Γ. Δ. Βέργος, Χ. Ι.  Μαραγκός

1. Παρακούει η Παναγία;

   Πατριώτισσα μας νιόπαντρη, είχε πάει στο χωράφι με τον άντρα της για να σκάψουν, πολύ συνηθισμένο φαινόμενο στο χωριό μας πριν το 1960. Κουβέντα στη κουβέντα, θυμώνει ο άντρας και της δίνει μια ανάποδη στα μούτρα. Αυτή άρχισε να κλαίει, κλείστηκε στο καλύβι, και από μέσα της (μη την ακούσει ο …νταής) παρακαλούσε την Παναγία, να του κοπεί το χέρι.

 

Γύρισαν το βράδυ στο σπίτι αμίλητοι και στο δρόμο ο άντρας μπροστά και 5 μέτρα πίσω η γυναίκα, ζαλωμένη. Αυτό, έτσι και αλλιώς, συνηθιζόταν στο χωριό, το να ακολουθεί δηλαδή πάντα πίσω η γυναίκα τον άντρα (η έννοια της ισότητας δεν ήταν γνωστή ακόμη…)

 

Σε λίγες μέρες τα ξανάφτιαξαν, όπως ήταν επόμενο και άρχισε κάπως η κανονική ζωή, χωρίς να λείπουν οι γκρίνιες κλπ. Το ζευγάρι στη συνέχεια συνέχισε τη ζωή του, απέχτησε πολλά παιδιά κι εγγόνια και έτσι κυλούσαν τα χρόνια.  Ήρθαν όμως τα γεράματα και ο άντρας αρρώστησε από ζάχαρο. Υπέφερε αρκετά από αυτή την ασθένεια και στο τέλος του κόψανε το πόδι. Η γυναίκα του τότε, ταλαιπωρήθηκε πολύ γιατί της πέσανε όλα πάνω της και είχε επί πλέον και πολλές τύψεις… Τύψεις γιατί είχε ξεστομίσει μια κατάρα και για να απαλλαγεί κάπως από αυτές τις τύψεις θέλησε να μοιραστεί τον πόνο της με άλλες γυναίκες της γειτονιάς.

.

Εκεί που μαζευόσαντε κάποιο απόγευμα σε μια γειτονιά, ή την Κυριακή μετά την λειτουργία, λέει στην παρέα:    

-Τι να σας πω ρε γυναίκες, εγώ είμαι αιτία που κόψανε το πόδι του άντρα μου.

   -Τι λες, της λέει κάποια από την παρέα, γιατί είσαι εσύ η αιτία; Του έδινες πολλά γλυκά να τρώει κι έπαθε ζάχαρο;

   -Τι είναι αυτά που λες, απαντάει εκείνη.

Εγώ δεν είχα γλυκά να δώσω στα παιδιά, να γλυκαθεί το χειλάκι τους, θα έδινα στον άντρα μου;

   -Τότε, γιατί είσαι εσύ η αιτία; Την ξαναρωτάει η γειτόνισσα.

   -Ακούστε,

τους λέει αυτή πλησιάζοντας κοντά και σιγαλόφωνα:

Όταν παντρευτήκαμε, μια μέρα μαλώσαμε στο χωράφι και με χτύπησε. Πήγα στο καλύβι, κλείστηκα μέσα, έκλαψα, έκανα το σταυρό μου και είπα:

Παναγίτσα μου… να του κοπεί το χέρι που με χτύπησε, χωρίς να φταίω…

 

Οι γυναίκες έδειξαν πως ξαφνιάστηκαν, τάχα, και θύμωσαν (όλες θα είχαν και κάποια ανάλογη εμπειρία…).

   -Καλά εσύ είπες για το χέρι, δεν είπες για το πόδι,

παρατήρησε μια άλλη, κάπως χαριτολογώντας.

-Ναι, είπα για το χέρι, αλλά το είπα από μέσα μου, και μπορεί η Παναγία να μην άκουσε καλά και να νόμισε πως είπα για το πόδι.

-Αν είναι έτσι τα πράγματα, τι να πούμε πια και εμείς οι μαύρες, είπαν οι γυναίκες…

 

 

2. Τα μπαγάδια και ο κυρ-Παναγιώτης.

«Μπαγάδια» (μπαγάζια) έλεγαν παλιά στο χωριό μας, τα διάφορα αντικείμενα μέσα στο σπίτι, τα οποία ήσαν αναγκαία για στη ζωή της οικογένειας, όπως π.χ. έπιπλα, μπαούλα, ρούχα, σκεύη για Παρασκευή είδη τροφής και γενικά ότι άλλο ανάλογο υπήρχε στο σπίτι.

ΠΛΑΣΤΗΡΙΤο σκαφίδι π.χ. ήταν μια ξύλινη σκάφη, που μέσα ζύμωναν το ψωμί.

Το πλαστήρι, ήταν μια ξύλινη στρογγυλή πλάκα με ουρά για λαβή (σε μέγεθος 50Χ50 εκατοστά περίπου), συνήθως από πλάτανο, και πάνω έπλαθαν τα μακαρόνια και τις μπουγάτσες που έψηναν στη θράκα, ακόμη και πρόχειρο ψωμί, όταν τους τελείωνε το ψωμί, μέχρι να ξαναφουρνίσουν.

 

ΣΚΑΦΗ ΞΥΛΙΝΗΈνας πατριώτης μας, ο Λιάς, τη δεκαετία του 1930, πήγε στην Αθήνα για κάποια επείγουσα δουλειά του. Είχε εκεί και μερικούς συγγενείς και όπως συνηθιζόταν τότε τους επισκέφτηκε, να πουν τα νέα τους και να συζητήσουν. Πήγε πρώτα στο σπίτι του ξαδέρφου του Μήτρου και ύστερα στο σπίτι του ξαδέρφου του Παναή (τυχαία ονόματα).

Όταν επέστρεψε στο χωριό τον ρώτησε ένας κοντινός συγγενής να του πει πως πέρασε στην πρωτεύουσα και αν πήγε να δει τα ξαδέρφια:

 

   -Τι έγινε ρε Λιά, πέρασες καλά στην Αθήνα; Πήγες στα ξαδέρφια μας, είναι καλά, πως περνάνε, έχουν καλά σπίτια;

   -Καλά πέρασα, ρε ξάδερφε, άλλη όμως, η ζωή στην πόλη είναι διαφορετική, άλλος θεός εκεί… Τα ξαδέρφια μας, πάντως, είναι καλά.

Ο Μήτρος έχει πολύ καλό σπίτι, τι να σου πω, σπίτι με πολλά και καλά μπαγάδια (εννοούσε έπιπλα, είδη νοικοκυροσύνης κλπ),   καμιά σχέση με τα δικά μας εδώ…

   -Ο Παναής πως είναι, πως περνάει;

   -Τι να σου ειπώ ρε συ για τον Παναή! Στο σπίτι του δεν έχει ούτε σκαφίδι ούτε πλαστήρι, αλλά όταν τον φωνάζουμε θέλει να λέμε κυρ-Παναγιώτη… Τι να πω και εγώ! Αλλάζει έτσι ο άνθρωπος; Κι αν έρθει το καλοκαίρι στο χωριό πως θα τον φωνάζουμε;

3. Περαστικός μπαλωματής στο χωριό μας, πριν το 1950.

Μέχρι το 1950, στο χωριό μας υπήρχε μεγάλη φτώχεια, σε όλους σχεδόν τους πατριώτες. Τα πολύ σοβαρά δεινά που προηγήθηκαν τις περασμένες δεκαετίες,

*από τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 (και τη χρεοκοπία που ακολούθησε),

*τους βαλκανικούς πολέμους 1912-1913,

*τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο 1914-1918,

*την Ισπανική γρίπη του 1918,

*τη μικρασιατική καταστροφή του 1922,

*το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (με την Γερμανο-Ιταλικο-Βουλγαρική κατοχή, που ακολούθησαν)

*και τον εμφύλιο 1946-1949,

ήσαν όλα αυτά η κύρια αιτία της φτώχειας στο χωριό μας και γενικά σε όλη τη χώρα.

 

autokinito sto xorio[1]
Σέρβου 1951.
Ο αείμνηστος Γ. Σχίζας (Σγούλιας),
με την ποδιά του τσαγκάρη, βγήκε από το μαγαζί του,
για να δει το πρώτο αυτοκίνητο που ήρθε στο χωριό. 

Ένα από τα πλέον βασικά θέματα των πατριωτών εκείνη την εποχή στην καθημερινότητά τους, ήταν η έλλειψη παπουτσιών, που ήσαν τόσο αναγκαία, αφού όλοι σχεδόν οι κάτοικοι ασχολιόντουσαν με γεωργοκτηνοτροφικές εργασίας, που προϋπέθεταν πολύ περπάτημα. Αρκετοί περπατούσαν ξυπόλυτοι, άλλοι έφτιαχναν γουρνοτσάρουχα, που τα έδεναν στα πόδια τους με σπάγκους και   γενικά όλοι πρόσεχαν πάρα πολύ τα όποια τσαρούχια-παπούτσια τους. Όταν πάλιωναν τα πήγαιναν στους τσαγκάρηδες (ήσαν αρκετοί στο χωριό, όπως π.χ. ο Αλούπης, ο Σγούλιας, ο Κερμπεσιώτης, ο Χρ. Παπαγεωργίου…) για επιδιόρθωση.

 

Όμως επειδή «είχε ψωμί» αυτό το επάγγελμα, έρχονταν κατά καιρούς στο χωριό και ξένοι μπαλωματήδες για μερικές ημέρες (με φτηνότερες προφανώς τιμές) και έφευγαν όταν δεν τέλειωνε η δουλειά τους. Κάποιοι είχαν δημιουργήσει και φιλίες με πατριώτες. Ένας από τους μπαλωματήδες αυτούς, όταν δεν είχε δουλειά, έβγαινε στη Ράχη

(στο προαύλιο της εκκλησίας της Κοίμησης της Θεοτόκου) και έκανε τον τελάλη:

Ακούστε εδώ, ο μάστορας τελειώνει και θα φύγει.

Ελάτε να σας μπαλώσει τα τσαρούχια και τα παπούτσια σας.

Αύριο το πρωί θα φύγω και θα είναι πολύ αργά… όποιος δεν τα μπάλωσε θα μετανοήσει…

και αλλάζοντας τον τόνο και τη χροιά της φωνής του συνέχιζε:

και όποιος τα μπάλωσε πάλι θα μετανοήσει…

ελάτε σας λέω, εσείς θα μετανιώσετε…

   Ένας φίλος του χωριανός, τον πλησίασε στη Ράχη και τον ρώτησε:

Έλα εδώ ρε μάστορα, τι είναι αυτά που λες;

Εντάξει γι΄αυτόν που δεν διόρθωσε τα παπούτσια να μετανιώσει.

Αυτός που τα διόρθωσε γιατί να μετανιώσει;

   -Άκου ρε φίλε,

του απαντάει εκείνος.  

Δεν το καταλαβαίνεις γιατί θα μετανοήσει;

Όλα τα παπούτσια που μου φέρνουν είναι για πέταμα και θα κρατήσουν μερικές ημέρες.

Μετά δεν θα πει; Κρίμα τα λεφτά που του έδωσα;…!

 

Από την αρχή της 10ετίας του 1950 τα πράγματα άλλαξαν και το χωριό μας, όπως και όλη η χώρα, πήραν τα πάνω τους. Οι δουλειές άνοιξαν και οι πατριώτες βγήκαν για δουλειά και έφεραν λεφτά στον τόπο τους και …παπούτσια. Από την άλλη, με το σχέδιο Μάρσαν και την UNDRA πολλοί ντύθηκαν και γενικά βελτιώθηκε κάπως η ζωή στο χωριό. Η δημιουργία του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ και τις τελευταίες δεκαετίες η δημιουργία της Ε.Ε., συνέβαλαν τα μέγιστα στην αποφυγή των πολέμων και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των Ελλήνων και όχι μόνο.


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.