1949-1950. Mαθητής στην Α΄ τάξη Γυμνασίου Λαγκαδίων.

.

Γ. Δ. Βέργου.

 

Σε πρόσφατο άρθρο μου περιέγραψα πως τέλειωσα το δημοτικό σχολείο στο χωριό μας Σέρβου, στα πέτρινα εκείνα χρόνια της Γερμανο-Ιταλικής κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Υπογράμμισα το πόσο δραματικές ήταν τότε οι συνθήκες στο χωριό (χειρότερα ασφαλώς στις πόλεις, που πέθαιναν οι άνθρωποι από την πείνα), όχι μόνο στο πως να εκπαιδευτεί ένα παιδί στο σχολείο, αλλά και στο πως να επιβιώσει μια οικογένεια.

Η καταιγίδα αυτή κράτησε 9 ολόκληρα χρόνια (σε όλη τη χώρα), και μετά άρχισε πάλι σιγά-σιγά η ζωή να ξαναβρίσκει κάποιο ρυθμό κανονικότητας, στα ερείπια που άφησαν πίσω τους οι δύο αυτές συμφορές.

Με την ανατολή, λοιπόν, της νέας εποχής και της νέας κατάστασης πραγμάτων, γράφτηκα και εγώ τον Σεπτέμβριο του 1949, μαθητής στην πρώτη τάξη (Τρίτη τη λέγαμε τότε) του εξαταξίου Γυμνασίου Λαγκαδίων. Μαζί με μένα γράφτηκαν και άλλα 15 παιδιά από το χωριό μας, σε σύνολο 90 περίπου παιδιών που είχε η Τρίτη τάξη, τόσο από τα Λαγκάδια όσο και τα γύρω χωριά.

 

 

Η διαμονή μας στα Λαγκάδια.

Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να φροντίσουν οι γονείς μας, μετά την επιτυχία μας στις εξετάσεις, ήταν να βρουν στα Λαγκάδια ένα σπίτι να μείνουμε και να βρουν και με ποια άλλα παιδιά θα συγκατοικήσουμε. Πολλά από τα παιδιά του χωριού μέναμε στον «Αϊ Γιώργη», που είναι το πρώτο κομμάτι των Λαγκαδίων, νοτιοανατολικά, μόλις πρωτομπαίνουμε στο «κεφαλοχώρι», ανεβαίνοντας από το γνωστό μας ποτάμι «Μπούφης».

Με τις κατάλληλες «διαπραγματεύσεις» ο πατέρας μου κανόνισε να συγκατοικήσω με κάποια άλλα παιδιά σε ένα σπίτι στον «Αγιώργη», που είχε μια χαρακτηριστική καμάρα μόλις μπαίναμε στη αυλή του, και γι΄ αυτό το λέγαμε «καμάρα» (το ξέρουν όσοι πήγαν στο γυμνάσιο Λαγκαδίων). Συγκατοικούσαμε, λοιπόν, οχτώ παιδιά συνολικά σε αυτό το σπίτι, που ήταν της χήρας Μαρίας Μάλλιαρη (αιωνία η μνήμη της). Εκτός από μένα, ήταν ο Τάκης Δημητρόπουλος, ο Γιώργος Β. Μαραγκός, η Φανή Παναγοπούλου με τον αδερφό της Χρήστο, ο Γιάννης Γ. Δάρας (Γιωκοντάρα),   ο Μίμης Θ. Τρουπής (Αλούπη) και ένα ακόμη παιδί από τα Όχθια, ο Νίκος Ηλιόπουλος.

Εγώ με τον ξάδερφό μου Μίμη και το Γιάννη μέναμε σε ένα δωμάτιο που ήταν στην αυλή, κολλητά με το κύριο σπίτι. Στο σαλόνι, έμεναν ο Χρήστος Παναγόπουλος με την αδερφή και τον ξάδερφό τους Τάκη. Στο χειμωνιάτικο, δίπλα στο τζάκι, έμενε ο Γιώργος μαζί με το Νίκο. Τα Χριστούγεννα, έφυγε ο Νίκος (πήγε μαζί με κάποιον χωριανό του) και από τότε κοιμόμουν εγώ μαζί με τον Γιώργο, στο παραγώνι.

Στο σπίτι αυτό πληρώναμε κάθε μήνα ένα ενοίκιο το κάθε παιδί, και η μόνη υποχρέωση της σπιτονοικοκυράς ήταν να μας μαγειρεύει το μεσημέρι και καμιά φορά το βράδυ.

Έτσι ξεκίνησε με ενθουσιασμό η εγκατάστασή μου σε ένα νέο μέρος, και η εκπαίδευσή μου στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων, σε ένα εντυπωσιακό πράγματι πέτρινο κτίριο 3 ορόφων, με ιστορία περίπου εκατό χρόνων.

 

ΓΔΒ-ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΛΑΓΚΑΔΙΩΝ

Η εκπαίδευσή μας.

Για όλες τις τάξεις του Γυμνασίου υπήρχαν οκτώ καθηγητές, που ήσαν:

Γυμνασιάρχης: Γιαννακάκης.

Μαθηματικός: Αντώνης Σταθόπουλος.

Φυσικός: Αναστ. Μποκής.

Φιλόλογοι: Πέτρος Πέττας και Καβουλάκου (η οποία ήρθε αφού είχαν αρχίσει τα μαθήματα και είχαμε και το γιο της συμμαθητή).

Γυμναστές: Ανδρουτσόπουλος και Πετρόπουλος. Οι γυμναστές, εκτός από γυμναστική μας δίδασκαν και άλλα μαθήματα, όπως ιστορία και γεωγραφία.

Θεολόγος: Γιάννης Παπαϊωάννου, γιος του παπά που λειτουργούσε στην εκκλησία των Ταξιαρχών.

Η διδασκαλία γινόταν κανονικά 5-6 ώρες την ημέρα, συμπεριλαμβανομένου και του Σαββάτου.

Τα πιο πολλά παιδιά δεν είχαν δικά τους βιβλία στο Γυμνάσιο. Εγώ είχα πάρει τα βιβλία του Ηλία Παναγόπουλου (Πανταλέχου), που πήγαινε στη Δημητσάνα στη Β’ Τάξη, και όποιο βιβλίο μου έλειπε το αγόρασα καινούριο. Από τα παιδιά που μέναμε μαζί, όποιο δεν είχε κάποιο βιβλίο, δανειζόταν από τους άλλους να διαβάσει.

Έτσι ξεκίνησαν τα μαθήματα στο Γυμνάσιο, και ομολογώ πως μου άρεσε αυτή η εκπαίδευση και προσπαθούσα όσο μπορούσα να διαβάζω. Πολύ μας βοήθησε ο Χρήστος Παναγόπουλος (καλή του ώρα), που ήταν πολύ καλός μαθητής και πήγαινε εβδόμη τάξη. Κάθε απόγευμα μας ρώταγε τι μαθήματα κάναμε, μας έκανε έλεγχο στα μαθήματα της άλλης μέρας και μας εξηγούσε ότι δεν καταλαβαίναμε.

Έτσι πέρασαν ευχάριστα οι πρώτοι μήνες στο Γυμνάσιο. Στους βαθμούς του Α΄εξαμήνου, μετά τις γραπτές εξετάσεις του Φεβρουαρίου, θυμάμαι πως είχα πάρει καλούς βαθμούς: 18 στα Αρχαία, 16 στα Μαθηματικά και στα υπόλοιπα 14 ως 15 και Γυμναστική 13. Πρέπει να διευκρινίσω πως οι βαθμοί τότε, μπαίνανε πολύ ποιο δύσκολα, σε σχέση με αυτό που συμβαίνει σήμερα. Αν κάποιος έπαιρνε σε όλα τα μαθήματα πάνω από 16, θεωρείτο «άριστος» (σπάνιο φαινόμενο βέβαια) και είχε απαλλαγή από τα τέλη εγγραφής, που δεν ήταν και λίγα.

  

Η καθημερινότητά μας, ως μαθητές.

Κάθε πρωί που σηκωνόμαστε, κόβαμε στα γρήγορα ένα κομμάτι ψωμί από το καρβέλι της εβδομάδας, και το τρώγαμε στα όρθια. Αν μάλιστα αργούσαμε να ξυπνήσουμε, το παίρναμε στο χέρι και το τρώγαμε στο δρόμο για το σχολείο, μια απόσταση περίπου 10-15 λεπτών. Η τρίτη τάξη που κάναμε μάθημα ήταν στο ισόγειο αριστερά (όπως βλέπουμε το Γυμνάσιο). 

Αφού κάναμε τα μαθήματα στο Γυμνάσιο, το μεσημέρι γυρνούσαμε στο σπίτι, όπου μας περίμενε ο τραχανάς, ή οι χυλοπίτες, που είχε μαγειρέψει η Κυρά-Μαρία, η οποία μαγείρευε δυο-τρεις κατσαρόλες. Αν είχαμε την τύχη, να φάμε από την τελευταία κατσαρόλα, το φαί ήταν ζεστό. Αν τρώγαμε από την πρώτη, το φαί είχε πήξει και το …κόβαμε με το μαχαίρι. Το βραδινό μας φαγητό ήταν φακές, η φασόλια, μια-δυο φορές την εβδομάδα, καμιά ρέγκα, ή σαρδέλες. Βάζαμε από πενήντα λεπτά το κάθε παιδί και αγοράζαμε μια ρέγκα για όλους, η μια σαρδέλα το κάθε παιδί, και τα τρώγαμε με το ψωμί μας.

Χαρτζιλίκι από τους γονείς μας είχαμε 2-3 δραχμές τη βδομάδα (μην μπερδευόμαστε με τα χιλιάρικα, διότι δεν είχαμε επιστρέψει στη δραχμή, όπου ένα χιλιάρικο ισοδυναμούσε με μια νέα δραχμή). Όταν μας περίσσευε καμιά δραχμή από το φαγητό, παίρναμε και ένα ποτηράκι στραγάλια από το μαγαζί του Σιούντρη ή του Νούτσου, που το είχαν ένα πενηνταράκι.

Το απόγευμα διαβάζαμε τα μαθήματα του σχολείου και βγαίναμε και καμιά βόλτα στη γειτονιά ή πηγαίναμε στο σπίτι κάποιου συμμαθητή.

 

Το παιχνίδι.

Το παιχνίδι, απαγορευόταν όχι μόνο από τους γονείς μας, αλλά και από το γυμνάσιο. Αν καμιά φορά κάποιος καθηγητής συναντούσε στο δρόμο κάποιο παιδί, έπρεπε να του εξηγήσει γιατί βρίσκεται αυτή την ώρα εκεί. Θυμάμαι, κάποιο απόγευμα, αφού τελειώσαμε το διάβασμα, βγήκα έξω με άλλα δύο παιδιά στην αγορά και κάναμε μια βόλτα μέχρι τους Ταξιάρχες και το ρολόι της πόλης. Κάπου εκεί ήταν μια οικοδομή ημιτελής, ο καιρός ωραίος, λέμε να μπούμε μέσα, στο ισόγειο, να παίξουμε βώλους. Κάποιο από τα παιδιά βγήκε έξω και βλέπει από μακριά, (100 μέτρα περίπου), το Γυμνασιάρχη, που πήγαινε την απογευματινή του βόλτα (πήγαινε συνήθως στον κεντρικό δρόμο, μέχρι την περιοχή που την λέγαμε «Κοτρόνι»), Ο Γυμνασιάρχης τον είδε, έρχεται στην οικοδομή και μπαίνει μέσα. Εμείς το υποψιαστήκαμε και ανεβήκαμε τροχάδην στον Α’ όροφο να κρυφτούμε. Λουφάξαμε σε μια γωνία και τσιμουδιά. Σε λίγο ακούγεται άγρια η φωνή του Γυμνασιάρχη.

ΓΔΒ- ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΛΑΓΚΑΔΙΩΝ
Ο Ι. Ναός Ταξιαρχών Λαγκαδίων, και το "πέτρινο" ρολόι

Κατεβείτε αμέσως κάτω, σας είδα.

Πέστε μου τι κάνετε εδώ;

Γιατί δεν είστε στα σπίτια σας να διαβάσετε;

Τι να κάνω τώρα, να σας αποβάλω;

Να σας δείξω αύριο το πρωί στο σχολείο;

Γρήγορα στο σπίτι σας και μην σας ξανά δω στους δρόμους, γιατί θα σας αποβάλλω.

Εμείς τσιμουδιά. Με κατεβασμένα τα κεφάλια βγήκαμε από το γιαπί και τροχάδην στα σπίτια μας. Εγώ τουλάχιστον δεν ξανά βγήκα για παιχνίδι.

 

Σαββατοκύριακο στο χωριό.

Μόλις το Σάββατο το μεσημέρι τελείωνε το σχολείο, τροχάδην όλα τα Σερβιωτόπουλα στο σπίτι που μέναμε, να πάρουμε τα «μπογαλάκια μας» και να φύγουμε κατευθείαν για το χωριό. Ούτε φαγητό κοιτούσαμε (δεν είχε μείνει άλλωστε τίποτα στο τέλος της εβδομάδας), ούτε κάτι άλλο. Κατηφορίζαμε στον Αγιώργη με το σακούλι στον ώμο, παρέες-παρέες, περνάγαμε το ποτάμι του «Μπούφη» και κολλάγαμε την πέρα μεριά, στην βουνοπλαγιά της «τσικούλας». Φτάναμε στην κορυφή του βουνού. που ξαγνάντιζε το χωριό (λεσιά το λέγαμε αυτό το σημείο), και αγαλλίαζε η ψυχή μας.

Πολλές φορές η διαδρομή αυτή γινόταν με βροχή, όπως και η επιστροφή στα Λαγκάδια. Ομπρέλα βέβαια δεν είχε κανένα παιδί, ούτε στα σπίτια μας είχαμε. Ήταν είδος πολυτελείας. Κανένα παλιό παλτό φορούσαμε, φτιαγμένο από στρατιωτική χλαίνη. Τις χλαίνες τις βάφανε μαύρες οι γυναίκες του χωριού όταν έλιωναν, και τις μεταποιούσαν για …τα παιδιά. Τα πιο πολλά παιδιά δεν είχαμε ούτε αυτό το μεταχειρισμένο παλτό, παρά ένα σακάκι από ντρίλι, (ύφασμα βαμβακερό, ας πούμε κακής ποιότητας τζιν), ραμμένο από τη μάνα μας, ή από κάποια μοδίστρα, αν δεν τα κατάφερνε η μάνα μας. Και φυσικά με κοντό παντελονάκι, όπως όλα τα παιδιά, και όχι μόνο τα παιδιά της Α’ Τάξης. Σε όλο το γυμνάσιο (αν θυμάμαι καλά 280 παιδιά), μόνο κανένα παιδί στην ΣΤ’ τάξη (ογδόη), φορούσε μακρύ παντελόνι.

Το ένα εικοσιτετράωρο στο χωριό ήταν «η καλύτερή μας», με τους δικούς μας ανθρώπους και την οικογενειακή θαλπωρή. Την Κυριακή το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία (και παίρναμε χαρτί από τον παππά πως εκκλησιαστήκαμε, για να το δώσουμε στο θεολόγο), και το μεσημέρι τρώγαμε στο σπίτι μας. Παίζαμε και λίγο το Σάββατο το απόγευμα ή την Κυριακή μετά τον εκκλησιασμό, αλλά βοηθάγαμε και για καμιά δουλειά στο σπίτι, με τα ζωντανά κλπ.

Μετά το μεσημεριανό φαγητό, παίρναμε ξανά τα «μπογαλάκια μας» και με κρύα καρδιά γυρίζαμε το «πισάγναρο» στα Λαγκάδια, να διαβάσουμε, να είμαστε έτοιμοι για τη Δευτέρα. Αν μάλιστα έβρεχε, και το ποτάμι ήταν «κατεβασμένο», είμαστε αναγκασμένοι να περάσουμε μέσα από τα νερά, με τα παπούτσια, και κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, για ασφάλεια.

Η προσμονή του Σαββάτου να φύγουμε για το χωριό και η εν γένει ζωή των Σερβιωτόπουλων στα Λαγκάδια, περιγράφεται με γλαφυρό και μοναδικό τρόπο, από την Σερβαία λογοτέχνιδα Μαρία Παναγοπούλου, στο μυθιστόρημα (σύνδεση στο τέλος του άρθρου).

 

PANMAR151

 

Προμήθειες της εβδομάδας.

Κάθε Κυριακή, ένας από τους γονείς των παιδιών που σπούδαζαν στα Λαγκάδια, εναλλακτικά, φόρτωνε τις προμήθειες της εβδομάδας, για ομάδα παιδιών. Ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί 6-7 κιλά (η μάνα μας, κανόνιζε να ζυμώσει το Σάββατο για να είναι όσο το δυνατό φρέσκο το ψωμί για όλη την εβδομάδα), χυλοπίτες, τραχανά, φακές, φασόλια, κανά αυγό και αν υπήρχε και καμιά πατάτα. Σπάνια βέβαια πατάτες γιατί τις βγάζαμε τέλος Αυγούστου και το πολύ να κρατούσαν μέχρι τα Χριστούγεννα. Λάδι και λίπος (λίγδα από το χοιρινό), είχαμε κατά διαστήματα. Για τυρί ή άλλο πρόχειρο δεν γίνεται λόγος. Πολύ σπάνια (εκτός από τους τσοπάνηδες)

 

Τα «κακά μαντάτα» και το τέλος της εκπαίδευσής μου!

Όλα καλά, για τα δεδομένα της εποχής, στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων το πρώτο εξάμηνο. Όμως, λίγες μέρες μετά τις εξετάσεις του Φεβρουαρίου, στα μέσα της εβδομάδας, στη μέση των μαθημάτων της μέρας, μας συγκέντρωσαν στο προαύλιο ο Γυμνασιάρχης και μας ανακοίνωσε «τα κακά μαντάτα». Πήγε διαταγή, λέει, από το Υπουργείο Παιδείας και ανέφερε ότι όλοι όσοι φοιτούσαν εκείνη τη χρονιά θα πλήρωναν για δίδακτρα όλης της χρονιάς 220 δραχμές (δεν είχαμε ακόμα τη νέα δραχμή, που ισοδυναμούσε με ένα χιλιάρικο). Μας είπε να πάμε στα χωριά μας και να ενημερώσουμε τους γονείς μας, μήπως και θέλανε να μας σταματήσουν από το σχολείο, για να γλυτώσουν κάποια δίδακτρα. Μας διευκρίνισε πάντως, πως και τώρα αν σταματούσαμε, θα πληρώναμε 170 δρχ. Το ποσό ίσως να φαίνεται μικρό σήμερα, αλλά για τα δεδομένα εκείνης της εποχής ήταν μεγάλο.

Εμείς (τα Σερβιωτόπουλα) πήγαμε σχεδόν όλα, την ίδια μέρα στο χωριό. Το είπα και εγώ στους γονείς μου, και αφού το συζήτησαν μεταξύ τους και το συζήτησε και ο πατέρας μου στην αγορά με άλλους πατεράδες, μου είπε: Πήγαινε και θα δούμε τι θα κάνουμε. Δεν είχε πάρει ακόμα την απόφαση να με σταματήσει.

Ξαναγυρίσαμε την επομένη στα Λαγκάδια, με το φόβο μέσα μας μήπως μας σταματήσουν από το Γυμνάσιο, γιατί υπήρχε φτώχεια και πολλοί γονείς δεν τα έβγαζαν πέρα να ζήσουν την οικογένεια και να σπουδάζουν και παιδιά και να πληρώνουν δίδακτρα.

Πάντως, τα πρώτα σύννεφα άρχισαν να φαίνονται με την ανακοίνωση του Γυμνασιάρχη.

Συνεχίσαμε τα μαθήματα μέχρι τα μέσα Μαρτίου, οπότε σταμάτησε πρώτος ο Τάκης Δημητρόπουλος. Εγώ συνέχισα δύο μήνες ακόμη, μέχρι τα μέσα Μαΐου. Την Τετάρτη 17 Μαΐου (η επόμενη ήταν της αναλήψεως και ήταν αργία) πήγα στο χωριό με σκοπό την επομένη το απόγευμα να γυρίσω πάλι στα Λαγκάδια. Όμως το μεσημέρι που τρώγαμε και μετά θα έφευγα, είπε ο πατέρας μου (αιωνία του η μνήμη) ότι:

«δεν είχε τη δύναμη να σπουδάσει δυο παιδιά, εμένα δηλαδή και το Γιάννη, ενώ (αν βέβαια το ήθελα κι εγώ και συμφωνούσα), θα ήταν πολύ πιο εύκολο να σταματήσω εγώ και να σπουδάσει ο Γιάννης, που σαν μικρότερος που ήταν, έπρεπε να σπουδάσει. Μου είπε να μην πάω πάλι στα Λαγκάδια, διότι σε λίγες μέρες άρχιζαν οι διαγωνισμοί (γραπτές εξετάσεις), μην ταλαιπωρούμαι άδικα, διότι έτσι κι αλλιώς την επόμενη χρονιά δεν θα ξανά πήγαινα…». Έτσι και έγινε και δεν επέστρεψα στο Γυμνάσιο.

 

AGNANTa-Lesia
Η "λεσιά" στο βουνό. 
Στην περιοχή αυτή αρκετοί Σερβαίοι είχαν χωράφια.
Εναι το σημείο που ενώνεται το "Παλιόκαστρο" με το "Σερβόβουνο".
Από το σημείο αυτό  φαίνεται από τη μία πλευρά το δικό μας χωριό
και από την άλλη τα Λαγκάδια.

 

Ίσως, όπως είπε, να γλύτωνε και την εισφορά. Βέβαια δεν την γλύτωσε. Το επόμενο το καλοκαίρι, ήρθαν δυο Χωροφύλακες στο χωριό, με ένταλμα σύλληψης του πατέρα μου, αν δεν πλήρωνε εκείνη τη μέρα την εισφορά. Θα ήταν κρατούμενος και θα τον πήγαιναν συνοδεία οι αστυνομικοί στο Δημόσιο Ταμείο.

Ο πατέρας μου βρήκε τα λεφτά και την επομένη πήγα εγώ στα Λαγκάδια συνοδεία με τους αστυνομικούς, και πλήρωσα για τους … 6 μήνες των σπουδών μου. Μάλιστα αντί για 220 δρχ πλήρωσα και τόκους καθυστέρησης! Πολύ ακριβή η εκπαίδευση στην εποχή μας!!

Η επιθυμία του πατέρα μου, για μένα, ήταν πάντα σεβαστή. Ο άνθρωπος δεν είχε βέβαια πρόθεση να με σταματήσει, αφού μου πήρε και όλα τα βιβλία. Ήθελε αρχικά να τελειώσω το γυμνάσιο, αφού τα ΄παιρνα κιόλας τα γράμματα. Μετά το ξάνα σκέφτηκε και άλλαξε γνώμη. Υπήρχε βέβαια και η παράδοση στο χωριό μας, ο μεγαλύτερος γιός να μένει στο σπίτι, να βοηθήσει να σπουδάσουν τα μικρότερα αδέρφια και να παντρευτούν και οι αδερφές. Ακολούθησα κι εγώ αυτή την παράδοση.

Πράγματι ο μικρότερος αδερφός μου σπούδασε (έγινε στρατιωτικός γιατρός ΩΡΛ, και συνεχίζει την άσκηση της ιατρικής, ως ιδιώτης πλέον στην Λάρισα). Επίσης σπούδασε και η μικρότερη αδερφή μου Γεωλογία στο Παν. Αθηνών. Βέβαια, το είχε μετανιώσει που με σταμάτησε από το Γυμνάσιο (όπως έλεγε αργότερα με φίλους του στην Αθήνα), αλλά ήταν πια …αργά. Ούτε ξέρω αν τα κατάφερνε μόνος του να σπούδαζαν και τα δύο μικρότερα αδέρφια μου. Τέλος πάντων, έτσι είναι η ζωή. Ούτε έχω παράπονο.

Πάντως, για μένα, οι σπουδές μου τελείωσαν στις 17 Μαΐου 1950.      

Συνολικά, από τα 16 Σερβιωτόπουλα που γραφτήκαμε στην Α΄τάξη του Γυμνασίου το 1949, αποφοίτησαν από το γυμνάσιο οκτώ. Οι άλλοι οκτώ, σταματήσαμε σταδιακά, για λόγους κυρίως οικονομικούς. 

 

Οι οκτώ που τέλειωσαν το Γυμνάσιο είναι:

Ι. Δάρας, Ηλ. Παπαγεωργίου και Γ. Παρασκευόπουλος. Αείμνηστοι.

Ανδρέας Τσαντίλης, ζει στην Αμερική.

Γ. Σχίζας, Φανή Παναγοπούλου, Καλλιόπη Σχίζα και Ελένη Παπαγεωργίου, ζουν στην Αθήνα.

Οι άλλοι οκτώ που δεν τέλειωσαν είναι:

Γ. Μαραγκός, Νίκος Κωνσταντόπουλος και Μανώλης Δημόπουλος. Αείμνηστοι

Εν ζωή: Εγώ, ο Τάκης Δημητρόπουλος, ο Ι. Θ. Σχίζας, ο Μιχ. Σχίζας και ο Θανάσης Στρίκος.  Μένουμε όλοι στην Αθήνα.

 

Τότε και τώρα

Σύγκριση, βέβαια, της σημερινής εκπαίδευσης των παιδιών, με εκείνη της δικής μου εποχής, δεν υπάρχει. Από τα παιδιά που γράφονται σήμερα στο Γυμνάσιο, ελάχιστα δεν καταφέρνουν να αποφοιτήσουν από το Λύκειο και ασφαλώς όχι για λόγους οικονομικούς. Πρέπει να αναφερθεί πως από το 1964  καθιερώθηκε (από τον τότε πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου) δωρεάν παιδεία. Και όχι μόνο δεν πληρώνονται δίδακτρα, σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, αλλά παρέχονται δωρεάν και τα βιβλία σε όλους τους εκπαιδευόμενους, ανεξάρτητα της οικονομικής τους κατάστασης. 

.

 ΝΑ ΗΤΑΝ ΣΑΒΒΑΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

ΣΤΑ ΛΑΓΚΑΔΙΑ ΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

 

 

(χιμ)

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.