Στη μνήμη του Αθανασίου Ανδρ. Μπόρα. Γιατί τον λέγαν «Μποδοσάκη»

 

Με αφορμή το 40ήμερο μνημόσυνο του αείμνηστου και συμπαθέστατου πατριώτη μας Αθανασίου Ανδρ. Μπόρα, σκέφτηκα να γράψω δυο λόγια στη μνήμη του, σχετικά με το παρατσούκλι «Μποδοσάκης», που οι Σερβαίοι του είχαν «κολλήσει», και που το χρησιμοποιούσαν πιο συχνά, απ΄ ότι το όνομά του.

 

Ήταν ένα καλοκαίρι στο χωριό, πριν κάποια χρόνια, που καθόμαστε μια παρέα έξω από το μαγαζί του Ν. Τρουπή (Αλούπη), καλαμπουρίζαμε και πίναμε τα στιπουράκια μας. Κάποια στιγμή βλέπω το Θανάση να έρχεται προς το μέρος μας, με αργό βήμα και τη μαγκούρα στο χέρι. Όταν πλησίασε του λέω:

 

-Έλα Μποδοσάκη, κάτσε να πιείς ένα τσίπουρο.

-Άσε ρε, τώρα ήπια.

-Κάτσε, που σου λέω, θέλω να σε ρωτήσω κάτι.

-Αν είναι έτσι, να κάτσω.

 

Φέρε ρε Νίκο ένα τσίπουρο και στον Μποδοσάκη.

 

-Τι θες να ρωτήσεις «Μάρκο»;

-Θέλω να σε ρωτήσω, γιατί σε λένε Μποδοσάκη;

-Νάτα ρε,

 

και κάνει μια χειρονομία χαμογελώντας ο Μποδοσάκης , που κάνουμε όλοι, όταν θέλουμε να μουντζώσουμε κάποιον.

 

-Ρε συ με μουτσώνεις;

-Όχι ρε, το χέρι σου δείχνω, να μετρήσεις τα δάχτυλα.

-Τι να κάνω;

-Μέτρα τα δάχτυλα σου είπα.

-Ένα, δύο,τρία ,τέσσερα. Που είναι το πέμπτο;

-Τόφαγε η …μαρμάγκα, Μάρκο. Θες να σου πω την ιστορία; Άκου την λοιπόν:

 

 

Ήτανε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, την εποχή που δεκάδες Σερβαίοι δουλεύαμε στο Λάδωνα, το ξέρεις ντε, στο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της ΔΕΗ, που έφτιαχναν οι Ιταλοί, για να ξεπλύνουν τάχα κάπως τις ενοχές τους, που μας είχαν κηρύξει τον πόλεμο του 1940.

Εγώ δούλευα σε ένα μηχάνημα που έκοβε καλώδια και σίδερα. Κάποια στιγμή, η κακιά ώρα αν το θες, το μηχάνημα μαγκώνει το δάχτυλο και μου το κόβει σύριζα. Δεν μπορώ να σου περιγράψω το τι έγινε. Πόνος, αίματα, φωνές, φασαρία, κακό, υπεύθυνοι και ανεύθυνοι και όλοι οι εργαζόμενοι, γύρω από το Θανάση. Για να μη στα πολυλογώ, με πήγανε στο ιατρείο, μου περιποιηθήκανε το χέρι και με φροντίσανε με το παραπάνω. Καταλαβαίνεις τώρα…

Μαζί με τα άλλα, μου δώσανε και ένα γερό «μπαξίσι», όσο υπολογίσανε την …αξία του δαχτύλου μου.

Κυκλοφορούσα λοιπόν εγώ «αδιούχος» και με «μπόλικα» λεφτά στην τσέπη, την εποχή που δεν είχαμε φράγκο! Όπου βρισκόμουν με πατριώτες και άλλους εργαζόμενους στο εργοστάσιο τους κέρναγα: Από μένα το κρασί, από μένα τα τσίπουρα, από μένα ο μεζές… Παραξενευόσαντε λοιπόν, όσοι δεν με γνώριζαν, και ρώταγαν:

Ποιος είναι αυτός, που έχει τόσα λεφτά και μας κερνάει όλους;

Απαντάγανε λοιπόν οι δικοί μας «κογιοναραίοι»:

Ποιος είναι; Ο «Μποδοσάκης» είναι, που έχει τα πολλά λεφτά…

 

(Μποδοσάκης ήταν το όνομα του μεγαλύτερου ίσως Έλληνα μεγαλοβιομήχανου, εκείνη την εποχή).

 

Έτσι μούμεινε το παρατσούκλι «Μποδοσάκης», ένα παρατσούκλι που το αγάπησα και το συνήθισα τόσο πολύ, και μου άρεσε να το ακούω… Όπως καταλαβαίνεις, καμία σχέση εγώ, με μια πενιχρή σύνταξη του ΙΚΑ, με τον πραγματικό ΜΠΟΔΟΣΑΚΗ.

-Τόμαθες τώρα; Σου λύθηκε η απορία;

 

Που είσαι ρε Νίκο, φωνάζει τον μαγαζάτορα, με εκείνο το γλυκό χαμόγελο. Βάλε μια δόση τσίπουρα στα ποτήρια της παρέας. Κερνάει ο Μποδοσάκης για το όνομα…

Γέμισε και τα ποτήρια στο άλλο τραπέζι.

 

Αιωνία του η μνήμη.

Θεόδωρος Ν. Βέργος (Μάρκος).

 

(χιμ)

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό