Σαν θέλει και ο Θεός

Γιάννη Στ. Βέργου

.

Νοικοκύρης ο γέρο Νικόλας είχε και έφτιαξε, αμπέλια, κήπους και χωράφια.

Ανάθρεψε και μεγάλωσε με την κυρά του, παιδιά μια θράκα, μα σαν μεγάλωσαν τα παιδιά και έγιναν όμορφα όλα τους, γερά, ψηλά, σαν κυπαρίσσια, όλο και το ψωμί λιγόστευε και στένευε ο τόπος.

Ένα-ένα σαν του λαγού τα παιδιά από την φωλιά ξεπετάχτηκαν και σκόρπησαν για το ψωμί, στα τέσσαρα σημεία του ορίζοντα. Αετόπουλα σωστά, γερά, περήφανα, άνοιξαν τα φτερά τους, στα ξένα έφτιαξαν την φωλιά τους, απέκτησαν και αυτά νοικοκυριά, παιδιά, νύφες, γαμπρούς, εγγόνια και ο γέρο Νικόλας χαιρότανε, με την πολύ σειριά του, σαν μαζευόντουσαν όλοι τους στο χωριό, στης Παναγιάς το πανηγύρι.

Ο γέρο Νικόλας, εκεί στο τόπο που γεννήθηκε, εκεί φύτρωσε, εκεί ρίζωσε, εκεί μεγάλωσε, αυτόν τον τόπο αγάπησε και πρόκοψε αυτός μαζί με την κυρά του και εκεί έμεινε και στα γεράματα του, μήτε να ακούσει, μήτε να ιδεί ήθελε για ξένες χώρες, για ξένα μέρη, για ξένους τόπους. Τα χρόνια πέρναγαν κι ο καιρός διαβαίνει, κοντύνανε τα αχνάρια του Νικόλα, έφυγε η παλληκαριά του, εσγούμπιανε η ράχη του, άσπρισαν τα μαλλιά του, πάει ποια…. η ομορφιά του …..και μη μπορώντας παράτησε τους κήπους και τους αγρούς και για παρηγοριά του, κράτησε το αμπελάκι του πολύ κρασί να κάνει, να του στυλώνει την καρδιά και να του φεύγει ο πόνος.  Από νωρίς του Γεναριού το κλάδευε και το μονοβεργούσε και με την γέμιση του φεγγαριού, στο κούρβουλο, σε κάθε βέργα, άφηνε, από δύο, τρείς, τους πύρους.

Ολομερής το αμπελάκι του, το χάιδευε και το κορφολογούσε και εκείνο με φιλότιμο, ποτέ, δεν τον αφήκε και μέχρι τα βαθειά του τα γερατειά, πολύ, καλό, κρασί, νέκταρ, του δίνει και από τα τσίπουρα του, την ρακή, ωραία, μυρωδάτη. Το έπινε ο γέρο Νικόλας το κρασί, με την ρακή, ευφραινόταν η καρδιά του, μα το ποιό πολύ κρασί, το πούλαγε, για να οικονομηθούνε, κρατούσε και για το σπιτικό του, μα από την ρακή, ούτε σταγόνα πούλαγε, την είχε για φιλέματα και την κακιά την ώρα. Η κυρά Νικόλενα νοικοκυρά και αρχόντισσα στο σπιτικό της, όλα τα φρόντιζε, όλα τα πρόβλεπε, στην ώρα τους, στην τάξη τους, μπόλικα για να είναι.  Έκανε το κουμάντο της…. Ψωμί, αλάτι, ελιές, λάδι, κρασί, και στην άκρη την ρακή, ποτέ τους από το σπίτι, να μη λείψουν.

Και στο σιτάρι, έκρυβε και φύλαγε, η κυρά Νικόλαινα, κρυφά από τον γέρο Νικόλα, την πρώτη στάλα, την ρακή και όταν έρθει η ώρα, η ώρα η δύσκολη, στην ώρα της χρειαζούμενη να γίνει. Για εντριβή την είχανε, την φύλαγε, η αρχόντισσα την πρώτη στάλα την ρακή, την πούντα για να διώξει. Από λίγο, λίγο, και συχνά, με ένα καρύδι στο κρύο, την έπινε, ο Νικόλας την ρακή, απόκρυφα από την κυρά του, να στυλωθεί η καρδιά του. Και όταν η μπαρέδω τέλειωσε και την καλή έψαξε και την βρήκε και σε αυτή από λίγο, λίγο, λιγουλάκι το χέρι έβαλε και από σιγά, σιγά, και απόκρυφα την αποτέλειωσε και στα αποτελειώματα, το πήρε ποια χαμπάρι. Όταν κατάλαβε ότι ούτε σταλιά δεν είχε μέσα το μπουκάλι, κρύο ιδρώτα λούστηκε από τα πόδια, ως το κεφάλι, το τι, να ειπεί στην κυρά, αν το έπαιρνε χαμπάρι;….

Σε ένα σκαμνάκι κάθισε, άρχισε να σταυροκοπιέται, και τους Αγίους παρακάλαγε, τους δώδεκα Αποστόλους, γρίπη, συνάχι, για φέτος να μη του στείλουνε και του μαρτυρηθούνε και ποιός τον γλιτώνει από της γριάς την γκρίνια ….; που του είναι και μικρότερη και τώρα που γέρασε, μπορεί, να της περάσει από το νου, να της είναι και του χεριού της;….. Αυτά και άλλα συλλογιζότανε και τί σκαρφίστηκε, ο νους του ;

Η ρακή να είναι στην θέση της, η γριά να μη στενοχωριέται και για αυτόν όλα να είναι καλά, την γκρίνια να γλιτώσει. Αμέσως αποφάσισε την σκέψη, πράξη για να την κάνει, για να διορθώσει την ζημιά.

Ευθύς την μπουκάλα άρπαξε, αμέσως, στην βρύση την γεμίζει και με μειδίαμα φαρδύ, στην θέση της την βάζει, μέσα στο σιτάρι, στην θέση του κασονιού, όπως και όπου, την είχε κρύψει η κυρά του, και από την μεγάλη ευχαρίστηση και με μεγάλη χάρη, τα χέρια του έτριβε, έγλειφε τα χείλη του, και έστριβε το μουστάκι.

Η γριά Νικόλαινα, συχνά, πυκνά, κρυφά το βγάζει το μπουκάλι, το κοιτάζει, γεμάτο εκεί, το βρίσκει και με περίσσια την χαρά, στην θέση του την σίγουρη, ξανά το σιγουρεύει. Και με ψιθυριστή φωνή χίλιες ευχές του δίνει.

-Να είσαι καλά νοικοκύρη μου, Νικόλα μου, κουβαλητή μου, και δοξασμένος να είναι ο Θεός, που δεν σε φώτισε, δεν σου άνοιξε τα ματάκια σου, τα φωτερά σου, για να βρεις το μπουκάλι, την ρακή και τώρα, να γλιτώσει η ρακή, για την στιγμή την δύσκολη, και την κακιά την ώρα, χρειαζούμενη για να είναι. Κόψε ημέρες, ώρες, από εμένα Θεούλη μου και χρόνια στο νοικοκύρη μου, στο Νικόλα μου που καλός, ψυχόπονος, κουβαλητής μου και τώρα, δώσε.

-Σαν να ήταν τα ουράνια ανοικτά, και η ώρα σχόλη, εκεί ψηλά, ακούστηκε η προσευχή της !... Η Νικόλαινα βαριά για να αρρωστήσει. Βήχας πολύς την έπιασε, πούμωσε η μύτη της, την πόνεσε η πλάτη της, το στήθος, μπροστά, βαρύ, το νοιώθει και από την θέρμη την πολύ, έτρεμε, η καρδιά της.  Από το κρεβάτι φώναξε, με όση φωνή μπορούσε, τον γέρο της, το Νικόλα της, σιμά, κοντά της για να πάει. Εκείνος σαν κάτι του φάνει να άκουσε, έκανε πως δεν το ακούει και την φωτιά συμπάει να φτιάξει το χαμόμηλο…. Και άστη,…. είπε,…. να μιλάει …. Στην κούπα το ρίχνει το χαμόμηλο, στραγγιχτό, στην γριά του, την άρρωστη, το πάει.

-Πιες το, κυρά μου, αρχόντισσα, αυτό, καυτό, για να σκορπίσει το κακό, γρήγορα καλά να γίνεις….

-Νικόλα μου, όπως μου φαίνεται, ήρθε η ώρα μου, το τέλος μου, θα γίνει….

-Όχι, κυρούλα μου, μη μου το κάνεις αυτό και μόνο μη με αφήνεις….. το να στείλω, να φέρω, με το μουλάρι από την Δημητσάνα τον Κιούση το γιατρό; …. Πενήντα πόντους έξω, έχει το χιόνι….. ενάμιση θα έχει στις κολοσάρες, στα ανεμοστιβάγματα και ποιος το αποτολμάει ;....με τέτοιο καιρό να πάει ;….

-Όχι Νικόλα, μη το συζητάς και μη το κουβεντιάζεις, μη τον βρει κανέναν Χριστιανό μπελάς, από φιλότιμο και καμιά συμφορά μεγάλη ! …. Και εγώ, ότι θέλει ο Θεός ας γίνω…. Από κάτω από τον Θεό είμαστε..!  Αυτός τα κανονίζει..! Μα τώρα Νικόλα μου, έλα κοντά, τρίψε μου τα χεράκια μου, τα πόδια μου και για το κορμί μου ετοίμασε, στα γρήγορα, βεντούζες να μου κάνεις , που είναι και αυτό σαν το κρούσταλλο, που κρέμεται στα κεραμίδια ….

-Για όλα αυτά τα άλλα που λες, όλα να σου τα κάνω, αυτά και άλλα τόσα, και πολλά, μα για τις βεντούζες, πώς; Πώς;….. Τρέμουνε τα χέρια μου... Φοβάμαι μη σε κάψω..!  Δεν είμαι τώρα, ποια, αυτός που ήμουνα… Αχ !... και να ήσαν… τα νιάτα …

-Καλά τα λες Νικόλα μου, τρέμουνε τα ρημάδια ... τι να σου κάνουνε και αυτά;... Τότε για βρες, μέσα στο κασόνι, στα αλεύρια, στο σιτάρι, μα τώρα δεν θυμάμαι που έχω κριμένο, την πρώτη στάλα την ρακή και άρχισε να με τρίβεις …. Να ιδούμε, τί θα γίνω; … θα είμαι για προκοπή ; ... ή …  για του παππά το κουτάλι !....

Τρεμάμενος, με χίλιες σκέψεις, τύψεις, ενοχές ο γερονικόλας πηγαίνει στο κασόνι. Κοιτάει ζερβά, κοιτάει δεξιά, κάνει πως δεν το βρίσκει, ύστερα, χώνει τα χέρια του, κάνει πως ψάχνει, στα αλεύρια και με μια δυνατή, αγανακτισμένη φωνή, λέει πως δεν την βρίσκει…

-Κοίτα καλά Νικόλα μου, αν θες να γίνω καλά, για να σε κουμανταρίζω, αλλιώς, τα φίδια που σε φάγανε, με δυο κεφάλια, θα είναι... εγώ εσένα σκέπτομαι... για εμένα τι … με νοιάζει ;…  και σου το λέω καθόλου δεν με νοιάζει !...

Ο γέρο Νικόλας, στεκόταν σκεφτικός, κάτι σαν να του ήρθε και του αρέσει, ξύνει τον κρόταφο, μη το ξεχάσει, το τι, έπρεπε να κάνει για την περίσταση, και αμέσως βρίσκει το μπουκάλι, που πρώτα είχε την ρακή, μα τώρα είναι νερό γεμάτο, το βούτηξε στα χέρια του, και όσο μπορούσε ποιο γρήγορα, κοντά της το πηγαίνει. Εδέησε, ο Θεός, ο Μεγαλοδύναμος, της είπε, την βρήκα την ρακή, γύρισε να σε τρίψω, γρήγορα για να γιάνεις… τί άλλο, μπόραγε να κάνει  ;…. Γύρνα, κυρά μου, γύρισε… της λέει ο Νικόλας.

Έριξε στην χούφτα του την ρακή-νερό, που είχε μέσα του, το μπουκάλι και άρχισε στην πλάτη της να την τρίβει.

-Γέρο μου, Νικόλα μου, με πάγωσες, καθόλου, δεν μυρίζει ;

-Μα βουλωμένο ήταν, δεν είναι ξεθυμασμένο…. Βουλωμένα είναι τα ρουθούνια σου, τουμπανισμένο το κορμί σου, για αυτό δεν σου μυρίζει… πώς θα σου μυρίσει ; … Πώς;… με τέτοια μύτη ;…

-Τρίψε Νικόλα – τρίψε με, τσάκισε η καρδιά μου, ρίξε μου και την άλλη την κουβέρτα…

Ο γέρο Νικόλας, μουρμουρίζοντας, συνέχισε να τρίβει και μόλις σταμάτησε, της ρίχνει την κουβέρτα και βάζει το κεραμίδι στην φωτιά στη πλάτη της να βάλει. Περαστικά κυρά μου, περαστικά σου μάτια μου, περδικούλα να μου γίνεις…. Σαν το θέλει και ο Θεός…. Μα σαν το θέλει, ο Θεός και το νερό... ρακή, το κάνει….

Από το κρεβάτι, η γριά Νικόλαινα, σαν κάτι να άκουσε, σαν κάτι να έπιασε το αυτί της, για το νερό για τον Θεό για την ρακή και το συχνορωτάει, Νικόλα μου τι κάνεις; Και τι λες ; είσαι με τα καλά σου;…

-Καλά είμαι εγώ, κυρούλα μου, με σένα τι θα γίνει; Για σένα εγώ προσεύχομαι, και τον Θεό παρακαλώ και το σταυρό μου κάνω. Τώρα μου ήρθε και σκέφτηκα να ανάψω το καντήλι, για να είναι πάντα αναμένω μέχρι να στείλει, να έρθει, η υγειά σου. Επήρε στα χέρια του το λαδικό και στο καντήλι ρίχνει το λάδι και το ανάβει , μπροστά στην Παναγιά, στέκει, σταυροκοπιέται, την προσευχή του κάνει ...

<< Παναγιά μου Δέσποινα, με τον μονογενή σου, κάνε καλά την γυναίκα μου και δώσε της την υγειά της και πρέσβευε και στο Θεό μας τον καλόν και το νερό.... ρακή σαν θέλει, να το κάνει…  Σαν στου Κανά …. Σαν στου Κανά, που έκανε το θαύμα του και έγινε το ν ε ρ ό - κ ρ α σ ί ….>>

Και να ! Το θαύμα που έγινε έπιασε η προσευχή του και με το νερό η Νικόλαινα σε λίγο περδίκι έγινε, βρήκε την υγειά της και έζησαν για χρόνια πολλά μαζί ευτυχισμένοι.

-Ο γέρο Νικόλας, περιποιημένος, καμαρωτός με την μαγκούρα του, έβγαινε στην αγορά και σε φίλους πιστικούς, που είχαν μεγάλη μπέσα, έλεγε τα κατορθώματά του και πίνοντας με μεζέ, κρασί –ρακή, γελούσαν και τραγουδούσαν . Ο γέρο Νικόλας στο κέφι επάνω, συχνά, πυκνά, σιγοτραγουδώντας, το έλεγε.

<< Σαν θέλει και ο Θεός και το νερό -κρασί –ρακή, το κάνει !... Σαν στου Κανά…. Σαν, στου Κανά!... Κανά, Κανά, Κανά…! >>

Ξεχνιούνται και πεθαίνουν, όσοι δεν μνημονεύονται.

Αφιερωμένο στην μνήμη τους, σε όλους αυτούς, που ίδρωναν, δουλεύοντας την Γη και έπιναν, από τους κόπους τους, αγαπημένοι, το κρασί και την ρακή, στα μαγαζιά του χωριού μου.

-------------------

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Αχνάρια [το αχνάρι] = Είναι η επιφάνεια που καλύπτει το πέλμα από το πόδι του ανθρώπου ή των ζώων. Το ίχνος που αφήνει το πόδι, η απόσταση[το μήκος]του εδάφους μεταξύ των δύο ποδιών κατά το περπάτημα.

Εσγούμπιανε = [σγουμπώνω] = κυρτώνω, γυρίζει το κορμί προς το έδαφος.

Θράκα = Tα πολλά αναμμένα κάρβουνα που σχηματίζονται από το κάψιμο των ξύλων στο τζάκι. Εδώ μεταφορικά είναι τα πολλά παιδιά.

Η ράχη = Eίναι το πίσω μέρος του ανθρώπινου σώματος, από τον αυχένα έως τη μέση.

Κούρβουλο = Eίναι τα το μέρος του σώματος στο κλήμα από το έδαφος έως εκεί που αρχίζουν να βγαίνουν οι βέργες τα κλαδιά.

Πύρος = Είναι τα μάτια που αφήνουμε μετά το κλάδεμα σε κάθε βέργα στο κλήμα για να βλαστήσει και να κάνει σταφύλια, να βγάλουν το κρασί. [μεταφορική έννοια με το πύρο [τρύπα] στο βαγένι που βγάζει το κρασί] Πύρος = Τρύπα.

Στα ξύλινα βαρέλια που βάζανε το κρασί για να το πιάνουν άνοιγαν τρύπες, κατά διαστήματα που μέτραγαν και την ποσότητα του κρασιού που έχει το βαρέλι μέσα. Συνήθως άνοιγαν δώδεκα τρύπες [πύρους] που αντιστοιχούσε μία σε κάθε μήνα. 'Ετσι την ποσότητα του κρασιού, την ρύθμιζαν, να φτάσει για το νοικοκυριό, για όλο τον χρόνο.

Τσίπουρα = Είναι τα τσαμπιά και ότι άχρηστο μένει μετά από το στύψιμο του σταφυλιού, τα ράκη. [από αυτά με την απόσταξη παίρνουμε την ρακή – το τσίπουρο].

Φιλέματα, φίλεμα = Το δώρο που κάνουμε σε φιλικό πρόσωπο, από εκτίμηση και αγάπη, όχι από υποχρέωση

Μπόλικα  = Τα πολλά, τα αρκετά.

Κουμάντο = Καλή διαχείριση.

Πούντα = Αρρώστια, βαρύ κρυολόγημα [πνευμονία βαριάς μορφής]

Μπαρέδω = Παρά εδώ, πλησίον, ελεύθερη που δεν έχει περιορισμό, η πρόχειρη, η δεύτερη ποιοτικώς.

Χαμπάρι = Είδηση,  νοιώθω κάτι,  καταλαβαίνω.

Σκαρφίζομαι = Μηχανοραφώ, σκέψη έξυπνη και πονηρή για να ξεγελάσουμε κάποιον χωρίς να του κάνουμε [μεγάλη] ζημιά, σκέψη ζαβολιά.

Σιγουρεύω = Βάζω κάτι σε σίγουρο-ασφαλές μέρος για να είναι ασφαλές, που το ξέρει μόνο έμπιστος, για να χρησιμεύσει στην ανάγκη.

Συμπάει = Συμπάω –σιμά πάω = κοντά πηγαίνω τα ξύλα στο τζάκι και τα βάζω επάνω στην φωτιά για να ανάψουν.

Κολοσάρες = Απότομο βύθισμα της επιφάνειας του εδάφους, χωρίς θάμνους ή δέντρα.

Ανεμοστιβάγματα = Ο άνεμος βάζει, εκεί που από το φύσημα του ανέμου το πηγαίνει και συσσωρεύεται το χιόνι.

Περδίκι = Η μικρή πέρδικα που περπατάει έξυπνα και καμαρωτά, πολύ καλά στην υγεία. 

05/01/2010

 


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το Δημοτικό Σχολείο άρχισε να χτίζεται τον Αύγουστο του 1936. Επειδή τότε δεν πήγαινε αυτοκίνητο στου Σέρβου, τα τσιμέντα τα κουβάλησαν με μουλάρια από τα Λαγκάδια. Τις σιδερόβεργες όμως για την πλάκα, λόγω του μήκους τους και της φύσης του μονοπατιού δεν μπορούσαν να τις φορτώσουν στα ζώα και γι' αυτό τις κουβάλησαν οι Σερβαίοι στον ώμο από τα Λαγκάδια. Οι εργασίες σταμάτησαν λόγω του πολέμου και συνεχίστηκαν μετά το 1949. Οι αίθουσες του σχολείου άνοιξαν για τους μαθητές το 1954.