Ο μαθητής με την γίδα

 

 

Όπως λένε οι γραφές, που γράφουν οι γραμματισμένοι, οι ιστορικοί και είναι διαπιστωμένο, πως αυτά που γράφονται και λέω εδώ, είναι αλήθεια, το μολογάνε και οι άνθρωποι  που έζησαν αυτήν την κατoχή, αυτά τα γεγονότα.

 Τότε την εποχή εκείνη της κατοχής της Χώρας από τον πόλεμο του 1940 στους Γερμανούς και μετά, στον κόσμο, στον λαό, έπεσε μεγάλη πείνα, αναδουλειά και ανέχεια. Πείνα για το ψωμί και ανέχεια για όλα τα άλλα, για όλα τα χρειώδη, τα αναγκαία της ζωής…
Τότε και ακόμα μετά κατά τον εμφύλιο σπαραγμό, την συμφορά, την Εθνική κατάρα, το ψωμί ήταν σπάνιο –λιγοστό και περίσσευε η πείνα, η δυστυχία…


Όλα αυτά, ήρθανε και καθίσανε στην Χώρα, στον τόπο, σταυροπόδι, όχι μόνο από την καταστροφή του πολέμου, αλλά περισσότερο από την απερισκεψία των πολιτικών, των πνευματικών, και στρατιωτικών ηγετών, που απερίσκεφτα εισήλθαν σε αυτό τον πόλεμο... Και αφού εισήλθαν, και  έχασαν στο πόλεμο, μετά άφησαν τον λαό ανοργάνωτο, χωρίς κανένα σχέδιο καθοδήγησης στην κρίση και στην αντιμετώπιση της μεγάλης ανάγκης επιβίωσης…

Λαός απαίδευτος,  ακαθοδήγητος και  ανοργάνωτος, πήγαινε στο πέρα δώθε…. Καθένας τότε προσπαθούσε να επιβιώσει μόνος τους και έσωσε τον κόσμο, τον λαό τότε, μόνο η  αγάπη μεταξύ τους, και ο σταθερός δεσμός της οικογένειας, του σογιού!!….
Και περισσότερο συγκράτησε τον κόσμο το σέβας, η αγάπη, η πίστη, η ελπίδα στον Θεό, στην Παναγιά.
Ο φόβος Θεού!!!... Έσωσε τότε τον κόσμο!!!...

Τότε στα Χωριά οι οικογένειες είχανε πολλά παιδιά, από πέντε ο καθένας τους και επάνω….
Τα παιδιά τα θεωρούσαν πως είναι η άνοιξη της ζωής και της προκοπής ελπίδα… Ήταν τα πολλά παιδιά η βακτηρία του γήρατος, το αποκούμπι, η παρηγοριά, η ελπίδα της ανακούφισης….
Πολλά παιδιά είχε και δάσκαλος και από κλήρο-ψωμί  πολύ λίγο. 
Κατά την κατοχή τα πάντα διαλύθηκαν και όλοι τότε κατέφευγαν στην μάνα γη να την σγαρλίσουν, να την χαϊδέψουν, να την καλοπιάσουν, να της χτυπήσουν την πόρτα σαν ζητιάνοι, να της ζητήσουνε  επίμονα, υπομονετικά να τους δώσει το κάτι τις από τα σπλάγχνα της,  από τα προφαντά της, να φάνε να ζήσουνε τα παιδιά της.
Έτσι και ο δάσκαλος στην ανάγκη στο χωριό κατέφυγε με την οικογένειά του, στην μάνα Γη, προσπαθώντας να την καλλιεργήσει να ζήσει, να θρέψει τα παιδιά του …
Εκεί αφιλοκερδώς συγκέντρωνε τα παιδιά του χωριού και τους μάθαινε λίγα γραμματάκια, για να ξεστραβωθούνε όπως έλεγε,  ελπίζοντας πως κάποτε θα τους έλθει το μυαλό  στους τρανούς και θα φτιάξουνε τα πράγματα και θα έλθει η ώρα της προκοπής και πάλι….

Ο δάσκαλος με τα παιδιά του, όλοι μαζί έσκαψαν και καλλιέργησαν τον μικρό κλήρο, τα μικρά περιβολάκια… και  αυτά τους έδωσαν και είχανε τα λίγα- λιγοστά κηπευτικά, λάχανα, φασόλια και πατάτες. Κατόρθωσε και απόκτησε από τους τότε τσοπάνηδες από μία γίδα, κατσικούλα, για κάθε παιδί και την έδωσε στο κάθε παιδί να την βόσκει, να την προσέχει, να την περιποιείται, για πίνει και να τρώει το γάλα της… Έτσι έμαθε τα παιδιά του να εργάζονται, να προσφέρουν το καθένα με την δύναμη του στην οικογένεια για να ζήσουν όλοι..

Ο χρόνος πέρναγε τα παιδιά μεγάλωναν, δεν πέρασαν όμως τα βάσανα του πόλεμου, της κατοχής, του εμφυλίου,  και μεγάλωνε  η δυστυχία…
Κάποια στιγμή οι Ηγέτες λογικεύτηκαν και απεφάσισαν να ειρηνεύσει ο τόπος και να αρχίσουν να δουλεύουν όλοι για την προκοπή….
Άνοιξαν τα σχολεία, τα γυμνάσια, άρχισαν τα εκτελούνται τα δημόσια έργα, τα έργα υποδομής και άρχισε ο κόσμος να δουλεύει και να λειτουργεί  σιγά-σιγά η οικονομία,  η αγορά…
Όσοι από τους γονείς έβλεπαν πιο μακριά την εξέλιξη της ζωής  και είχανε τον τρόπο τους, την λίγη οικονομική ευχέρεια, έστειλαν τα παιδιά τους για γράμματα στο γυμνάσιο, οι άλλοι τα έπαιρναν κοντά για μεροκάματο, στην μαστοριά για ψωμοδούλι..

Ο δάσκαλος φτωχός, είχε οικογένεια μεγάλη, στόματα πολλά και πώς να τα στομώσει; Αλλά η επιθυμία του τα παιδιά του να μάθουνε  γράμματα να γίνουν επιστήμονες  ήταν μεγάλη.  Ήρθε η σειρά στο αγόρι του τον Στάθη…. να προχωρήσει πιο πάνω για γράμματα, να πάει στην Χώρα, στα Λαγκάδια στο γυμνάσιο.
Δίνει εξετάσεις στο γυμνάσιο το παιδί και περνάει από τους πρώτους….
Τι να κάνει ο δάσκαλος;
Το παιδί πώς να το καθυστερήσει;
Αλλά τα έξοδα για το γυμνάσιο μεγάλα, ενοίκιο, βιβλία, εγγραφές, σχολική εφορία, σχολικά τέλη, και το φαγητό του, δεν μπορούσε πέρα να τα βγάλει…  
Τότε όλα ήσαν με πληρωμή, και υπολογίσιμα.
Τίποτα δεν ήταν δωρεάν, όπως σήμερα που είναι δωρεά και τα παιδιά πετάνε χωρίς ντροπή τα βιβλία τους…

Το πιάνει το παιδί και του μιλάει:
-Άκουσε παιδάκι μου, τώρα πια μεγάλωσες, πέρασες τα δώδεκα σου χρόνια και όπως λέει ο Θεός και ο παπάς στην εκκλησιά όταν βαφτίζουν το παιδί και το παραδίνουν στους γονείς του, τους λένε:
«Σου παραδίνω κουμπάρα το παιδί, βαφτισμένο, μυρωμένο,  στο Θεό παραδομένο, να το φυλάξεις από κάθε κακό, μέχρι δώδεκα χρονών….»
Εσύ τώρα παιδάκι μου είσαι μεγάλος, περπατάς στα δέκα τρία, είσαι τώρα παραδομένος στον Θεό από εδώ και πέρα….
Αν θέλεις, να πάς στα Λαγκάδια για γράμματα, για να ζήσεις μετά όταν μεγαλώσεις λίγο καλύτερα,  όμως για να μάθεις τώρα αυτά τα περισσότερα γράμματα,  πρέπει να πας στο γυμνάσιο στα Λαγκάδια  μαζί με την γίδα σου. 
Θα πηγαίνεις το πρωί στο σχολειό, στο Γυμνάσιο μέχρι το μεσημέρι να μαθαίνεις γράμματα και όταν σχολάς θα τρως ότι υπάρχει, θα αρμέγεις και την γιδούλα σου, θα πίνεις γάλα να ζήσεις…
Και μετά θα παίρνεις την γίδα, τα βιβλία σου και θα πηγαίνεις απέναντι στο λόγγο να την βοσκήσεις και εκεί μαζί με την γιδούλα σου θα κάθεσαι και θα διαβάζεις  και δεν θα σε απολειπάσει το γάλα της ημέρα…
Σκέψου…. Συμφωνείς παιδάκι μου;…
Εγώ άλλον τρόπο για να ζήσουμε και να προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι το καλύτερο για την ζωή μας δεν βλέπω, δεν έχω, εκτός εάν τώρα εσύ σαν μεγάλο παιδί που είσαι, βλέπεις κάτι το καλύτερο…
Αν βλέπεις, λέγε το μου, για να το κάνουμε….

Το παιδί έπεσε σε διαλογισμό, σε σκέψη…
Ρωτάει και την μάνα του και αυτή αμέσως την συμβουλή του δίνει…
-Παιδάκι μου με την γιδούλα σου να πας για γράμματα, να μη σε φάει η λάσπη, να μη σε φάει το πηλοφόρι…
Θα βοηθήσει η Παναγιά να φτιάξουνε τα πράγματα, η κατάσταση και να σπουδάσεις πάρα πάνω, να γίνεις και γιατρός….

Το παιδί ο Στάθης δεν είχε άλλον δρόμο να διαλέξει, ή πηγαίνει στο Γυμνάσιο με την γίδα του μαζί για γράμματα, ή, πηγαίνει όπως και τα άλλα παιδιά, που ήταν πάρα πολύ φτωχά με τα ζα  και τους μαστόρους, στην μαστοριά, στην Μεσσηνία για μεροκάματο, για ψωμοδούλι.
Το παιδί, ο Στάθης αποφάσισε.  
Διάλεξε τον δρόμο να πάει με την γιδούλα του στα Λαγκάδια στο Γυμνάσιο για γράμματα.

Το Σεπτέμβριο περνώντας του Σταυρού επήρε την γιδούλα του με το σχοινί και τα πραγματάκια του, τα στρωσίδια του, σε ένα δανεικό γαϊδούρι φορτωμένα και κίνησε μαζί με τον πατέρα του, τον δάσκαλο για το Γυμνάσιο στα Λαγκάδια.
Στην τρανή βρύση που είναι έξω από το χωριό στο δρόμο προς τα Λαγκάδια δίπλα στην βρύση κολλητά είναι η εκκλησιά της Αγίας Παρασκευής, στο εικονοστάσι της στέκετε, κάνει το σταυρό του και λέει στην προσευχή του, την προσευχή που λέγανε από τότε και μετά, όλα τα παιδιά που κίναγαν να πάνε για γράμματα, στο γυμνάσιο στα Λαγκάδια.
«Άνοιξε Αγία μου Παρασκευή τα μάτια μου, καλά για να βλέπουν, δώσε μου την Θεία φώτιση, να βλέπουνε πολύ καλά τα γράμματα, κάνε  να μπουν  καλά μες το κεφάλι μου, μες το μυαλό μου, εκεί για να φωλιά σου και να γεννήσουν το καλό, για μένα, για το σπίτι μου και για όλο τον κόσμο»  
Η προσευχή των παιδιών τότε ήταν με ευσέβεια, πόθο καρδιάς, προσδοκία ψυχής,  ελπίδα, επιμονή, υπομονή κατάνυξη, που έκανε  αυτή η προσευχή, να γίνει όπως λένε, η ώρα ανοιχτή και ανοίγανε τα ουράνια και οι Θεϊκές δυνάμεις ακούγανε την παιδική προσευχή και με τις πρεσβείες της Αγίας, στην Παναγία, στο Χριστό, η Αγία Παρασκευή τους έκανε την χάρη, τους έστενε άπλετο φώς και άνοιγε διάπλατα τα μάτια τους, τα φωτερά τους, να δουν την Θεία φώτιση να μπει στα σωθικά τους, να φωτιστεί με τα γράμματα ο νους τους, να γίνουνε καλοί άνθρωποι, με σέβας και υπόληψη, με προκοπή γεμάτοι.
Εισακούστηκε η Προσευχή τους!!!....

Μετά το παιδί, ο Στάθης, έσκυψε, χάιδεψε την γιδούλα του που τον κοίταγε περίεργα και τον περίμενε υπομονετικά. Έβγαλε μια μικρή μπουκίτσα ψωμί από την τσεπούλα του την φίλεψε, της το έβαλε στο στόμα της…  Τον κοίταξε στα μάτια!!… Την χάιδεψε στην μουρίτσα της…
Κινήσανε όλοι μαζί και πιάσανε την μεγάλη ανηφορίτσα, να ανηφορίσουν στο βουνό για τα Λαγκάδια…
Τότε το μοιραζόμαστε το ψωμί και με τα κατοικίδια ζώα την κατσίκα το μουλάρι κλπ… Τα καλοπιάναμε τα ζωντανά μας, για να έρχονται κοντά μας, γιατί από αυτά ζούσαμε, ήτανε η ζωή μας.
Το ψωμί τότε ήταν φτιαγμένο από σμιγάδι, λίγο καλαμπόκι, κριθάρι, βρώμη, λαθούρι, λούπινο, λίγο βίκο, βελανίδια  και αγκόρτσα, στην εποχή τους για να γλυκαίνει…. Και  από ότι άλλο, φανταστεί ανθρώπινος νους….

Μετά από μιάμιση ώρα δρόμο έφτασαν στα Λαγκάδια στον κάτω μαχαλά στους Αγίους Αποστόλους, έπιασε  ο πατέρας του και νοίκιασε ένα δωμάτιο σπίτι. Ήταν στην άκρη του χωριού κοντά στο δάσος. Έδεσε την γιδούλα του το παιδί στην αυλή και απόθεσαν μαζί με την σπιτονοικοκυρά τα στρωσίδια του και  τακτοποίησαν τα λίγα πραγματάκια του στο δωμάτιο.
Μετά με τον πατέρα του τον δάσκαλο πήρανε το γαϊδούρι και την γίδα με το σχοινί και την πήγαν απέναντι στο  δάσος να βοσκίσει.
Εκεί διάλεξαν ένα τόπο ξέφωτο να είναι αγνάντιο να φαίνεται από το σπίτι και να είναι προσήλιο, έφτιαξαν σε μια τούφα πουρναριού  την λούφα της γίδας μαζί και την δικήν του.
Καθάρισαν από κάτω την τούφα και την σχημάτισαν σαν θόλο να χωράει η γίδα μέσα και καθιστός ένας άνθρωπος, το παιδί ο Στάθης.  Από πάνω της τούφας της έκοψαν τα κλαδιά που πέταγαν, την έφτιαξαν στρογγυλή, μάζεψαν χόρτα και τα έβαλαν επάνω της, από πάνω έβαλαν πλατανόφυλλα με την τεχνική σκεπής κεραμιδιού,  μετά έκοψαν σπάρτα και τα έβαλαν από πάνω με τέτοιο τρόπο τεχνικό με τα κλαδιά του προς τα κάτω, ώστε όταν βρέχει το νερό να στραγγίζει από το ένα κλαδί στο άλλο, χωρίς να στάζει στον εσωτερικό χώρο…
Έδεσαν το ένα κλαδί, με το άλλο, με  τους σπαρτόκλωνους, ώστε να είναι στέρεα να μη φεύγουν.  Έφτιαξαν την φωλιά, το σπιτάκι της γίδας και του παιδιού…  

-Εδώ θα κάθεσαι όταν έχει ήλιο τον χειμώνα, και όταν βρέχει θα μπαίνεις μέσα να μη κρυώνεις….
Νομίζω πως την φτιάξαμε καλά…
Καλά θα είναι και για τους δυό σας…
Η γίδα σου θα βόσκει,  για να σου δώσει το γάλα και εσύ θα διαβάζεις …
«Θα βόσκεις στα βιβλία σου!….»
Αν θέλεις μετά να είσαι ωφέλιμος, να έχεις στην κοινωνία υπόληψη, να είσαι και λίγο ξεκούραστος-  χορτάτος…
Και του είπε: Αυτό πάντοτε να θυμάσαι, ότι:
«Της παιδείας, οι μεν ρίζες πικρές, οι δε καρποί γλυκείς!!!»

Εκεί έμειναν και τακτοποίησαν τον χώρο μέχρι που έγειραν τα απόσκια. Ο δάσκαλος ο πατέρας του χαρούμενος, ευχαριστημένος,  φίλησε το παιδί του, έβαλε μπροστά το γαϊδουράκι ,επήρανε το  μονοπάτι της ρεματιάς που βγαίνει στο δρόμο για επιστροφή στο χωριό και έφυγαν…

Το παιδί ο Στάθης όρθιος αγνάντευε τον πατέρα του και καμάρωνε τα γοργά βήματά του, μέχρι που σκαπέτησαν στο βάθος, κάτω στην ρεματιά, με τις  πολλές ιτιές και τα ψηλά δασιά πλατάνια.
-Λεβέντικα περπατάει!.... Τα βήματα αυτά του πατέρα μου είπε, ποτέ μου δεν πρέπει να ξεχάσω… Έτσι και εγώ στην λεβεντιά, στο ήθος, σε αυτόν στον πατέρα μου πρέπει να μοιάσω και να τον ξεπεράσω….
Επήρε θάρρος από τα γοργά τα βήματα και το παράστημα του….
Ο δάσκαλος ήταν ψηλός, λιγνός, με μεγάλη ατσάληνη θέληση και πείσμα, με αστραφτερό το βλέμμα!…

Τα απόσκια έγειρα για  τα καλά… Ο ήλιος έγειρε,  πίσω από τα βουνά πάει να βασιλέψει. Το παιδί γέμισε από το ρέμα ένα ανοιχτό δοχείο με καθαρό νερό και το έβαλε κοντά  στο άνοιγμα της λούφας, σε σημείο να το φτάνει η γίδα να πίνει, όταν θα είναι δεμένη. Μαζεύει φύλλα από τα δέντρα και κλαδιά που τρώει η γίδα και τα βάζει σιμά της, για να τα φάει την άλλη μέρα το πρωί, μέχρι να σχολάσει από το σχολειό.
 Άρχισε να σιδώνει, να νυχτώνει.  
Την έδεσε  την γίδα στον πάσαλο και την άρμεξε. Την χάιδεψε στην μουρίτσα της και κίνησε να φύγει…
Κάνει δύο, τρία, βήματα μπροστά και πίσω με βουρκωμένα μάτια ξαναγυρίζει.
Δεν ήθελε να την αποχωριστεί να φύγει.
Να φύγει να την αποχωριστεί και που να την αφήσει μόνη; Μόνη σε ξένο τόπο, σε ξένα μέρη;…
Της πιάνει την μουρίτσα της, τα αυτιά της και την χαϊδεύει..
Κόμπος του δέθηκε στο λαιμό και δάκρυα τα μάτια του γεμίζουν…
Νύχτωσε… Παίρνει την σκληρή απόφαση, την καληνύχτισε και φεύγει….
Η γίδα βελάζει, μπέε… μπέε.. στο καλό του λέει και αρχίζει να αναχαράζει….   

Όλη νύχτα την σκεφτότανε μέχρι να ξημερώσει. Με το ξημέρωμα τρέχει μια πηλάλα κοντά της, την βλέπει της πάει μια μικρή κλάρα μέλεγου να φάει και γρήγορα, πηλάλα γυρίζει και ανεβαίνει δύο, δύο τα σκαλούκια στην ανηφόρα να πάει στο Γυμνάσιο, να μην αργήσει.
Και φτάνει από τους πρώτους…
Από εκεί, από το προαύλιο, κοιτάζει απέναντι στο δάσος να εντοπίσει  μήπως δει τον τόπο που είναι δεμένη. Τον είδε, τον εντόπισε, βλέπει την γίδα έξω να τρώει, ευχαριστήθηκε και είπε:
-Με τα μάτια μου κάθε διάλειμμα και από μακριά παρέα θα της κάνω….
Στο πρώτο, στο δεύτερο διάλειμμα που είδε από μακριά την γίδα του, είπε από μέσα του.
-Ο πατέρας μου είναι έξυπνος, γι αυτό κοίταγε από απέναντι το δάσος περίεργα και πήγαινε απάνω, κάτω και διάλεγε τον τόπο, να φαίνεται και από το σπίτι και από το προαύλιο του γυμνασίου η γιδούλα μας!!!
Η ζωή μου...  
Όμως δεν μου είπε τίποτα για να δει εγώ, έχω έννοια για δαύτη, έχω έννοια για προκοπή;
Θα του το ειπώ να ευχαριστηθεί, ότι σε κάθε διάλλειμα την παρακολουθώ, την βλέπω, σαν να είμαι κοντά της.

Μόλις σχόλαγε από το σχολείο, από το γυμνάσιο, τρεχάλα κατέβαινε τα σκαλοπάτια ο Στάθης αμέσως πήγαινε απέναντι, έλυνε το σχοινί της και την άφηνε να βοσκήσει στο δάσος και όσο ο καιρός ήταν καλός καθόταν έξω σε μια πέτρα, άνοιγε τις φυλλάδες του και διάβαζε τα γράμματα του… Και όταν ο καιρός δεν ήταν καλός και έβρεχε και έκανε κρύο πήγαινε και λούμωνε μέσα στην λούφα να διαβάζει…
Από τους πρώτους μαθητές ήταν ο Στάθης στο Γυμνάσιο, ήταν ομιλητικός, φιλότιμος, καλοκάγαθος και έπιασε όλους τους συμμαθητές του φίλους.
Όλοι τους ήθελαν παρέα να τον κάνουν…
Το βραδάκι το ηλιοβασίλεμα πήγαιναν αφού είχαν τελειώσει τα διαβάσματα τους, παρέα εκεί στην γίδα να του κάνουν και στα μαθήματα τους, να τους συμβουλέψει.
Όλοι τους μάζευαν χόρτα κλαρί την γίδα να ταΐσουν… και μετά αφού τέλειωναν τα μαθήματά τους, άρχιζαν και λίγο το παιχνίδι, τον τσόκο, τις αμάδες, την αμπάριζα, το κυνηγητό μέσα στο δάσος…
Και η γίδα από φιλότιμο έδινε πολύ γάλα, τόσο πολύ που ο Στάθης φίλευε και τα άλλα παιδιά, τους φίλους του…. Γάλα τυρί, γιαούρτι….  

Ο καιρός πέρναγε, τα μαθήματα προχωράγανε ήρθανε οι παραμονές των Χριστουγέννων… Τότε όλοι περίμεναν να αξιολογηθούνε να πάρουν τους βαθμούς της αξίας τους, της μέχρι τότε προκοπής τους….
Να πάνε για Χριστούγεννα οι ξενοχωριάτες, [τα βλαχάτσια] όπως τους έλεγαν, στα χωριά τους.  

Τότε τους βαθμούς τους δίνανε στους ίδιους τους μαθητές και τους ανακοινώνανε φωναχτά μέσα στην τάξη, για να τους ακούνε όλοι…
Οι άριστοι για να ακούσουν και από τους καθηγητές και το ακριβό, το σπάνιο, το μπράβο!!!...
Οι καλοί μαθητές να γίνουν καλύτεροι, οι καλύτεροι, να γίνουν άριστοι και οι μαθητές που δεν ήσαν καλοί, να πάρουν την απόφασή τους, ή, να γίνουν καλύτεροι, ή, να σηκωθούν να φύγουν…
Εδώ δεν είναι το παίξε γέλασε, για να περνάει ο χρόνος.
« Φείδου χρόνου»
Η πινακίδα τότε έγραφε σε κάθε τάξη!...
Ο καθένας τότε με την αξία του πορεύεται και την αξία του κάθε ενός την αναγνωρίζουν όλοι, οι καθηγητές,
oι συμμαθητές τους και όλη η κοινωνία.
Τότε προσπαθούσαν όλοι, ευγενώς αμιλλώμενοι, τους καλούς, τους άριστους να φτάσουν…..

Επήρε ο Στάθης τους βαθμούς του με άριστα και στο χαρτί γραμμένους, με την επίσημη σφραγίδα του Γυμνασίου σφραγισμένους!... Παίρνει την γαστρωμένη γιδούλα του με το σχοινί και το σακούλι του με τις φυλλάδες του στον ώμο και το απομεσήμερο σιγά-σιγά στο χωριό πηγαίνει.
Δείχνει τους βαθμούς πρώτα στην μάνα του που τους περιμένει, ευχαριστιέται, του δίνει την ευχή της…
-Με την ευχή μου, παιδάκι μου, Στάθη μου και το χαρτί του γιατρού, με άριστα, να μου το φέρεις….

Αυτή την ευχή και την επιθυμία της μάνας του ο Στάθης την έβαλε καλά βαθιά μέσα στο μυαλό του και εκεί το είπε μέσα του, πως γιατρός πρέπει να γίνω, την ευχή και την επιθυμία της μάνας μου να πραγματοποιήσω….
Να πιάσει της μάνας η ευχή, να μη πάει στράφη….

Η γιδούλα  μετά από τρεις ημέρες, ανήμερα τα Χριστούγεννα γέννησε και έκανε τρία χαριτωμένα κατσικάκια, το ένα ήταν αγόρι και τα άλλα  δύο κοριτσάκια. Το αγόρι, το κατσικάκι του έμελε και ήταν ο Λαμπριάτης και  τα κορίτσια για  την προκοπή γεννήθηκαν, προορισμένες, να γίνουνε γιδούλες….

Ο Στάθης γύρισε στα Λαγκάδια με την γίδα και με τα τρία κατσικάκια της…
Όπου υπάρχει μία ζωή και άλλες ζωές γεννιόνται, μαζεύονται  κοντά της. Κοντά στα κατσίκα με τα κατσικάκια ερχόσανται και κοτούλες ελεύθερες και βόσκανε στο δάσος και το σούρουπο μαζεύσανται στο κοτέτσι τους, για να κουρνιάσουν.
Όμως μια κότα λαθουρή, την Άνοιξη δεν πήγαινε στο κοτέτσι της  μαζί με τις άλλες να κουρνιάσει, ανέβαινε στο δέντρο που ήταν δίπλα από την λούφα και κούρνιαζε  ψηλά σε ένα κλαδί του….
Κάποια μέρα εμφανίστηκε  με καμιά δεκαριά κλωσόπουλά της… Γύρω - τριγύρω στην κατσίκα πήγαιναν όλα τους για να έχουν προστασία, από τα αρπακτικά τα όρνεα…. Τα κοράκια…
Ρωτάει ο Στάθης τις γειτόνισσες ποιανής είναι η κλώσα με τα κλωσόπουλα της και όλες του είπαν δεν έχουν  κότα με κλωσόπουλα…
Από περιέργεια πήγανε οι νοικοκυρές και είδανε την κλώσα. Και εκεί είδανε, πως η κλώσα με τα κλωσόπουλα ήταν από την χαμένη κότα της Αννιώς, που τώρα την είχε ξεγραμμένη, γιατί νόμισε πως η αλεπού την έχει αρπαγμένη….

Μόλις η Αννιώ την είδε γέλασε και είπε:
-Αυτή η κότα είναι για προκοπή και διάλεξε και νοικοκύρη, αυτή η κότα είναι  το χάρισμα σου…
Αυτό το παιδί, ο Στάθης θα κάνει προκοπή!…
-Μόνο αν θέλεις, όταν σημαδέψουν τα πουλιά, το καθένα τους τι είναι, μου δίνεις δύο κοτόπουλα, για κοτούλες να κρατήσω….
-Ρωτάς κιόλας θειά Αννιώ, για την δική σου κλώσα με τα κλωσόπουλα;…
Για τα δικά σου;…
Διάλεξε και πάρε… Έτσι το παιδί έγινε αγαπητό σε όλους, απέκτησε κοτούλα και αυγουλάκια….

Τα χρόνια πέρασαν έτσι. 
Σιγά, σιγά η κατάσταση στην χώρα άλλαξε, καλυτέρευσε, διορίστηκε πάλι ο πατέρας του στην Αθήνα και ο Στάθης έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο και επέτυχε στην Ιατρική.
Έγινε καλός γιατρός παιδίατρος με ήθος και φιλότιμο, με συμπόνια, στον άνθρωπο συμπαραστάτης. Πρόκοψε στην επιστήμη, στην οικογένεια, με εκτίμηση στην κοινωνία. Πιστός διάκονος του Ιπποκράτη, άξιος λειτουργός του. Ακούραστος εργάτης επιστήμονας, προσφέρει τις υπηρεσίες του πολλές φορές και δωρεά στους πάσχοντες, στους φτωχούς ανθρώπους….
Αξιώθηκε και απόκτησε οικογένεια, παιδιά γαμπρούς νυφάδες εγγόνια και έδωσε στην κοινωνία επιστήμονες.

Με το παράδειγμά του, έγιναν από το χωριό του πολλοί επιστήμονες και από γιατρούς μέχρι τώρα πολλοί!.
Τόσοι πολλοί, κοντά μια μεγάλη θράκα!!!…..
Η προσευχή του στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής εισακούστηκε!!! …
Η ευχή της μάνας του έπιασε τόπο!...
Δεν πήγε στράφη….
«Ευχές γονέων στηρίζουν θεμέλια οίκων»

Στην μνήμη της μάνας του, κοντά στις άλλες ευεργεσίες, έχει καθιερώσει για όσο ζει, συμβολικό χρηματικό βραβείο, σε όσους νέους από το χωριό του, μας, Σέρβου Γορτυνίας Αρκαδίας, επιτυγχάνουν στην Ιατρική σχολή. 

Σήμερα έχει ξεπεράσει τα 80 του χρόνια.
Εργάζεται ακόμα και προσφέρει στην κοινωνία, δεν θέλει την σύνταξη όπως λέγει.
Αυτή ήταν είναι η πορεία του μαθητή με την γίδα!!!..
Του παιδίατρου Στάθη Χρ Δάρα, που όπου σταθεί και όπου βρεθεί, όλο το μολογάει και το έχει και καμάρι!….
Δίνει στους νέους θάρρος!...
Μακάρι να του μοιάσουν και άλλοι!….

Γιάννης Στ.Βέργος{Γορτύνιος}
07.01. 2016
{gortynios.isv}


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το Δημοτικό Σχολείο άρχισε να χτίζεται τον Αύγουστο του 1936. Επειδή τότε δεν πήγαινε αυτοκίνητο στου Σέρβου, τα τσιμέντα τα κουβάλησαν με μουλάρια από τα Λαγκάδια. Τις σιδερόβεργες όμως για την πλάκα, λόγω του μήκους τους και της φύσης του μονοπατιού δεν μπορούσαν να τις φορτώσουν στα ζώα και γι' αυτό τις κουβάλησαν οι Σερβαίοι στον ώμο από τα Λαγκάδια. Οι εργασίες σταμάτησαν λόγω του πολέμου και συνεχίστηκαν μετά το 1949. Οι αίθουσες του σχολείου άνοιξαν για τους μαθητές το 1954.