Η Γκούρα, αυτός ο χείμαρρος με τις ομορφιές του, ξεκινά από τις παρυφές του Αρτοζήνου στης Γριάς το σωρό, διέρχεται πολύ κοντά  στην Κοκκινοράχη, σμίγει με το ποταμό Τουθόα (ή Λαγκαδινό  ποτάμι) κάτω από την Αετοράχη και συνεχίζουν τη κοινή τους πορεία προς τη θάλασσα, σμίγοντας με άλλα ποτάμια.

Η Γκούρα αποτελούσε κάποτε πηγή ζωής για τους κατοίκους των γύρω χωριών. Τώρα που οι συνθήκες διαβίωσης έχουν αλλάξει, μας κεντρίζει το ενδιαφέρον να την εξερευνήσουμε, να τη περπατήσουμε, να απολαύσουμε τις ομορφιές της και να δημιουργήσουμε τις υποδομές εκείνες που θα προσελκύσουν περιηγητές και από άλλες περιοχές της χώρας μας. Το τοπίο είναι εναλλασσόμενο και αυτό το κάνει ακόμα πιο ελκυστικό. Αλλού είναι ήπιο και βατό αλλού τραχύ και απροσπέλαστο.

Ένα θέμα που πρέπει να προσέξουμε ιδιαιτέρως όλοι όσοι επισκεπτόμεθα την περιοχή, είναι η καθαριότητα του Φαραγγιού. Ήδη έχουν πεταχτεί απορρίμματα από τους κατοίκους των γύρω χωριών στη κοίτη, αλλά και στα ρέματα που χύνονται στη Γκούρα. Όμως η κατάσταση πιστεύω πως είναι αναστρέψιμη αν στο εξής μαζέψουμε αυτά τα απορρίμματα και με ευλάβεια ακολουθήσουμε τους οικολογικούς κανόνες που υπαγορεύονται από τις ανάγκες της εποχής μας και δεν πετάξουμε το παραμικρό σκουπίδι στη Γκούρα αλλά και γενικότερα στη φύση. Έχουμε το προνόμιο στη Γορτυνία να καμαρώνουμε για την αγνότητα και καθαρότητα της φύσης που μας περιβάλλει και έτσι πρέπει να τη διατηρήσουμε στο μέλλον.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τμήμα της Γκούρας κάτω από την Κοκκινοράχη. Υπάρχει ένα πραγματικό φαράγγι με πανύψηλους βράχους εκατέρωθεν, στενά περάσματα και λίμνες, συνολικού μήκους περίπου 320 μέτρων. Στο φαράγγι φτάνει κανείς από το χωριό Κοκκινοράχη με αμάξι μέχρι τη τοποθεσία "Ούρα", κάτω από το χωριό και συνεχίζει με τα πόδια διασχίζοντας μονοπάτι καθαρισμένο από ομάδα κατοίκων και σημαδεμένο από περσινή πεζοπορία του Ορειβατικού Φυσιολατρικού Ομίλου «Η ΓΚΟΥΡΑ» σε συνεργασία με το Πολιτιστικό Σύλλογο Κοκκινοραχιτών και τη βοήθεια του Προέδρου της Ομοσπονδίας Ορειβατικών σωματείων Ελλάδος. Στα 300 μέτρα περίπου πεζοπορίας είναι το ανοικτό κομμάτι της Γκούρας με πλατάνια, ιτιές και μέλεα, ενώ όσο περπατάει κανείς απολαμβάνει τις ευωδίες από τη ρίγανη και το φρουσκούνι.

Αν βαδίσουμε αριστερά, ανηφορίζοντας στη κοίτη της Γκούρας, στα 200 περίπου μέτρα είναι το "Πάνου (Χ)ώνι", όπου στενεύει σαν χωνί και μετά είναι το  σημείο που βρισκόταν κάποτε  «Του Μπούζα το Γεφύρι».

Goura_MpouzaGefiri_314
Το γεφύρι του Μπούζα.

Εκεί υπάρχει καταρράκτης αλλά δεν προσεγγίζεται εύκολα, εξ' αιτίας κατολίσθησης βράχων που έγινε πριν λίγα χρόνια. Στη βάση μεγάλου ριζιμιού βράχου (πλάκα) υπήρχε πηγή πολύ παγωμένου νερού. Δυστυχώς η κατολίσθηση έκανε και εκεί τη ζημιά της. Κάποτε η περιοχή αυτή, τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, έσφυζε από ζωή, καθώς τσοπάνηδες της Κοκκινοράχης και της Λυσσαρέας πότιζαν τα κοπάδια τους στη Γκούρα και τα «στάλιζαν» στους ίσκιους των πλατάνων και των πουρναριών. Είχαν μάλιστα επιλέξει ο καθένας τον δικό του χώρο.

 

Κοινές αναμνήσεις συνδέουν τους νεολαίους, αγόρια και κορίτσια της Κοκκινοράχης και της Λυσσαρέας των δεκαετιών μέχρι τέλους της δεκαετίας του '70, στο τόπο αυτό. Μετέπειτα οι νέοι μετανάστευσαν στα αστικά κέντρα και τα χωριά μας μαράζωσαν.

Αν  από το σημείο προσέγγισης της Γκούρας επιλέξουμε να βαδίσουμε δεξιά  προς την κατάβαση της, στα 50 μέτρα περίπου μπαίνουμε στο φαράγγι. Η είσοδος αυτή ονομάζεται  "Κάτου (Χ)ώνι". Η βατότητα έχει μια δυσκολία και δεν ενδείκνυται για όλους τους περιπατητές. Σε κάποια σημεία έχει αρκετό νερό. Όποιος το διασχίσει πρέπει να είναι προετοιμασμένος να βραχεί. Το τοπίο όμως είναι μοναδικό και η εμπειρία αξέχαστη.

Πανύψηλοι βράχοι υψώνονται εκατέρωθεν και είναι οι πρωταγωνιστές της εικόνας που αντικρίζουμε. Κατά διαστήματα σμίγουν και αγκαλιάζονται στην οροφή του φαραγγιού και τότε το φως είναι λιγοστό η δε αίσθηση του κρύου έντονη. Διακρίνεται μια λεπτή γαλάζια λωρίδα ουρανού που μόλις περνάει μικρή ηλιαχτίδα.

Δεξιά και αριστερά οι βράχοι στη βάση τους σχηματίζουν μικρές σπηλιές όπου είναι εμφανή τα αποτυπώματα που έχουν αφήσει τα άγρια ζώα πάνω στη σωρευμένη λάσπη.

Στο μέσο της διαδρομής του κλειστού φαραγγιού συναντάμε μια μεγάλη λίμνη με πολύ νερό που αναγκαστικά ο ορειβάτης θα πρέπει να περάσει από μέσα. Έτσι περάσαμε και στην εξόρμηση του Ορειβατικού Ομίλου στις 3/5/2008. Περνώντας στην άκρη της λίμνης, πλάι-πλάι στο βράχο, το νερό είχε ύψος περίπου 80 εκατοστά. Αντιθέτως στο κέντρο της το ύψος ήταν πιο πολύ. Είναι πιθανό πως το χειμώνα που η Γκούρα «κατεβάζει», να διαφοροποιείται ο πυθμένας και η διαμόρφωση της λίμνης, όπως βεβαίως και η κοίτη της. Στα 230 μέτρα περίπου το φαράγγι ανοίγει κάπως.

Στο σημείο αυτό, που είναι τα όρια Κοκκινοράχης-Αετοράχης, στη αριστερή πλευρά του φαραγγιού καθώς το περπατάμε (πλευρά της Λυσσαρέας), στέκεται αγέρωχη στους αιώνες, γαντζωμένη μέσα σε απόκρημνους βράχους, «Του Γιαννικούλια η Σπηλιά». Παλαιό κτίσμα 7 ορόφων που είναι προφανείς οι λόγοι της κατασκευής του μέσα στο βράχο κατά τη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Δυστυχώς δεν υπάρχει δυνατή πρόσβαση στη σπηλιά παρά μόνο από εκπαιδευμένους αναρριχητές.

Ο Φυσιολατρικός Ορειβατικός Όμιλος  «Η ΓΚΟΥΡΑ» είχε πραγματοποιήσει εξόρμηση στο τμήμα αυτό του φαραγγιού στις 3/5/2008 μέχρι το σημείο της κοίτης, στο ύψος περίπου της «Σπηλιάς του Γιαννικούλια». Δεν κατέστη δυνατόν να προσεγγίσει τη σπηλιά. Τον Αύγουστο του 2008, ομάδα Κοκκινοραχιτών που την αποτελούσαν κυρίως νέοι με καθοδήγηση του Κώστα Διαμαντόπουλου που την είχε επισκεφτεί μέχρι το εσωτερικό της μαζί με άλλα παιδιά τη δεκαετία του '70 και του Γιώργου Διαμαντόπουλου (Προέδρου του Συλλόγου Κοκκινοραχιτών), εφοδιάστηκε με διάφορα εργαλεία και σχοινιά, περπάτησε τη γνωστή διαδρομή και αυτή τη φορά κατάφερε να φτάσει πολύ κοντά στη σπηλιά αφού καθάρισε παλιό μονοπάτι από τη κοίτη της Γκούρας προς του «Γιαννικούλια τη σπηλιά». Θεώρησε όμως φρόνιμο να μην προσπαθήσει  άλλο, γιατί η συνέχεια ήταν άκρως επικίνδυνη.

Στις παλιότερες δεκαετίες πολλοί νέοι της εποχής, θαρραλέοι και ριψοκίνδυνοι, τις πιο πολλές φορές κρυφά από τους μεγάλους, είχαν περπατήσει το επικίνδυνο κομμάτι και είχαν μπει στη σπηλιά. Οι μαρτυρίες τους λένε, ότι τότε δεν ήταν τόσο επικίνδυνος γκρεμός όπως είναι τώρα.Goura_sp_giann_1

Στα πλαίσια της εξόρμησης του Ομίλου στις 2/5/2009 συμμετείχε ομάδα σπηλαιολόγων υπό τον κ. Β. Τουντόπουλο Πολ. Μηχανικό που έκανε διήμερη ανίχνευση και χαρτογράφηση της σπηλιάς ανοίγοντας μονοπάτι με τη βοήθεια Λυσσαρεωτών από τη πλευρά της Λυσσαρέας στη θέση Φούσια. O σπηλαιολόγοι συνέταξαν μια ενδιαφέρουσα έκθεση με τεχνικά στοιχεία, αξιολόγηση και χρονολογική τοποθέτηση.

Αυτό που πρέπει να επισημανθεί ιδιαιτέρως είναι ότι η επίσκεψη στου «Γιαννικούλια τη σπηλιά» προς το παρόν δεν είναι εφικτή από μη εκπαιδευμένα άτομα παρά μόνο από ειδικευμένους αναρριχητές. Είναι πολύ επικίνδυνο να το επιχειρήσει κάποιος.

Όταν ήμουν μικρό παιδί και ζούσα στο χωριό μου άκουγα κάθε συζήτηση που γινόταν για «τη σπηλιά του Γιαννικούλια» με δέος. Ήταν μια θρυλική περιοχή μέσα στους απόκρημνους βράχους αλλά μου φάνταζε άπιαστο όνειρο ότι κάποτε θα ερχόταν ο καιρός που θα μπορούσε να αναδειχτεί και να αποκτήσει τουριστικό ενδιαφέρον. Τώρα βλέπω ότι αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί.

Το τμήμα της Γκούρας πλησίον της Κοκκινοράχης, από το γεφύρι Λυσσαρέας μέχρι το Μπουζιώτικο Γεφύρι, παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις δυσκολίας και δεν έχει ακόμα εξερευνηθεί από τον Ορειβατικό Όμιλο. Στα άμεσα σχέδια είναι πεζοπορία και σ' αυτό το κομμάτι.

Στους τόπους που εργάστηκαν στο παρελθόν σκληρά, ίδρωσαν και πάλεψαν οι πατεράδες και οι παππούδες μας και κάποιοι από εμάς, τώρα θα κάνουμε περιήγηση αναψυχής. Δεν είναι κι αυτό μια κατάκτηση της κοινωνίας μας;  Θα το φανταζόντουσαν ποτέ εκείνοι; Δεν το πιστεύω.

Μαρίνα Διαμαντοπούλου -Τρουπή.


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Η διάνοιξη του δρόμου από τον Αγιώργη το Σαρά μέχρι το χωριό, μήκους 12 χιλιομέτρων έγινε το 1950. Οι Σερβαίοι διέθεσαν τις μερίδες τους από τη βοήθεια της UNRA που πουλήθηκαν για να συγκεντρωθούν χρήματα για την μπολντόζα. Επίσης δούλεψαν προσωπική εργασία όλοι οι ενήλικες του χωριού. Οι Αραπαίοι, επειδή είχαν να περπατήσουν μια ώρα παραπάνω από τους Σερβαίους, για να φθάσουν από το σπίτι τους στο έργο και μία να γυρίσουν, κοιμόσαντε το βράδυ εκεί που δούλευαν.