρασμά του κάτω από αυλές και σπίτια, αφού οι βρύσες ήταν σε σημείο χαμηλότερο από τα σπίτια. Το υδραγωγείο που έφερε καθαρό νερό από την Κοκκινόβρυση έγινε αργότερα, το 1959.