Ο μπάρμπα Αγγελής

Τότε οι ρίζες της παιδείας, είχαν πολλαπλές πίκρες ...
Η Ντόραινα - η Σταύραινα και τα παιδιά του χωριού μου δοκίμασαν από δαύτες ...
Πίκρα, πίκρα, πίκρα ... Μα στο τέλος!!! ...
Απέξω μοναχή στο σκαλοπάτι της αυλόπορτας καθότανε σούρουπα η Βασίλω -η Ντόραινα, σκυφτή συλλογισμένη.
Επιταγή περίμενε από τον ξενιτεμένο άντρα της, που ήταν για καζάντι, στην ξενιτιά, δεν ήρθε η επιταγή για να πορευτεί η οικογένεια και ήταν πικραμένη ...
Πριν τρεις ημέρες, πέρασε από το χωριό ο ταχυδρόμος από του Παλούμπα, καβάλα στην ψαριά φοράδα, πέρασε την καλημέρισε, μα τίποτα δεν της αφήνει ...
Στο ακόνι, βάρεσε την σάλπιγγα για να τον ακούσουν όλοι στο κάτω χωριό, γράμματα, μηνύματα και επιταγές να πάρουν από τους ξενιτεμένους τους μαστόρους, και κάπου- κάπου να πάρουν κανένα δέμα και την μονέδα, όσοι ήσαν τυχεροί και είχαν δικούς τους ανθρώπους, στην Αμερική και αλλού, που αυτοί είχαν φιλότιμο και είχαν την έγνοια τους για δαύτους ...
Εκεί, καθόταν η Βασίλω και τα παιδιά της, με τα άλλα παιδιά, παίζανε στο δρόμο ... Δεν άκουγε η Βασίλω τις φωνές των παιδιών, ούτε έβλεπε μπροστά της ...
Το μυαλό της φτεράκαγε σε άλλα μέρη, σε άλλες χώρες και χωριά, σε άλλους τόπου ξένους, φανταστικούς, αλαργινούς χωρίς και να τους γνωρίζει ...
Εκεί, σκυφτά-κρυφά σταυροκοπιότανε και έκανε την προσευχή της, στην Παναγιά, στο Χριστό κι στους σαράντα Αγίους, να έχει καλά το νοικοκύρης της και γρήγορα να έχει καλά μαντάτα ... Να στείλει λεφτά που χρειάζεται για το παιδί, το Λιάκο της, που πέρασε από τους πρώτους φέτος, στις εξετάσεις στο γυμνάσιο και τώρα θέλει λεφτά για να γραφτεί, και χωρίς λεφτά δεν γράφεται, και αν δεν πληρώσει να γραφτεί, το παιδί θα μείνει στραβό στο χωριό, ας έχει περίσσια εξυπνάδα ...
Η προθεσμία για να τελειώσουν οι εγγραφές ζύγωνε και οι ημέρες λιγόστευαν, και επιταγή, γράμμα με λεφτά δεν ήρθε, δεν ερχόταν ...
Και αυτή συλλογιζόταν.
-Τι να κάνω η δόλια και άμοιρη;;;
Σε ποιανού την πόρτα να χτυπήσω για να ζητήσω δανεικά;
Κι αν χτυπήσω την πόρτα του αλλουνού, τάχα θα έχει να μου δώσει;... Και αν δεν μου δώσει και μου ειπεί: Δεν επιβάλλεται δα, το παιδί να πάει και στο σχολειό, άστο να φυλάξει μερικές γιδούλες;... Τότε, θα μου είναι σαν να μου έδωσε μαχαιριά αγιάτρευτη, προσβολή μεγάλη ...
Τα δάκρυα κύλαγαν καυτά και αυλάκωναν τα μαγουλά της.
-Βοήθα, Παναγιά μου, βόηθαμε, την έρμη, την άμοιρη, στην ερμιά μου ...
Η ώρα πέρναγε και είχε βγει το φεγγάρι, ήταν ολόγεμο και φεγγοβολούσε ο τόπος ...
Κουδούνια ακούγονται να έρχονται από μακριά και ποδοβολητά από τα πέταλα των μουλαριών. Σε λίγο, ξανάφαναν ήταν τα δύο μουλάρια, ο Αράπης και ο Κότσος, που ερχόσαντe φορτωμένα από το χωράφι, τα παλιογούβια, του μπάρμπα Αγγελή του Βέργου. Του Αγγελάκου ...
Πίσω, ερχόταν ο μπάρμπα Αγγελής με το καμουτσίκι του στο χέρι και κάπου κάπου, αργά, αργά ακουμπούσε κουρασμένος.
Ξωπίσω, ερχότανε η θειά Αγγελίνα ζαλωμένη, με ζαλιά ίσα-ίσα με τα μουλάρια, παραπίσω, η κόρη τους η Γιωργιά, με ξύλα για το φούρνο, φορτωμένη.... Από αυτό το δρόμο πέρασαν ...
Σηκώνεται όρθια η Βασίλω- η Ντόραινα, έτσι ήταν τότε το σέβας, οι γυναίκες να σηκώνονται όταν περνούσε ο άντρας, και τα παιδιά μεριάγανε, για να περάσουν τα μουλάρια ...
Περάσανε τα μουλάρια και τα μαρτίνια, πλησιάζει και ο μπάρμπα Αγγελής, ο Αγγελάκος ο Βέργος, την χαιρετάει ...
–Γεια σου κυρά και αρχόντισσα ...
-Καλησπέρα Βασίλω.
-Καλησπέρα αφέντη, καλός τον ... Μπάρμπα Αγγελή με όλη την σειρά του ...
-Τι κάνεις; έλαβες, επήρες καμία είδηση από τον φίλο μου το Ντόρο;

Επήρες γράμμα ή επιταγή;...
Έλαβες κανά φράγκο από το νοικοκύρη σου;...
Προχθές, πέρασε ο ταχυδρόμος, άκουσα την καραμούντζα του, που βάραγε στο ακόνι.
Φώναξε και την Σταύραινα, αλλά που να την βρει;
Αυτή είναι συνέχεια χαϊμένη κάθε ημέρα με τις δουλειές, χωράφια, κήπους, αμπέλια, στασιό δεν έχει, χωρίς να έχει και το πολύ το διάφορο ... Ήτανε στον κήπο της, την φχέρια, και έβγαζε την πατάτα ... Του είπα να μας το δώσει το γράμμα να της το δώκουμε και μας είπε ότι από εκεί θα περάσει στο φεύγα του για το χωριό του, θα την φωνάξει να της το δώσει ...
Εσένα σου έστειλε τίποτα ο νοικοκύρης σου να κονομηθείς;... Να γράψεις και το παιδί στο γυμνάσιο, που άκουσα πάνω στην αγορά πως η προθεσμία τελειώνει, και όσοι προκάνουν πρόκαναν, οι άλλοι θα μείνουνε απέξω ...
Ο μπάρμπα Αγγελής μονολογεί:
-Καταραμένη φτώχεια. Πεδουκλώνεις και τα πιο γρήγορα μουλάρια σαν και το αράπη τον δικό μου, που αυτός, όμως, είναι δυνατός και κόβει το περδούκλι. Και όπου βρίσκει χλωρακιά, πηγαίνει ... Αλλά, τα νιάκαρα τα έξυπνα, τα ατάιστα παιδιά, τί δύναμη έχουν και πώς να το κόψουν;... Και πού να πάνε;...
Περδούκλι είναι αυτό και τί περδούκλι; ...
Δεν είναι παίξε γέλασε ... Είναι διπλό, και τριπλό, περδούκλι ... «Καταραμένη φτώχεια ...»
-Αυτό το γράμμα περίμενα μπάρμπα Αγγελή, μα αυτό δεν ήρθε ακόμα, αργεί να έρθει ... Δεν ξέρω τί να κάνει; ... Έχω καιρό να λάβω είδηση, να είναι καλά κιόλας; ...
-Καλά θα είναι καημένη μου, μη βάζεις κακό με νου σου ...
Το έγραψες Βασίλω το παιδί το ετοίμασες, το κουμαντάρισες να πάει στα Λαγκάδια, στο γυμνάσιο;...
Η Βασίλω, η Ντόραινα, το κεφάλι της έγειρε και του απαντάει ... Με τρεμάμενη φωνή, έτοιμη το δάκρυ της να τρέξει ...
-Θα το γράψω μπάρμπα Αγγελή το παιδί, θα το κουμανταρίσω, να πάει ο Λιάκος μου στο σχολειό, στο γυμνάσιο ...
Νομίζω πως έχω ακόμα λίγο τράτο ...
-Πρόσεξε παιδάκι μου, πρόσεξε - πρόσεξε καλά Ντόραινα μη σου τελειώσει ο τράτος ...
Ο μπάρμπα Αγγελής αντισηκώνει την σκούφια του, τρίβει με την παλάμη του το μέτωπο του, χαιρετάει και φεύγει:
-Καληνύχτα, Βασίλω ...
-Καλή νύχτα, αφέντη και καλό ξημέρωμα, μπάρμπα Αγγελή ...
Συλλογισμένος, σκεφτικός, με το καμουτσίκι του ριχταριά, δίπλα στη μέση του βαλμένο, να του βαστάει την μέση, ροβόλαγε ο μπάρμπα Αγγελής την κατηφοριά από το Ακόνι, στο σπίτι στη ραχούλα να φτάσει...
Εκεί, το μυαλό του πέρασε από πολλά, πολλές κακουχίες του πολέμου και της εμφύλιας συμφοράς, ατυχίες της ζωής και της μαστορικής δουλειάς, της δουλειάς της λασποκοίλης ...
Τάχα βρήκε ο Ντόρος δουλειά:..
Είχε να στείλει ο άνθρωπος δεκάρα, για να στείλει γράμμα και λεφτά;... Από πού;... Από πού;...
Παντού φτώχεια και καταστροφή του πολέμου, της κατοχής και της φαγωμάρας ....

Ο Σταύρος Βέργος της έστειλε της Ντίνας, της Σταύραινας, προχτές το έφερε ο ταχυδρόμος το γράμμα και μέσα είχε ένα πενηντάρι ... Το διάβασε το παιδί της, ο Γιάννης... Και της έγραφε και της παράγγελνε, να το γράψει και να το κουμανταρίσει το παιδί, να πάει στο σχολειό, στα Λαγκάδια, δεν έχω άλλα λεφτά να σου στείλω ... Δουλειές δεν υπάρχουνε, έχουνε βγάλει τα πόδια μας αίμα να περπατάμε γύρα- γύρα στα χωριά για δουλειά ... Δουλειά δεν υπάρχει πουθενά, ούτε για ψωμί ... Το ακούς; να το στείλεις το παιδί για γράμματα ... Αν δεν φτάνουν τα λεφτά, θα πας στο μπάρμπα Κωστή, τον Ανθούλη, στα Λαγκάδια, να του πεις πως είπα, να κάνει κουμάντο, να τακτοποιήσει το παιδί και θα τον ξεχρεώσω ...
Η Σταύραινα παίρνει το γράμμα όπως ήταν με το λεφτό μέσα, ας της το διάβασε το παιδί της, και στο δάσκαλο πηγαίνει για τη συμβουλή του, το γράμμα να της το διαβάσει, μήπως και το παιδί δεν της το διάβασε καλά ... Η Σταύραινα ήταν τελείως αγράμματη και δεν ήθελε να στείλει το παιδί για πιότερα γράμματα ... Το πρώτο αγόρι είναι, εξ άλλου, ας πάει για μαστοριά να σπιλωθεί το σπίτι ... Και ας γραμματιστούνε τα άλλα τα μικρότερα ... Το όνομά του το έμαθε και το γράφει ... Τα λόγια αυτά τα είχε μάθει ο δάσκαλος, ο συγχωρεμένος ο Γιώρης ο Δάρας ... Το πήρε το γράμμα στα χέρια του, το άνοιξε, της το διάβασε και της είπε: Τώρα, Ντίνα- Σταύραινα, θα κάνουμε κατά που τα λέει ο Σταύρος ... Έτσι, Ντίνα, είναι τα σωστά ... Σου κρατάω το λεφτό θα πληρώσω, θα γράψω το παιδί και ό,τι περισσέψει θα σου τα δώσω ... Αν χρωστάς τίποτα στα μαγαζιά, που εσύ δεν χρωστάς, με ό,τι έχεις τα βολεύεις, άστα αυτά για παρέκει ... Να κουμανταρίσεις το παιδί για τα Λαγκάδια ... Η Σταύραινα κάτι πήγε να ειπεί και ο δάσκαλος κοφτά της λέει:
-Πήγαινε τώρα πήγαινε ...
Πήγαινε τώρα στα παιδιά σου ...
Θα κάνω αυτό που πρέπει ...
Μιλιά η Σταύραινα ...
Τότε, ο πρόεδρος, ο παπάς, ο αγροφύλακας και ο δάσκαλος ήσαν η τοπική εξουσία Και από όλους αυτούς στο δάσκαλο είχαν μεγάλο σέβας ... Σέβας στο δάσκαλο και στους γέρους!!!...

Έφτασε και ο μπάρμπα Αγγελής στο σπίτι του, ξεφορτώνει τα δυο μουλάρια του και αμέσως, στο σπίτι μέσα μπαίνει ... Παίρνει, λύνει τον κόμπο από το μαντήλι, που είχε δεμένα, φυλαγμένα, τα λίγα λεφτά, για ώρα μεγάλης ανάγκης, βγάζει ένα εικοσάρικο [είκοσι δραχμές] το δίνει στην τσούπα του, τη Γιωργιά, που ότι είχε προφτάσει να ξεζαλωθεί τη ζαλιά της, και χωρίς να πιει σταγόνα νερό της λέει:
-Να, πάρε αυτό το λεφτό και πήγαινε μια πηλάλα στη Ντόραινα, να της το δώσεις και να της πεις, μου το έδωσε ο πατέρας μου για να σου το φέρω και να σου πω, αυτό το λεφτό να το δώσεις για να γραφτεί το παιδί στο γυμνάσιο και μη νοιάζεσαι για τα παρέκει, θα τα βρει τα άλλα ο πατέρας μου, όταν θα έρθει από το ταξίδι ο άντρας σου, ο μπάρμπα Γιάννης ο Ντόρος...
Η τσούπα, το κορίτσι, πιλάλα πήγε και έδωσε το θέλημα.
Η Ντόραινα παίρνει στο χέρι της το λεφτό, το κρατάει σφιχτά στο χέρι, το κοριτσάκι την τσουπίτσα, δακρύζοντας με αναφιλητά την αγκαλιάζει και χίλια φιλιά και ευχές της δίνει, του μοιράζει.
Με τρεμουλιάρικη από το κλάμα φωνή της λέει:
- Να ιππείς παιδάκι μου, κοριτσάκι μου, τσουπίτσα μου, στον πατέρα σου, χίλια ευχαριστώ και όλα τα καλά του κόσμου στη φαμελιά του ... Για να σε φιλέψω παιδάκι μου, τσουπίτσα μου, το κάτι τις, ένα προφαντό, στο σπίτι μου, τίποτα δεν έχω ...
Το κορίτσι έκανε να φύγει ...
-Κάτσε- κάτσε τσουπίτσα μου, στάσου, στάσου λίγο, έβαλε το χέρι της στην τσέπη της ποδιάς της, Να, πάρε τούτη εδώ, να γλυκαθεί το στόμα σου ... Ήταν μια μικρή καραμέλα Νάσκο!!!....
Το κοριτσάκι την καληνύχτισε και έφυγε ...
Η Ντόραινα έκλαιγε-έκλαιγε, με ανάμικτα συναισθήματα,
Ο Λιάκος της, θα γραφτεί, θα πληρώσει, θα πάει στο γυμνάσιο και αυτή δεν χτυπήσει ξένη πόρτα για δανεικά να την μάθει το μισό χωριό, ίσως και παραπάνω, και τάχα τεs θα γινόταν και η δουλειά της; Ή μόνο θα την έτρωγε η καταλαλιά και το κουτσομπολιό του κόσμου;...
Μάζεψε τα παιδάκια της, τους έβαλε μια μπουκιά ψωμί να φάνε και τα έβαλε να πλαγιάσουν...
Αυτή, γονατιστή μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς και του προφήτη Ηλία, χίλιες μετάνοιες- προσευχές, ευχαριστίες κάνει ...
-Παναγιά μου!!! Έχε καλά τον νοικοκύρη μου, τα παιδάκια μου και τον μπάρμπα Αγγελή, χίλια καλά στη φαμελιά του ...
Εκεί, αποκαμωμένη από το κλάμα, αποκοιμήθηκε και εκεί που έπεσε ξημέρωσε.
Σηκώθηκε και μπονώρα- μπονώρα στο δάσκαλο πηγαίνει.
-Καλημέρα δάσκαλε ...
-Καλημέρα Βασίλω ...
-Ήρθα τώρα, νωρίς- νωρίς για να προκάνω, μην μου περάσει η διορία-η προθεσμία και τότε, τι θα κάνω;
Να, πάρτο δάσκαλε το λεφτό και γράψε το παιδί, το Λιάκο μου, στα γράμματα, στο γυμνάσιο για να πάει..... Πιστεύω το λεφτό να φτάνει .... Άλλο λεφτό εγώ δεν έχω, μη μου γυρεύεις ... Αν κάνουνε περισσότερα, βάλτα από τα δικά σου, και όταν οικονομηθώ στα δίνω... Το παιδί μην μείνει μόνο απέξω ...
Ο δάσκαλος, ο Γιώρης Δάρας έπήρε το λεφτό και της Ντόραινας της λέει: -Βασίλω, νομίζω πως φτάνει το λεφτό και για το παιδί μείνε ήσυχη, θα το γράψω ... Και αν λειπάσουν κάτι λίγα, θα τα βάλω εγώ, εσένα μη σε νοιάζει ...
Εσύ, κοίταξε, κουμαντάρισε, το παιδί, στα Λαγκάδια για να πάει ...
Ο δάσκαλος αυτός ήταν ο κοινωνικός αναμορφωτής της κοινωνίας του χωριού μας. Φρόντιζε όσο το δυνατόν να μάθουν τα παιδιά και ειδικά τα αγόρια περισσότερα γράμματα και παρακινούσε, είτε με το καλό, είτε με το άγριο, τους αγράμματους γονείς μας, να μας στείλουν στο γυμνάσιο, στα Λαγκάδια. Προσπαθούσε να βοηθήσει όλους, σε όλες τις τότε δύσκολες καταστάσεις, της φτώχειας, της μιζέριας, και στα κακά κατάλοιπα του εμφύλιου διχασμού ...
Ο δάσκαλός μας, με την επιμονή του, και ο μπάρμπα Αγγελής, ο Βέργος, με το φιλότιμο του, έστειλαν τον Γιάννη του Σταύρου και τον Λια του Ντόρου για τα γράμματα στο γυμνάσιο, στα Λαγκάδια, μαζί με τα άλλα παιδιά ... Και όλοι μας, τότε, μάθαμε τα γράμματα, ξεφύγαμε από τη σκληρή δουλειά του χτίστη, ξεφύγαμε από το λασποκοίλι, και προκόψαμε στη ζωή... Ο Γιάννης, εργαζόμενος, σπούδασε, έγινε οικονομολόγος τραπεζιτικός και έκανε οικογένεια... Ο Λιας του Ντόρου έγινε έφεδρος αξιωματικός του Ελληνικού στρατού και υπηρέτησε με ανακατάταξη ως αξιωματικός, εις την Κύπρο μας, έκανε οικονομία και απόχτησε από το μισθό του λίγα χρήματα. Με αυτά τόλμησε και μετανάστευσε, γράφτηκε στο πολυτεχνείο της Γερμανίας και έγινε από τους πολύ καλούς πολιτικούς μηχανικούς. Εκεί, σταδιοδρόμησε και έφτιαξε οικογένεια...
Ο δάσκαλός μας ... Ήταν πρωτεργάτης της προκοπής μας!!!
Τιμή τους πρέπει ...
Το φιλότιμο, η αγαθή ψυχή του μπάρμπα Αγγελή του Βέργου και το εικοσάρικό του, ήταν η ευλογία του Θεού, η Θεία πρόνοια, από το Θεό σταλμένος, την ώρα της μεγάλης ανάγκης!...
Πάντοτε, ο Λιας ο Ντόρος, του είναι ευγνώμων για την ανιδιοτελή προσφορά του και πάντοτε του ανάβει κερί, του καίει λιβάνι πρώτα και κοντά στους γονείς του, στους δασκάλους μας, όπως ο ίδιος, μου το ομολόγησε.
Αυτές ήσαν, τότε, οι αγαθές ψυχές, από τις πολλές ενάρετες της κοινωνίας του χωριού μου!!...
Και πρόβαλε η ανθρωπιά, η μικρή βοήθεια, την κατάλληλη στιγμή, την ώρα της ανάγκης, που διαμόρφωσε και διαμορφώνει την ζωή, όχι μόνο του ατόμου, αλλά και την ροή της κοινωνίας .....Αυτοί!!!...
Εφύτεψαν αμπέλι, το αμπέλι, έκανε και κάνει, γλυκά σταφύλια, καλό κρασί, που ευφραίνει τις καρδιές όλων, συγγενών και φίλων!!!... Από την πίκρα, η γλύκα ...

[Σέρβου Γορτυνίας, δεκαετία του 1950}

Γιάννης Στ. Βέργος [Γορτύνιος]
15.10.2017

 

(EKM)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το 1952 εκδηλώθηκε επιδημία τύφου στο χωριό. Οι υγειονομικές αρχές τότε θεώρησαν σαν αιτία της μόλυνσης τις κορύτες στις βρύσες και στα πλαίσια των έργων εξυγίανσης αντικατέστησαν τις καλαίσθητες πέτρινες πελεκητές κορύτες με ακαλαίσθητους μεταλλικούς σωλήνες. Δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι το νερό θα μπορούσε να είχε μολυνθεί από το πέρασμά του κάτω από αυλές και σπίτια, αφού οι βρύσες ήταν σε σημείο χαμηλότερο από τα σπίτια. Το υδραγωγείο που έφερε καθαρό νερό από την Κοκκινόβρυση έγινε αργότερα, το 1959.