Δημ. τραγούδια του τόπου μας, συλλογικής Γ. Δ. Βέργου (321-330)

............................................................................................................................................................................................................................

321: Σ’ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ

(Συρτός)

.

Σ’ όλο τον κόσμο… άιντε μορ’ Ελένη,

Σ’ όλο τον κόσμο… και στην οικουμένη.

Αμάν! Σ’ όλο τον κόσμο, και στην οικουμένη,

Δεν βρήκα άλλη, σαν και την Ελένη.

.

Είχε δυο μάτια… άιντε μορ’ Ελένη,

Είχε δυο μάτια… μαύρα και μεγάλα

Αμάν! Είχε δυο μάτια… μαύρα και μεγάλα,

Και το πρόσωπό της άσπρο σαν το γάλα.

.

Κι ένας Ασίκης… άιντε μορ’ Ελένη,

Κι ένας Ασίκης από το Λιμπάρτζι.

Αμάν! Κι ένας Ασίκης απ’ το Λιμπάρτζι,

της Ελένης θέλει για να κουβεντιάσει.

.

Έλα Ελένη… άιντε μορ’ Ελένη,

Έλα Ελένη για να σε φιλήσω.

Αμάν! Έλα Ελένη… για να σε φιλήσω,

Γιατί νηστεύω θέλω να κοινωνήσω.

.

Αφού νηστεύεις… άιντε μορ’ Ελένη,

Αφού νηστεύεις και θα κοινωνήσεις.

Αμάν! Αφού νηστεύεις και θα κοινωνήσεις,

Τι τα μαύρα μάτια θέλεις να φιλήσεις.

.

322. ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΟ ΚΟΝΤΟΒΡΑΔΟ

(Συρτός)

.

Το βράδυ το κοντό… κοντόβραδο,

να τρα… μωρέ, να τραγουδήσω θέλω.

Που ρο… μωρέ, που ρο… που ροβολάν’

Οι όμορφες.

.

Που ροβολάν’ οι ο… οι όμορφες, απ’ το μωρέ,

Απ’ το βουνό ιδρωμένες.

Κι άλλες μωρέ, κι άλλες… άλλες πεινούν,

Κι άλλες διψούν.

.

Κι άλλες πεινούν κι άλλες… κι άλλες διψούν,

Κι άλλες καλέ, άλλες παντρειά γυρεύουν.

Και μια μωρέ, και μια, και μικρή,

Μελαχρινή.

.

Και μια μικρή… μικρή μελαχρινή,

Του κα… μωρέ, του καπετάνιου η κόρη.

Ούτε μωρέ, ούτε… ούτε πεινάει,

Ούτε διψάει.

.

Ούτε πεινάει, ούτε… ούτε διψάει,

Ούτε μωρέ, ούτε παντρειά γυρεύει.

Μα κα, μωρέ, μα κα, μα καρτερεί,

Τον άντρα της…

.

323. ΓΙΑ ΙΔΕΣ ΛΕΒΕΝΤΗ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ

(Συρτός)

.

Για ειδές μωρέ, για ειδές, για ειδές,

Λεβέντη που έχουμε.

Για ειδές λεβέντη που έχουμε,

Λεβέντικα χορεύει.

.

Λεβε… μωρέ, λεβε… λεβέντικα

Πατάει τη γη(ς).

Λεβέντικα πατάει τη γη(ς),                                                                

Και η γη(ς) τον καμαρώνει.

.

Σέρνει μωρέ, σέρνει, σέρνει,

Δροσιά στα ρούχα του.

Σέρνει δροσιά στα ρούχα του

Και μόσχο στα μαλλιά του.

.

Έχει μωρέ, έχει, έχει,

Και στο γιλέκο του.

Έχει και στο γιλέκο του,

Ολόχρυση καδένα.

.

Έχει μωρέ, έχει, έχει,

Και στο μαντήλι του.

Έχει και στο μαντήλι του,

Μαγιάτικο λουλούδι.

.

Τρεις λυ… μωρέ, τρεις λυγερές ,

Τον παν’ κοντά.

Τρεις λυγερές τον παν’ κοντά,

Τον παν’ παρακαλώντας.

.

Δωσ’ μας μωρέ, δωσ’ μας, μωρέ, δωσ’ μας

Δωσ’ μας κι εμάς λεβέντη μου.

Δωσ’ μας κι εμάς λεβέντη μου,

Μαγιάτικο λουλούδι.

 

324. Ο ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΓΩ

(Τσάμικος)

.

Ο… Γιάννος… με τη Μαριγώ…

Σ΄ ένα σχολειό πηγαίνουν.

Αμάν! Ο Γιάννος μαθαίνει γράμματα,

Κι Μάρω… τα κεντίδια.

.

Πέ… ντε… χρόνια αγαπιόντουσαν,

Κρυφά από τους γονείς τους,

Αμάν! Ο Γιάννος το ξεστόμισε,

Της μάνας του… το λέει.

.

-Μά… να τη Μάρω αγαπώ…

Και θέλω να την πάρω.

-Αμάν! Τι λες μωρέ παιδάκι μου,

Τι λες μωρέ παιδί μου.

.

Η… Μάρω είναι ξαδέρφη σου,

Πρώτη ξαδέρφησσά σου.

Αμάν! Να βρεις άλλη να παντρευτείς,

Και να είσαι ευτυχισμένος.

.

325. ΑΓΓΕΛΩ ΚΡΕΝΕΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ

(Τσάμικος)

.

Αγγέλω… κρέ… Αγγέλω… κρένει,

Η μάνα σου.

Αγγέλω κρένει η μάνα σου,

Δεν… ξέρω τι σε θέλει, δεν…βξέρω τι σε θέλει.

.

Θέλει… να πα… θέλει να πάω,

Για νερό.

Θέλει… να πάω για νερό,

Να… φέρω το βαρέλι, να φέρω το βαρέλι.

.

Να φέ… ρω, αθα… να φέρω αθάνατο,

Νερό.

Να φέρω αθάνατο νερό,

Αθά… νατο βοτάνι, αθά… νατο βοτάνι.

.

Να δώ… σω της… να δώ… σω,

Της αγάπης μου.

Να δώ.. σω της αγάπης μου,

Πο… τέ να μην πε… θάνει, πο... τέ να μην πε… θάνει.

.

326. ΕΧΩ ΤΩΡΑ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΟΥΣ

(Συρτός)

.

Έχω τω… μάνα, καημένη μου μάνα,

Έχω τώρα μάνα, πέντε χρόνους.

Έχω τώρα μάνα, πέντε χρόνους,

Αναστεναγμούς καλέ, και πόνους.

.

Αγαπώ… μάνα, καημένη μου μάνα,

Αγαπώ μάνα, ένα χελιδόνι.

Αγαπώ μάνα, ένα χελιδόνι,

Κι η μαμά το, βρε το μαλώνει.

.

Χελιδό… μάνα, καημένη μου μάνα,

Χελιδόνι μου καλέ, ν’ απέχεις.

Χελιδόνι μου καλέ, ν’ απέχεις,

Γιατί διαφορά καλέ, δεν έχεις.

.

Πως ν’ απέ… μάνα, καημένη μου μάνα,

Πως ν’ απέχω μάνα, απ’ την αγάπη.

Πως ν’ απέχω μάνα, απ’ την αγάπη,

Που ‘χασα πολλά για δ’ αύτη.

.

327. ΡΙΝΙΩ ΜΟΥ ΚΑΤΣΕ ΦΡΟΝΗΜΑ

(Τσάμικος)

.

Ρινιώ… μου κάτσε φρόνημα…

Ρινιώ μου Κατερινιώ μου.

Ρινιώ… Κατερινιώ μου…

Σαν ό… λα τα κορίτσια.

.

Μην μπαινο… βγαίνεις και κοιτάς…

Ρινιώ μου Κατερινιώ μου.

Ρινιώ… και Κατερίνα…

Κοιτάς τα παλικάρια.

.

Τα παληκά… ρια τα καλά…

Ρινιώ μου Κατερινιώ μου.

Ρινιώ… και Κατερίνα…

Καλές γυναίκες θέλουν.

.

Να ξέ… ρουν ρόκα κι αργαλειό…

Ρινιώ μου Κατερινιώ μου.

Ρινιώ… και Κατερίνα…

Να ξέρουν να κεντάνε.

.

Το κέ… ντιμα είναι γλέντιμα…

Ρινιώ μου Κατερινιώ μου.

Ρινιώ… και Κατερίνα…

Κι η ρόκα είναι σιργιάνι.

.

Κι ο βου… λιαγμένος αργαλειός…

Ρινιώ μου Κατερινιώ μου.

Ρινιώ… Κατερινιώ μου…

Σκλαβιά… για τα κορίτσια.

.

328.   ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΘΑ ΓΙΝΩ

(Συρτός)

.

Βασιλικός θα γίνω στο παραθύρι σου,

Στο παραθύρι σου.

Κι ανύπαντρος θα μείνω για το χατίρι σου,

Για το χατίρι σου.

.

Έβγα στο παραθύρι, να δεις τι γίνεται.

Να δεις τι γίνεται.

Το αίμα της καρδιάς μου, για σένα χύνεται.

Για σένα χύνεται.

.

Έβγα στο μπαλκονάκι κρυφά απ’ τη μάνα σου,

Κρυφά απ’ τη μάνα σου.

Και κάνε πως ποτίζεις τη μαντζουράνα σου,

Τη μαντζουράνα σου.

.

Πες μου βασιλικέ μου γιατί μαράθηκες,

Γιατί μαράθηκες.

Ποιος σ’ έβαλε στα λόγια και με παράτησες,

Και με παράτησες.

.

Έβγα να σε δω… έβγα να σε δω,

Έβγα να σε δω, να παρηγορηθώ.

Το Φεγγάρι κάνει βόλτα,

Στης αγάπης μου την πόρτα.

.

329.   ΤΙ ΝΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΓΑΛΑΝΗ

(Συρτός)

.

Τι να μωρέ, τι να… τι να,

Σε κάνω Γαλανή.

Τι να σε κάνω Γαλανή,

Να γίνεις μαυρομάτα… να γίνεις μαυρομάτα.

.

Κέρνα μωρέ, κέρνα… κέρνα μας,

Κόρη κέρνα μας.

Κέρνα μας κόρη κέρνα μας,

Γεμάτα τα ποτήρια… γεμάτα τα ποτήρια.

.

Και στο μωρέ, και στο… και στο

Δικό μου το γυαλί.

Και στο δικό μου το γυαλί,

Ρίξε σπυρί φαρμάκι… ρίξε σπυρί φαρμάκι.

.

Φαρμά… μωρέ, φαρμά… φαρμάκι,

Από τα χείλη σου.

Φαρμάκι από τα χείλη σου,

Κι από τα μάγουλά σου… κι από τα μάγουλά σου.

.

330.   ΟΛΟΙ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΟΝ ΚΟΙΤΟΥΝ

(Συρτός)

.

Αμάν! Όλοι τον ήλιο,

Καλέ τον κοιτάν.

Όλοι τον ήλιο τον κοιτάν,

Που πάει να βασιλέψει… που πάει να βασιλέψει.

.

Αμάν! Κι η κόρη που ‘χει,

Καλέ μου τον καημό.

Κι κόρη που ‘χει τον καημό,

Τη θάλασσα αγναντεύει… τη θάλασσα αγναντεύει.

.

Αμάν! Βλέπει καράβια,

Καλέ μου κι έρχονται.

Βλέπει καράβια κι έρχονται,

Βαρκούλες αρμενίζουν… βαρκούλες αρμενίζουν.

.

Αμάν! Μην είδατε,

Καλέ, τον αρνητή.

Μην είδατε τον αρνητή,

Τον ψεύτη της αγάπης… τον ψεύτη της αγάπης.

.

Αμάν! Σε τι τραπέζια,

Καλέ μου κάθεται.

Σε τι τραπέζια κάθεται,

Σε τι ταβέρνες πίνει… σε τι ταβέρνες πίνει.

.

Αμάν! Τίνος χεράκια,

Καλέ μου τον κερνούν.

Τίνος χεράκια τον κερνούν,

Και τα δικά μου τρέμουν… και τα δικά μου τρέμουν.

.

Αμάν! Τίνος ματάκια,

Καλέ μου τον κοιτούν.

Τίνος ματάκια τον κοιτούν,

Και τα δικά μου κλαίνε… και τα δικά μου κλαίνε.

.

(ΧΙΜ)

.

 


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.