Tο πατρικό μου σπίτι στου Σέρβου, πριν το 1950.

 

Γεωργίου Δ. Βέργου

.

Το σπίτι μας στο χωριό ήταν στα «Βεργέϊκα», στο κάτω-κάτω μέρος του χωριού, πριν από το τελευταίο σπίτι, που ανήκει στους κληρονόμους Νικολάου Διονυσίου Βέργου. Υπολογίζω πως χτίστηκε στη δεκαετία του 1880, από τον παππού του πατέρα μου Δημήτρη Βέργο. Το 1954 που μετακομίσαμε στο κέντρο του χωριού (στο πατρικό της μάνας μου), πουλήθηκε το σπίτι αυτό και στη συνέχεια ξαναπουλήθηκε με σημερινό κάτοχο κάποιον απόγονο του Πάνου Δημόπουλου (ήταν αδερφός του Γιατρού Ι. Δημόπουλου) ο οποίος ζει στην Αθήνα. Το ανακαίνησε και είναι κατοικίσημο.

.

Το σπίτι μας εκείνη την εποχή ήταν φτωχικό όπως όλα σχεδόν τα σπίτια στο χωριό. Πάντως ήταν το μόνο σοβατισμένο εσωτερικά στο κάτω χωριό, εκτός από το σπίτι του Νικόλα Βέργου, παππού του Γιάννη Παναγόπουλου, προέδρου σήμερα της ΓΣΕΕ.

Το σπίτι απαρτιζόταν από πέντε κύριους χώρους: Το σαλόνι, το χειμωνιάτικο, το γκιλέρι, το κατώγι και την αυλή. Ήταν διαστάσεων 10Χ5, όπως όλα σχεδόν τα σπίτια στο χωριό.

.

Το Σαλόνι.

Στο χώρο αυτό υπήρχαν:

*Ένα τραπέζι που ακουμπούσε στον τοίχο, μεταξύ των δύο θυρών που βγάζανε στο μπαλκόνι. Πάνω από το τραπέζι υπήρχε καθρέφτης και δεξιά-αριστερά φωτογραφίες, κολλημένες πάνω σε χαρτί ταπετσαρίας μπλε.

* Δύο μπαούλα από καρυδιά μασίφ, προίκα της μάνας μου. Μέσα βάζαμε τα ρούχα μας, αντί για ντουλάπα. Πάνω στο ένα βάζαμε το «γιούκο» που ήταν ρούχα που δεν χρησιμοποιούσαμε συχνά, κουβέρτες, παπλώματα κ.λ.π. Πάνω στο άλλο βάζαμε προχειρότερα ρούχα, που τα χρησιμοποιούσαμε πολλές φορές και για να καθόμαστε, διότι τα καθίσματα που είχαμε, ήτανε δύο καρέκλες ψάθινες και δύο σκαμνιά από τάβλες, που τα μεταφέραμε και στο χειμωνιάτικο.

* Ένα τρίτο μπαούλο ξύλινο επενδυμένο με λαμαρίνα, πρέπει να ήτανε της γιαγιάς μου Μαρίας, όπου μέσα βάζαμε τα εντελώς πρόχειρα πράγματα (όχι μόνο ρούχα) και επάνω βάζαμε τα ρούχα που κοιμόμαστε κάθε ημέρα.

Το σαλόνι χωριζόταν από μισάντρα από το γκιλέρι, πάνω στην οποία είχαμε κρεμάστρες για τα ρούχα μας. Τα πιο επίσημα ρούχα συνήθως τα σκεπάζαμε με ένα μικρό σεντόνι. Κρεμάστρες είχαμε και στο διάδρομο και στο χειμωνιάτικο.

Το σαλόνι είχε πάτωμα και ήταν ταβανωμένο.

.

Το Χειμωνιάτικο


Ήταν πάνω από το θόλο και είχε πάτωμα και ταβάνι όπως το σαλόνι.

*Στο χειμωνιάτικο, στη μέση ενός τοίχου υπήρχε το τζάκι. Δεξιά είχαμε ένα κρεβάτι με τάβλες που κοιμόντουσαν οι γονείς μας (αργότερα έφτιαξε ο πατέρας μου ένα με πλέγμα, όπου το καλοκαίρι το μεταφέραμε στο σαλόνι). Αριστερά κοιμόμαστε τα τρία παιδιά κάτω στο πάτωμα, επάνω σε σαΐσματα –από μαλλί κατσίκας. Η Κατερίνα κοιμότανε στο μπεσίκι (κούνια). Στο τζάκι είχαμε δύο σιδεροστιές, τη μασιά για τις στάχτες και μία τσιμπίδα. Επίσης μία μικρή λάμπα πετρελαίου, που την κρεμούσαμε από τη μέσα πλευρά του τζακιού, διότι έβγαζε πολύ καπνό. Είχαμε ακόμη και μία λάμπα γυάλινη, που τη μεταφέραμε και στο σαλόνι.

*Στον τοίχο, σε εσοχές, υπήρχαν ακόμη δύο ντουλάπια, όπου βάζαμε τα κουζινικά μας και μία πιατοθήκη, κρεμασμένη.

*Είχαμε ένα χαμηλό τραπέζι -σοφρά- και δυο-τρία σκαμνιά χαμηλά.

Τα κουζινικά μας ήσαν τα εξής:

Τρείς τεντζερέδες -χάλκινες κατσαρόλες- χωρητικότητας τεσσάρων, επτά και δεκατριών κιλών περίπου. Δύο πιάτα πορσελάνης λευκά, οκτώ πιάτα εμαγιέ με ντεκόρ και δύο μπλε με άσπρο. Δύο τηγάνια, ένα μικρό και ένα αρκετά μεγάλο. Δύο τσουκάλια και μία τέσσα, για να μεταφέρουμε το φαγητό όταν πηγαίναμε στα χωράφια. Επίσης 2 σαγάνια, που τα χρησιμοποιουσαμε και για πιάτα και μια σουπιέρα.  Είχαμε ακόμη δέκα κουτάλια περίπου και άλλα τόσα πιρούνια, μία ξύλινη κουτάλα συνήθως, ένα μπρίκι του καφέ εμαγιέ, μερικά μαχαίρια -τέσσερα πέντε-, τρίφτη για τη μυτζήθρα, μερικά ποτήρια κρασιού, λιγότερα από δέκα, μερικά του νερού που τα είχαμε μόνο για κανένα επισκέπτη, επτά-οκτώ του ποτού για τσίπουρο και μερικά φλιτζάνια του καφέ και δύο-τρείς κούπες για τσάι’ ή χαμομήλι. Είχαμε μία γυάλινη κανάτα για το κρασί, ένα κανάτι ξύλινο από κέδρο, με το οποίο πίναμε όλοι νερό, χωρούσε κάτι περισσότερο από κιλό. Τέλος είχαμε και μερικά μπουκάλια γυάλινα (για λάδι, πετρέλαιο κλπ), που ήταν δυσέβρετα εκείνη την εποχή,

Πίσω από την πόρτα του χειμωνιάτικου, προς τον τοίχο, κρεμούσαμε τα τηγάνια, τα οποία ήτανε μαύρα από τη φωτιά, όπως και οι τεντζερέδες ήτανε κι αυτοί εξωτερικά μαύροι.

Γύρω στα 1946, ο πατέρας μου έφερε από την περιοχή της Κρέσταινας που πήγαινε συχνά εμπορευόμενος κρασί κλπ, μερικά πιάτα κεραμικά αλλά μέσα σε λίγο καιρό σκάσανε και τα πετάξαμε. Έφερε ακόμη και σταμνιά για νερό και στάμνες για παστό και ελιές.

Είχαμε δύο λεβέτια -καζάνια- που χωρούσανε περίπου ογδόντα έως εκατό κιλά, τα οποία τα βάζαμε στο κατώγι, στην αποθήκη με το βαγένι με το κρασί. Το ένα ήτανε για να βράζει νερό η μάνα μου και να πλένει τα ρούχα. Το άλλο να βάζουμε το μούστο -κρασί- να κάνουμε το παστό τις απόκριες, αλατίζαμε το τυρί που παίρναμε από τους τσοπάνηδες και ότι άλλο θέλαμε, σαν αποθήκη. Όλα αυτά ήτανε χάλκινα.

.

Το Γκιλέρι (αποθήκη)

Ήτανε ο χώρος μεταξύ σάλας και χειμωνιάτικου. Εκεί είχαμε διάφορα:

*Ένα κασόνι μήκους περίπου δύο μέτρων, με φάρδος ένα μέτρο και ύψος κάτι λιγότερο από ένα μέτρο, χωρισμένο στα δύο. Στο ένα χώρισμα , βάζαμε σιτάρι και στο άλλο καλαμπόκι, κριθάρι κ.λ.π. Απ’ ότι έλεγε ο πατέρας μου, πριν παντρευτεί το χρησιμοποιούσε για κρεβάτι, διότι τότε το σπίτι δεν είχε χωρίσματα, δηλαδή ήτανε ένας ενιαίος χώρος.

*Στον ίδιο χώρο είχαμε και ένα μπαούλο από πλάτανο, στο οποίο βάζαμε το αλεύρι (ήτανε κι αυτό της γιαγιάς μου), το οποίο υπάρχει ακόμη στο χωριό.

*Το βαρέλι με το τυρί, που χώραγε περί τα 40 κιλά.

*Άλλα που είχαμε στο γκιλέρι ήταν το σκαφίδι -μεγάλη ξύλινη σκάφη- όπου η μάνα μου ζύμωνε το ψωμί. Το πλαστήρι -μία ξύλινη πλάκα περίπου 50χ50 εκατοστά, με ένα χέρι εξήντα εκατοστά- που επάνω έπλαθε τα μακαρόνια ή τις μπουγάτσες, όχι βέβαια αυτές που ξέρουμε, -ζυμάρι σφιχτό ζυμωμένο πρόχειρα χωρίς προζύμι, μόνο με σόδα- και την ψήναμε κάτω στο τζάκι.

*Τρία ταψιά χάλκινα, το βαρέλι με το νερό και μια βαρέλα που χωρούσε πέντε έως έξι κιλά. Το καντάρι -σατέρι- και την παλάντζα -υπάρχει στο χωριό- που ζυγίζαμε διάφορα. Βάζαμε επίσης τις στάμνες ή τενεκέδες με το παστό, συνήθως επάνω στο κασόνι, διότι άνοιγε μόνο το μισό σκέπασμα, ενώ το άλλο ήταν σταθερό.

*Είχαμε το λάδι σε κάποια δαμιζάνα ή δοχείο , το κόσκινο που καθαρίζαμε το σιτάρι από τα χώματα ή ότι άλλο είχε μείνει κατά το αλώνισμα και δύο κρησάρες, ψιλή/χονδρή. Τα τομάρια -δέρματα κατσίκας- όπου ο πατέρας μου κουβαλούσε το κρασί, κρεμασμένα σε κάποιο καρφί στη μισάντρα.

*Είχαμε τα «αξεσουάρ» του αργαλειού: ανέμη, ανεμίδι (τροχός που μάζευε το νήμα σε καρούλια για τον αργαλειό), δύο ρόκες που έγνεθαν οι γυναίκες το μαλλί από πρόβατα ή κατσίκας ή ακόμα από σπάρτο και έφτιαχναν κλωστή με το αδράχτι ή τη δρούγα. Το αδράχτι στο κάτω μέρος είχε το σφοντύλι -αντίβαρο- και έκανε πιο λεπτή κλωστή.

*Δύο διάστρες -πλαίσια ξύλινα, 60χ100 εκατοστά του μέτρου περίπου, με βέργες από χονδρό σύρμα και μέσα περνούσαμε τα καρούλια από καλάμι με τα νήματα και ετοιμάζαμε το στημόνι για τον αργαλιό.

*Ο λάκκος, το κυριότερο εργαλείο. Ήταν σκελετός ξύλινος, που τον στήναμε σε ένα μέρος στο χειμωνιάτικο ή στο σαλόνι, όταν επρόκειτο να υφάνουν οι γυναίκες. Ύστερα τον φυλάγαμε στο κατώγι, στον ένα θόλο που τον είχαμε αποθήκη. Τα ποδαρικά –τέσσερα- τα χτένια -δύο-, το ξυλόχτενο τα μιτάρια,-τέσσερα- το αντί -δύο- ένα που μαζεύαμε το στημόνι και ένα που μάζευε το ύφασμα. εμπρός από τον αργαλειό. Τα μιτάρια ήτανε συνδεδεμένα με τα ποδαρικά. Δύο-τρείς σαΐτες ξύλινες όπου μέσα βάζαμε το υφάδι για τα βαμβακερά, σε μικρά καρούλια από καλάμι και περνούσανε μέσα από το στημόνι, με τη βοήθεια των μιταριών, που άνοιγε στη μέση, και η υφάντρα την πετούσε δεξιά-αριστερά, γι’ αυτό ονομάζεται σαΐτα.

*Στο γκιλέρι επίσης, έβαζε ο πατέρας μου τα εργαλεία του, σφυρί, τανάλια, αμόνι, για να διορθώνει τα παπούτσια, άλλα διάφορα χρήσιμα πράγματα για το σπίτι, όπως εργαλεία για το κόψιμο των ξύλων για το τζάκι και το φούρνο, δύο τσεκούρια, δύο-τρία πριόνια, μία κόφτρα-κασάρα, ένα πριόνι για κόψιμο σανιδιών-μπρατσοπρίονο, το κλαδευτήρι για το κλάδεμα του αμπελιού και την ψεκαστήρα. Σε κάποια γωνιά, βάζαμε τα παπούτσια, τα οποία μπορεί να τα βάζαμε και στο διάδρομο.

*Σε κάποια γωνιά η μάνα μου έβαζε τη ραπτομηχανή, χειροκίνητη, (κάποτε είχε μία Ρωσική “χελώνα’’ και αργότερα είχε ΣΥΓΓΕΡ), δύο ψαλίδια, το σίδερο με κάρβουνο, θερμόμετρο.

Όλα αυτά ήτανε σπάνια τότε, τουλάχιστον στο κάτω χωριό.

.

Κατώγι

Το κατώγι ήταν κυρίως ο χώρος για τα ζώα. Ήταν χωρισμένο σε 3 ίσα μέρη. Στο θόλο, στην πλόχτη και στο υπόλοιπο κατώγι.

*Στο θόλο, που ήταν χωρισμένος σε 2 μέρη, βάζαμε τα εργαλεία για την καλλιέργεια των χωραφιών. Είχαμε ένα αλέτρι ξύλινο, ζυγό-ζυγονόμια για τη ζεύξη των ζώων, τρείς κασμάδες, μία αξίνα, ένα ξινάρι ένα σκαλιστήρι, ένα φτυάρι. Για το αλώνισμα του σιταριού, τέσσερα δικράνια (ξύλινα κοντάρια μήκους 1,20 εκατοστά περίπου), με τρία ή τέσσερα κλαδιά για να μαζεύουν τα στάχυα και τα άχυρα.

*Τα χαράρια ραβδιά ξύλινα μήκους περίπου 1.20 εκατοστά, δεμένα με σπάγκο σε απόσταση, τα κάναμε κύλινδρο με άνοιγμα 70 έως 80 εκατοστά, και μέσα σε αυτά μεταφέραμε τα άχυρα στον αχυρώνα για τα ζώα.

*Στο ένα μέρος του θόλου βάζαμε και το βαγένι με το κρασί, που χωρούσε περίπου διακόσια κιλά (κάποτε είχαμε και δεύτερο λίγο μεγαλύτερο). Επίσης εκεί αποθηκεύαμε και διάφορα άλλα μικροαντικείμενα, καθώς και τα βελανίδια για τις κατσίκες.

*Στην πλόχτη βάζαμε τα άχυρα και τα σανά για τα ζώα. Το υπόλοιπο μέρος του κατωγιού (1/3) ήταν για τα ζώα.

.

 Η Αυλή.

Έξω, στην αυλή, είχαμε το φούρνο (όταν κάναμε τη βεράντα με μπετόν, τον κάναμε κάτω από τη βεράντα). Φυσικά δεν έλειπε και μία μακριά μασιά γύρω στα δύο μέτρα, για να τραβάμε τις στάχτες ή να μετακινούμε τα ταψιά. Κάτω από το φούρνο της αυλής είχαμε το κοτέτσι.

Τα ζώα μας ήτανε:

*Μουλάρια. Το πρώτο ήταν “η κοπέλα’’ που το είχε αγοράσει ο πατέρας μου γύρω στο 1934 ή 35 και το είχαμε μέχρι το 1954. Το 1952 αγόρασε και δεύτερο, τη “σίβα’’, που το είχαμε μέχρι το 1959 που πήγα στρατιώτης (τότε το να έχει κάποιος μουλάρι, είχε μεγαλύτερη αξία από το να έχει σήμερα αυτοκίνητο Ι.Χ., ένας ελευθεροεπαγγελματίας).

*Γίδες. Από δύο έως τέσσερες γίδες.

*Γουρούνι-κότες-γάτες. Ένα γουρούνι κάθε χρόνο, το αγοράζαμε αρχές Μαρτίου έως το Πάσχα και το σφάζαμε τις απόκριες. Δέκα έως δεκαπέντε κότες, μία έως δύο γάτες. Ποτέ δεν είχαμε σκύλο.

Μιαν άκρη της αυλής, κάπως διαμορφωμένη, χρησιμοποιούσαμε για αποχωρητήριο σε συνδυασμό με τον κήπο, που είχαμε λίγα μέτρα πιο μακριά από το σπίτι.

.

Επίλογος

Αυτό ήταν το νοικοκυριό μας πριν 70 χρόνια στο χωριό, το οποίο φυσικά σε τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τα σημερινά νοικοκυριά στην πόλη αλλά και στο χωριό. Από τότε μέχρι τώρα το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων έχει ανέβει πάρα πολύ, πολύ ποιο πάνω από την αντίστοιχη ανάπτυξη που σημείωσε η χώρα. Αυτό είχε ως επακόλουθο το κράτος να σωρεύσει πάρα πολλά χρέη από δανεισμό, χρέη που τα τελευταία χρόνια δεν μπορούν να πληρωθούν. Έτσι σήμερα (2016) δυστυχώς έχουμε φθάσει στα πρόθυρα χρεοκοπίας της χώρας, περιμένουμε να μας σώσουν «οι ξένοι» και κανείς δεν γνωρίζει ποια θα είναι η εξέλιξη των πραγμάτων. Το βέβαιο είναι πως το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων θα πάει πολλά χρόνια πίσω. Πόσα; Θα δείξει… Όλοι περιμένουμε με αγωνία τις εξελίξεις. Δυστυχώς τα δάνεια που πήρε η χώρα διοχετεύθηκαν ουσιαστικά στην κατανάλωση-καλοπέραση και όχι σε έργα παραγωγικά και υποδομές, που θα αύξαναν τις δουλειές και το «Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν».

.

 

(ΧΙΜ)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.