ΚΑΥΓΑΔΕΣ

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΙ ΚΑΥΓΑΔΕΣ

<<-Μαλώνανε οι γειτόνισσες ,γιατί στραβά πατάνε οι κότες .

<<-Γιατί μαλώνουμε γειτόνισσα;

Γιατί στραβά περπατάνε οι κότες!>>

-Οι κότες σου περπατάνε στραβά, λέει ένα πρωί η Θανάσω

 στην γειτόνισσά της την Βασίλω, χωρίς καν, να της ειπεί καλημέρα.

-Τί;... Τί;... Λέει με απορία μεγάλη η Βασίλω.

-Δεν βλέπεις; Η δεν θέλεις να ιδείς ;

Θεόστραβα περπατάνε οι κότες σου!

Δεν είναι μία δεν είναι δύο, δεν είναι τρείς! Μα είναι όλες !

Μα μία κότα, να μην είναι καλή;... Να περπατάει ίσια; Τι είναι και τούτο , πάλι!...

-Τί λες , τί λες; Τί έπαθες σήμερα; ...

 Θεός να φυλάξει, μη λες τέτοια πράγματα και ματιάσεις τις κότες μου και δεν γεννάνε αυγά.

 Μη, μη, σταμάτα σου λέω, μέχρι εδώ και μη παρέκει, που θα μου κατηγορήσεις εσύ για τις κότες μου!

Μη τις πιάνεις στο στόμα σου, και τις μολέψεις. Για να τις πιάνεις, πρέπει να πλένεις τα στόμα σου ,

 με το μεγάλο ...... και ο Θεός φυλάξει.....

-Μόνο ο Θεός να Φυλάξει ; [λέει η θανάσω] Ο Χριστός ,η Παναγιά και όλοι οι Άγιοι ,και να μην ειπώ ,

 πως μεγάλη λιτανεία πρέπει να κάνουμε όλοι εμείς και όλο το χωριό.

 Να βαρούν οι καμπάνες, της απάνω και της κάτω εκκλησιάς και του νεκροταφείου και γύρο ,

γύρο από το χωριό ,σε όλα τα εξωκκλήσια να κτυπάνε, ούλες μαζί οι καμπάνες , και τα σήμαντρα ,

μήπως, ο Θεός τα ακούσει να μας γλιτώσει και να παρακαλέσουμε να κάνουνε το Αγιασμό,

 οι καλόγεροι και οι ασκητές μαζί από το Άγιο το όρος.... Και πάλι βλέπουμε, τί άλλο θα χρειαστεί;....

 Για να σωθούμε, από το μεγάλο το κακό, και την μεγάλη.... Λόβα! Αυτό ποια δεν είναι, κακό!...

 Είναι τα σημάδια ,της γραφής, [του παππουλάκου] που λένε!...... Είναι μαγάρα, για να μη ειπώ ,

τι άλλο είναι..... μόλεμα , θα μας μολέψεις μωρή όλους!... Βλέπεις, η, δεν βλέπεις;

Η κάνεις, πως δεν βλέπεις; Στραβομάρα έχεις; Κοίτα, κοίτα ,ντε πώς περπατάνε οι κότες σου;

Mία από εδώ, μία από εκεί, περπατάνε και τα πόδια τους τι λογά είναι ; Τα είδες; Ή δεν τα είδες;..

. Πόδια για κότες είναι αυτά, η για χελώνες ; Αλλά, αλλά τι να ειπώ ; ... Καλύτερα θα είναι να μη ειπώ, τίποτα!..

 Όμως δεν μπορώ να μη το ειπώ, θα το ειπώ. Σε κάποιον, πρέπει να μοιάζουν και τα πόδια τους,

δεν γίνεται αλλιώς , σε κάποια , σε κάποια, μοιάζουνε τα πόδια της κότας!....

. Σε ποιά;... Όμως;... Σε ποια;... Δεν θα το ειπώ εγώ!... Εσύ θα το βρεις... Εσύ ξέρεις!....

 Βρες το ντε!.. Βρες το Βασιλικούλα , .., που για τα άλλα μου κάνεις τον έξυπνο!

Αλλά σε ήξερα ότι είσαι πονηρή, και ανακατωσιάρα!... Αλλά, δεν σε περίμενα για τόσο!...

 Τόσο πονηρούλα..... Δεν μιλάς, ε, δεν μιλά... Ούτε βλέπεις... Δεν σε συμφέρει να βλέπεις,

δεν σε συμφέρει να μιλήσεις!... Άχνα , δεν βγάζεις!... Μούγκα , μούγκα !...

Μίλα ντε να ακούσουμε την λαλιά σου! Άνοιξε το στοματάκι σου , να ακούσουμε και να ιδούμε,

 τί μαργαριτάρια θα βγούνε;... Λέγε..... Λέγε... Πού;... Πού;... Μοιάζουνε; ...

 Σε ποια, μοιάζουνε Βάσω μου, τα πόδια τους και σε ποιόν, σε ποια, η περπατησιά τους;

Από τις κοτούλες σου ,που εσύ τις πολύ παινεύεις; Πες, πες, πες το ντε!...

Άνοιξε, Βασίλω το στοματάκι σου, τα ματάκια σου!... Βάσω μου τα γκαβά σου!...

Ρίξε τους, μια στάλα από νερό, νερό, νεράκι του Θεού είναι , τίποτα δεν πληρώνεις

και βγάλε τις τσίμπλες , από τα ματάκια σου και κάνε τα, για να ιδούνε!....

Να ιδούμε και εμείς που περιμένουμε ,να ιδούμε... Τί θα ιδούμε;...

 Να βγει η ομορφιά ..... στη αγορά , να βγούνε τα πόδια, και το κεφάλι της.... χελώνας στο....

 Παζάρι!... Εκεί θα μετρηθεί η αξία τους, εκεί και η προκοπή τους!...

Η Βασίλω ,κάνει το σταυρό της και μονολογεί. Θεέ και κύριε των δυνάμεων .....

 η μάζεψέ της ,το μυαλό, εκείνο που της έφυγε, από το λίγο και το λειψό,

που είχε και βάλετέ της στο κεφάλι ,στην θέση του, όπως πρέπει.

Η πάρε της και το υπόλοιπο, το άλλο, μισό που έχει, να μην έχει καθόλου ,

 να ξέρουμε τι θα κάνουμε, με το κακό που μας βρήκε, σε τούτη γειτονιά!...

 Τί κακό μας βρήκε;... Τί κακό;... Τί θέλει εμένα να μου ειπεί;.... Που θα ειπεί, σε εμένα,

η ξεήγκλοτη ,η βοιδούρο , για τις κότες μου που είναι τεφαρίκια και ο κόκορας μου,

που λαλεί και η λαλιά του ακούγεται σε τρία χωριά, τριγύρω!...

Το λειρί του είναι κατακόκκινο, το έχει καμαρωτό , με το περήφανο λοφίο!...

Είναι κόκορας, για κόκορας!.... Και όπως φαίνεται.....

 Τον κόκορα μου θέλεις Θανάσω, για τις κότες σου, που έχεις να ιδείς,

στο σπίτι σου αυγό από την Λαμπρή!.... Στο τσούγκρισμα!.... Δεν ξέρω ,αν το έχεις δοκιμάσει;..

 Το έχεις;... Το έχεις;.... Πες το μου , έτσι, ξάστερα ότι τον λιμπίζεσαι!...

Και εγώ σαν καλή..... γειτόνισσα, να ιδείς.. Να δοκιμάσει!,... Τον κόκορα μου....

 Για τις κότες σου και αυτόν, εγώ, θα στον ...δανείσω !....

-Τί να κάνω, Θεέ μου, με την συμφοριασμένη, την κακίστρο;

 Ο κακός ο χρόνος περνάει, ο κακός, ο γείτονας δεν περνάει... Δεν είναι διαβάτης, να διαβεί, να φύγει!..

 Δεν είναι αρρώστια, να πάρεις, το φάρμακο, το γιατρικό, να ιδείς, τί θα κάνεις;....

Θα γιατρευτείς;... Ή θα πεθάνεις;... Και καλά άμα είναι άντρας, μπορείς να του καλομιλήσεις,

να τον πηγαίνεις με τα νερά του, μπορείς να τον κεράσεις και ένα ποτήρι κρασί να τον

φέρεις στον ίσιο δρόμο! Τώρα που είναι, η Θανάσω ;..... Αυτή είναι η αρρώστια, η αγιάτρευτη,

 η χολέρα , που δεν περνάει!... Γιατρειά, δεν έχει, δεν παίρνει!. Τι να κάνω ;... Τί να κάνω;...

 Να πάρω τα μάτια μου να φύγω; Δεν μπορώ!... Έχω μισή ντουζίνα από παιδιά! Πού να τα πάω;... Πού;...

-Βρέ, γειτόνισσα... Μωρή Θανάσω! Καλά δε περνάγαμε;... Καλά δεν είμαστε; Τί θέλεις; ...

 Τί γυρεύεις;... Τί τρώγεσαι;... Τί σε βρήκε από χθες το βράδυ , μέχρι σήμερα; Νεραϊδιάστηκες;....

 Αερικό σε βάρεσε;.....

-Εμένα με βάρεσε αερικό ;... Ή εσύ, δεν ξέρει ,τί λες και τι κάνεις;... Δεν ξέρεις το τί;...

Τί, τί να σου ειπώ;... Εσύ δεν ξέρεις το πούθε ,πάνε τα τέσσερα! .... Αλλά τί σου λέω, εσένα; ....

 Εσύ, δεν ξέρεις πού πάνε και πώς περπατάνε; Οι κότες σου!

Και περιμένω να μου ειπείς εσύ για τα δύο, τα τρία και τα τέσσερα ;...

Αυτά για σένα είναι ανώτερα ...μαθηματικά! ....

Ακούτε, να ακούσετε ,να μάθετε το τί μου είπε; Θέλει να μου δανείσει το κοκοράκι της για της

 κότες μου ... δεν ξέρει τι περήφανες κότες έχω . Νομίζει πως είναι για την μούρη της,

να μου τις κουβεντιάσει νομίζει πως θα της καθίσουμε!... Τι λες;

Που θα του καθίσουνε, οι κότες οι δικές μου!.. Που είναι επιλεκτικές!....

 Κάθονται όπου και όπου!... Αυτός λαλεί σαν να έχει λόξυγκα!...

Κάνει σαν την ξυλογαιδάρα που καβαλάνε τις απόκριες τα παιδιά!..

. Αν ήταν δικός μου, έτσι όπως είναι...... Θα τον έβαζα εγώ στο μεγάλο τέντζερη.

 Ας είναι και η μεγάλη σαρακοστή! Ακούτε ρε τι λέει... η Βάσω η γειτόνισσα μου.... Θέλει να μας βατέψει να πιάσουμε ...από σόι ...μη χάσουμε!...

Οι κότες σου, τέτοιες που είναι δεν πρέπει να μη κάνουν, ούτε για τον τέντζερη...

 Για την αλεπού; Δεν ξέρω!... Μπορεί να τις καταδεχτεί! Μόνο, μόνο σε μεγάλη πείνα και σε κανένα χιόνι! ...

 Μα, εσύ δεν βλέπεις; Όμως όπως φαίνεται, κανένας σας εκεί μέσα δεν βλέπει!

Φλόμο βάλατε στα μάτια σας όλοι; Καλά!... Εσύ, δεν είδα, αλλά, τώρα όμως, καταλαβαίνω,

τι θα του έκανες, σε εκείνο τον έρμο τον άντρα σου! ...

Φλόμο του έβαλες και τον φλόμωσες, δεν βλέπει ,όχι μόνο τα άλλα,...

Τα.... Αλλά ούτε τα νύχια , από τις κότες σου, που περάσανε και στα νύχια,

 σε κείνες τις κότες , πώς τις λέγανε;.... Τις Στυμφαλίες όρνιθες!...

Που λένε, πως κάνανε τις καταστροφές και φωνάξανε τον Ηρακλή να τις σκοτώσει!

Τώρα ποιον ,πρέπει να φωνάξουμε, για να τις βάλει και αυτές, τις δικές σου, στο ίδιο αίμα; ....

 Στον ίδιο τέντζερι;.... Αυτές δεν είναι κότες!... Δεν λέγονται κότες!.. Κάτι άλλο πρέπει να λέγονται!...

 Δεν αφήνουν τίποτα!.. Έχουν φάει τα θρέμπελα! Κοντεύουν με τα νύχια τους, που σκάβουν,

 να γκρεμίσουν όλες τις μάντρες του χωριού. Αυτές όπως πάνε θα ξεθεμελιώσουν και τα σπίτια ,

δεν μπαίνουν σε λογαριασμό, δεν καταλαβαίνουν τίποτα! Είναι ασύδοτες!..

Αλλά σε ποιο θα μοιάσουνε; Σε ποιόν; Στην νοικοκυρά θα μοιάσουν!..

Ότι βλέπουν τα ζωντανά αυτά κάνουν!

Βασιλική μου, μη νομίζεις, ότι χολοσκάω για σένα και τις κότες σου;

Σκασίλα μου, μεγάλη!.. Καρφάκι δεν μου καίγεται! Για το χωριό, όμως με νοιάζει.

Μη το γκρεμίσουν όπως το πάνε , και για τις κότες, τις δικές μου νοιάζουμαι, που σμίγουν με τις δικές σου!...

 Μη πάρουν, από το κακό παράδειγμα και στο κακό τους μοιάσουνε!.... Τότε δεν θα έχω, τί να τις κάνω ; ..

 Δεν θα είναι, ούτε και για το τσουκάλι!... Αυτό σκιάζομαι και φοβάμαι... μήπως όπως , το λένε.. ..

 << Με όποιο δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις .>> Και το κακό το παραστράτημα,

από τις δασκάλες, τις καλές,... Αμέσως, το μαθαίνουν! Για την καλή συμπεριφορά τι γίνεται;

Μα τι σου λέω τώρα σε εσένα, αυτά . Τί μπορείς εσύ τώρα να ξέρεις από αυτά, που είσαι τσούκι ;

Τί καταλαβαίνει ένα τσούκι;... Που δεν πάτησε το κατώφλι του σχολείου και δεν άκουσε όχι, τον δάσκαλο ,

αλλά ούτε την λαλιά του;....

Μπα!..Τί μας λέει, η γραμματιζούμενη , με τα πολλά τα γράμματα και τις γραφές τις μεγάλες; ...

 Αυτή, που για να πηδήξει, από την μια τάξη στην άλλη, μόνο ένας Θεός ξέρει,

τα πόσα αυγά και μυζήθρες πήγε η μάνα της στο δάσκαλο για να την βγάλει!....

<< Από το παράθυρο την πήδαγε την τάξη!....>> Και τα γράμματα, στην πράξη φαίνονται!

 Δεν έμαθε! Στραβή είναι!...Αυτή τι να ειπώ και την να μολογήσω;..

Που δεν ξέρει και δεν καταφέρνει να μοιράσει, ούτε, των δύο γαιδουριώνε τα άχυρα

που έχει και όλη νύκτα στο κατώγι ξενυχτάει!... Ή εκτός αν κάνει ,εκεί και άλλες..... δουλειές....

 Τρώει , μαζί με τα ζώα ..... άχυρα! .... Μακάρι να μοιάζανε οι κότες σου, στις κότες μου

και ας τους έβγαινε και το ένα μάτι...

-Δεν πέρασε από τον καυγά, ούτε δύο, τρείς, ημέρες και εκεί που η Θανάσω είχε ανάψει την φωτιά ,

στο φούρνο, έτοιμη να φουρνίσει, και το ψωμί, να ψήσει, ένας αέρας φύσηξε ,σαν δαίμονας, μεγάλος.

 Η καύτρα πετάχτηκε, δίπλα στο κοτέτσι και οι κότες κακαρίζανε, βοήθεια πολύ, ζητούσαν.

Η Βασίλω σαν άκουσε ,τα κακαρίσματα, αμέσως κατάλαβε, το τι κακό μεγάλο, πάει να γίνει.

 Αμέσως παίρνει το σάισμα και στην φωτιά, το πάει, το ρίχνει, και γρήγορα την κουκουλώνει [ την σκεπάζει] .

 Έτσι γλιτώσανε από την φωτιά, την λαίλαπα την μεγάλη, το κακό, την συμφορά , αυτές οι δύο γειτόνισσες και ούλο το χωριό!.

Αγαπημένες- μονιασμένες, μετά ζήσανε στην γειτονιά ,οι γειτόνισσες, π α ρ ά δ ε ι γ μ α , κ α λ ό , μ ε γ ά λ ο !

Γιατί μαλώνανε οι γειτόνισσες;

Γιατί στραβά περπατάγανε οι κότες!...

23.07. 2010 Γιάννης Στ Βέργος - Γορτύνιος

 


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.