Η Μάνα

 

«... Μάνα,
δεν βρίσκεται λέξη καμμία,
νάχει στον ήχο της τόση αρμονία.
Σαν ποιός να σ' άκουσε με στήθος κρύο,
Ὀνομα Θείο...»

 

Του Μάη 8. Η παγκόσμια Γιορτή της Μητέρας. (Τι χρειάζεται;)

Αμέτρητα τ' άφιερώματα σ' έκείνην που συντελείται μέσα στα σπλάχνα της το θαύμα τής Δημιουργίας.

Στίχοι, Μουσική, Ζωγραφική...

Κρινολούλουδα και ζουμπούλια το δικό μου γραφτό -αφιέρωμα – κι ας φοβάμαι τόσο πολύ των λέξεων την προδοσία - έτσι καθώς εξασθενούν στη διαδρομή από την καρδιά ως την άκρη τής πένας...

Μάνα!

Ευλογημένη η Ἀγια της μορφή σε κάθε κόχη της Γης, σε κάθε εποχή. Μα απ' όλες πιο ευλογημένη η χωριάτισσα Μάνα.
Η μάνα του χωριού μου των πιο πίσω χρόνων, κι ας μη μου κακιώσουν οι τωρινές που ο ρόλος τους - Μεγάλος πάντοτε κι ' Ωραίος - έχει γίνει λιγότερο δύσκολος με του πολιτισμού τα μέσα.

Σερβιώτισσα Μάνα! Που το κουράγιο κι οι έγνοιες σου σκάβανε βαθιά το πρόσωπο όπως η ξέρα τη Γης.

Ἀς μπορούσα στα λόγια μου να βάλω όλα τα μύρα και τις ομορφιές που σε τριγύριζαν κι ο κάματος δεν σ' άφησε ποτέ να τα ιδείς, να τα αισθανθείς, καθώς στερνή πλάγιαζες το βράδυ και πρώτη σηκωνόσουνα την αυγή να προλάβεις της φαμελιάς τις ανάγκες.

Σε ποιά σκηνή της ζωής σου να σε θυμηθώ και να μη σκύψω να σε προσκυνήσω;

-  Με το μωρό στη νάκα φορτωμένη να τραβάς για το χωράφι, ή τ’ αμπέλι, πότε καταμεσήμερο, πότε αξημέρωτα μέσα στ’ αγιάζι;

-  Να δένεις στη διχάλα τής γκορτσιάς το σκοινί, κούνια για το παιδί και ν’ αρπάζεις τα σύνεργα τής δουλειάς;

-  Μεροδουλιάρισσα, να κρύβεις το προσφάι για να το πας το βράδυ στα παιδιά;

-  Στο φως τού λυχναριού, να μπαλώνεις, να υφαίνεις, να ξαί­νεις μαλλί, ή σπάρτο το πιο συχνότερο;

-  Να καις το φούρνο βράδυ, μετά τη δουλειά, ή την αυγή όταν ακόμα τίποτε δε σάλευε στη σιωπή τής νύχτας;

-  Σαν έκοβες ξύλα, και φόρτωνες το μουλάρι με πόνο, και το κορμί σου αλύπητα;

-  Ζαλωμένη το άρρωστο παιδί, να πηγαίνεις στα Μεγαλοχώρια για το γιατρό, με χιόνια, πάγους, αστροπελέκια, χαλάζι;

-  Συχνά να γεννάς ολομόναχη στο χωράφι, φασκιώνοντας το παιδί με το μισοφούστανό σου;

-  Να «'λυσοδένεις» το παιδί, ταιριάζοντας τραγούδια τρυφε­ρά, με μαεστρία που θα τη ζηλεύανε κι οι σπουδασμένοι του Κό­σμου;

 

«... έλα μου δω χρυσέ μου Αητέ,
δε σ' είδα σήμερα και ψέ...»

«... Το παιδί μου το μικρούλι
μοναχό κυλάει τ' άβγούλι.
Μοναχό του το κυλάει,
και κανείς δεν το βοηθάει...»

 

Μάστορης όντας ο σύντροφος σου, τράβαγε ολοχρονίς για τη δουλειά σε ξένους τόπους, και σ’ άφηνε όλο το κουμάντο του νοικοκυριού. Ανατροφή, χωράφια, αμπέλια, ζωντανά...

Και σαν τύχαινε να 'ρθεί παράκαιρα ό Χάρος να σου τον πάρει, χωνόσουνα στα μαύρα για την υπόλοιπη ζωή, ατσάλωνες καρδιά και μπράτσα, και πάλευες, μέχρι να βρούνε τα παιδιά το δρόμο τους. Σπουδές ή τέχνη...

Κανείς δεν ήξερε τη φτώχεια, ή την ανημπόρια σου...

Πόσες σελίδες θα μπορούσαν να χωρέσουν την παλικαριά, και την Αγιοσύνη σου;

Ευλαβικά προσκυνώ κάθε στιγμή τής ζωής σου.

Φιλώ τα ροζιασμένα χέρια σου, τώρα που ηλικιωμένη στο χω­ριό, περνάς τους χειμώνες με την προσμονή του καλοκαιριού, που θα ιδείς για λίγο, τα προκομμένα πιά παιδιά σου - καρποί των ανείπωτων κόπων σου - για να χαρείς.

Κι ακόμα Μάνα να πολεμάς!... Με ζωντανά, με κήπους, με χωράφια. Γιατί το καθησιό είναι ντροπή βαριά για σένα...

Τιμή και Δόξα στ’ όνομά σου, ηρωίδα μάνα του χωριού μου.

Μεγάλος Αγιασμός το δάκρυ σου, κι η κάθε σου στιγμή χα­ράς, κερί αναστάσιμο, να μας φωτίζει στου Καλού το δρόμο.

 

(ΧΔ)

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.