Τα καλοκαίρια στον Αρτοζήνο

 

Θοδωρή Γ. Τρουπή (Γκράβαρη)

Bouno_artozinos
Άποψη του Αρτοζήνου από ΒΔ (από το δρόμο Λευκοχώρι-Λαγκάδια)

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950, πριν αρχίσει η ερήμωση της υπαίθρου με την ανάπτυξη της αστυφιλίας, οι κάτοικοι του χωριού επιβίωναν στηριζόμενοι στην πρωτόγονη αγροτική οικονομία και κτηνοτροφία και συμπληρωματικά στις μαστοροδουλειές, όπως του κτίστη, του τσαγκάρη, του σιδερά, του πραματευτή κ.α.

 

Επειδή δεν υπήρχε επαρκής ζωτικός καλλιεργήσιμος χώρος στην περιοχή γύρω από το χωριό, από ανάγκη καλλιεργούσαν χωράφια που ήταν μακριά 2-3 ώρες πεζοπορίας, όπου πρώτα και καλύτερα ήταν τα χωράφια στον Αρτοζήνο, διάσπαρτα σε διάφορες τοποθεσίες του βουνού όπως στον Πηλό, στον Αγιολιά, στον Αγιοδημήτρη, στου Μπουρνάζου, στην Πλαγιά, στου Μοσχονά, στην Κορωνιότισα, στην Περδικόβρυση, στου Μαυρομάτι, στου Πετροκόπου, στους Αγιάννηδες, στους Αγιώργηδες, στην Κρυόβρυση κ.α.

Τα χωράφια ήταν και χώρος θερινής διαμονής για τους περισσότερους και «καλοκαιρινών διακοπών» για τα παιδιά. Όλοι σχεδόν είχαν κατασκευάσει καλύβια με σκεπές από πέτρινες πλάκες ή τσίγκους, με ξεχωριστό το "αρχοντικό" του Τσαντίλη που διέθετε πάτωμα και κατώγι.

Η "μετακόμιση"

Μόλις τελείωναν οι εξετάσεις στο σχολειό (25 Ιουνίου συνήθως), άρχιζε η γραφική -με τα σημερινά μάτια- μετακόμιση. Μεταφορικά μέσα ήσαν τα μουλάρια και τα γαϊδούρια μας. Το ξεκίνημα γινόταν μπονόρα το πρωί πριν να βγει ο ήλιος και ένας ουλαμός νοικοκυραίων με τα ζωντανά τους ξεκίναγε από της Ζαχαρούς για το βουνό του Δία. Τα μουλάρια ήταν φορτωμένα με τα κλασικά κλινοσκεπάσματα της εποχής, σαΐσματα, ματαράτσια, κουβέρτες, κουζινικά (τετζέρια, τηγάνια, τέσες) και βαρέλες για νερό. Το σκηνικό ολοκληρωνόταν με τις κρεμασμένες από τα πόδια κότες στα κολιτσάκια των σαμαριών, τις γίδες μας που ακολουθούσαν και κάπου-κάπου έβλεπες και κανένα γουρουνάκι δεμένο με αλυσίδα για να μην φύγει. Τα σκυλιά συνόδευαν της πομπή και το κουβεντολόγι μεταξύ των μπουλουκιών έδινε και έπαιρνε με ευχές για καλή σοδειά.

Το θέρισμα

Μετά την προσωρινή εγκατάσταση στα καλύβια, άρχιζε η δουλειά που ήταν το θέρισμα του σιταριού και γινόταν με τα παραδοσιακά δρεπάνια. Σαν νεράιδες με τις άσπρες τους τσεμπέρες ξεχώριζαν από μακριά οι γυναίκες και τα κορίτσια να θερίζουν το σιτάρι, που λικνιζόμενο κυμάτιζε μέσα στις χρυσόμορφες λάκες. Στο θέρισμα υπήρχε καταμερισμός της δουλειάς. Οι θεριστάδες έκοβαν τα κλωνιά με τα στάχυα χαμηλά και τα έκαναν μικρά ματσάκια, τα «χερόβολα». Τα παιδιά και οι παππούδες συνήθως έπαιρναν τα χερόβολα και τα έκαναν «κουντούρες», που αποτελούντο από πολλά χερόβολα μαζί. Οι ''κουντούρες'' δένονταν με τα «δεματικά» που ήσαν κλωνάρια σίκαλης πλεγμένα και βρεγμένα με νερό για να «λουρώσουν», ώστε να μην σπάνε. Τις κουντούρες τις μετέφεραν στο αλώνι, όπου σχηματίζονταν οι «θημωνιές» και έτσι, μετά την απομάκρυνση τους από το χωράφι, έβοσκαν τα ζωντανά τις καλαμιές και το πεντάμορφο με τα κίτρινα λουλούδια του μελιγκάρι, που ήταν στολίδι-πινελιά στον όμορφο πίνακα του χωραφιού.

Ο θερισμός γινόταν ήλιο με ήλιο για να μην παραγίνει το σιτάρι. Προληπτικοί και λίγο θρησκόληπτοι οι άνθρωποι εκείνων των χρόνων τις γιορτές δεν δούλευαν και απέδιδαν πολλά κακά στις αμαρτίες τους, όπως θυμάμαι που έλεγαν ότι η Αγγέλω του Γιώκα -ας είναι καλά- έκοψε το πόδι της με το δρεπάνι στου Μοσχονά γιατί θέριζε την ημέρα της γιορτής του Αγιολιός.

Το αλώνισμα και το κουβάλημα

Στη γραμμή παραγωγής ακολουθούσε το αλώνισμα στα πέτρινα αλώνια με 3-6 μουλάρια, που έτρεχαν δεμένα γύρω στο στιχερό εναλλάξ δεξιόστροφα και αριστερόστροφα. Ήταν το αποκορύφωμα του κύκλου ζωής της καλλιέργειας του σιταριού, ήταν η ώρα της συγκομιδής του κόπου μιας ολόκληρης χρονιάς, που καμιά φορά η απόδοση δεν ήταν καλή εάν είχε φυσήξει «λίβας» που δεν άφηνε το σιτάρι να ψωμώσει. Όλοι ένιωθαν ευτυχισμένοι εάν έβγαζαν το ψωμί της χρονιάς και δεν θα ήταν υποχρεωμένοι να αγοράζουν «σάκινες» αλεύρι από τους μύλους ''ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑΣ'', που έφερναν από την Καλαμάτα οι τότε, μακαρίτες σήμερα, έμποροι του χωριού Βασ. Μπόρας και Μητσιοβέργος.

Το αλώνισμα διαρκούσε γύρω στις 7 ώρες, από τις 8 το πρωί μέχρι τις 3 το απόγευμα. Η μέρα ήταν γιορτινή γιατί υπήρχε και καλύτερο φαγητό από τις άλλες μέρες, όπως "καγιανάς", γίδα ή προβατίνα, ή κότα πιλάφι. Το αλώνισμα ακολουθούσε το λίχνισμα εφόσον φυσούσε αέρας όπου χωριζόταν το άχυρο από το σιτάρι, το οποίο πάλι χωριζόταν από τα σκύβαλα με το κόσκινο και το δριμόνι (μεγάλο κόσκινο που στηριζόταν από κρίκο σε ένα δικριάνι).

Τον καρπό τον μετρούσαν με τις οκάδες, όπου 50 οκάδες έκαναν ένα «πινάκι» και 6 πινάκια έκαναν ένα «μόδι». Προσωρινά στο αλώνι τον καρπό τον τοποθετούσαν μέσα σε ένα ματαράτσι (μεγάλο υφαντό σακί που χωρούσε 2 μόδια), και σιγά-σιγά με τα μουλάρια το μετέφεραν στο χωριό όπου το αποθήκευαν στα περίφημα κασόνια. Κύριο υποπροϊόν της συγκομιδής ήταν τα άχυρα, χρήσιμη τροφή των μουλαριών για τους χειμερινούς μήνες. Η μεταφορά τους γινόταν με τα «χαράρια» που ήταν μια σειρά ξύλινα ραβδιά σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο δεμένα μεταξύ τους στις άκρες και τη μέση με χονδρούς σπάγκους, όπου στοιβαζόταν και δενόταν το άχυρο.

Νοσταλγία

Νοσταλγώ τις φεγγαρόλουστες βραδιές που κοιμόμαστε με στρώμα τα ανάλαφρα άχυρα, όπου μετρούσαμε τ΄αστέρια που έπεφταν στον ουρανό (κινδυνεύοντας να κάνουμε καρναβίτσες, όπως μας έλεγαν τότε οι μεγάλοι).

 

Οι συναυλακαραίοι

Συναυλακάρης μας στου Πετροκόπου ήταν ο Παναγής του Λιατσιοθοδωρή, που είναι γνωστός σε όλους μας ως ''Μαγιάς'' (ας είναι καλά). Σαν άλλος θεός ΠΑΝ, με τη φλογέρα του μας ανέβαζε στους μακρινούς γαλαξίες, εκεί ψηλά ...στο Θεό.

Έτσι συμμετείχαμε όλοι στις ρομαντικές εκείνες φυσικές βραδινές ''Μουσικές Συμφωνίες'' με όργανα τα κουδούνια των ζωντανών, τους γρύλους, τις ακρίδες, τις διάφορες κραυγές του χουχουλόγιωργα και της κουκουβάγιας, τα γαυγίσματα των σκυλιών και τα μακρινά ουρλιαχτά της αλεπούς και των άλλων «ζουδιών» του βουνού.

Τα χρόνια πέρασαν και σταματήσαμε να μετρούμε τ΄άστρα. Αστέρια έχουμε τώρα τις οικογένειές μας και τα παιδιά μας .

Άλλες δουλειές στα χωράφια.

Η παραμονή στα χωράφια παρατεινόταν και μετά το «σήκωμα» του αλωνιού για να βόσκουν τα ζωντανά που με το γάλα φτιάχναμε το περίφημο ξινόγαλο, πρώτη ύλη που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες να φτιάχνουν τον ξινό τραχανά. Στη διάρκεια του θέρους οι άντρες έφτιαχναν και τις γκρεμισμένες μάνδρες, όταν είχαν χρόνο. Ο μπάρμπα-Θοδωρής ο Μπόρας (Τοτώνης), που συνορεύαν τα χωράφια μας, με βαθμολογούσε με δέκα για το καλό χτίσιμο που έκανα, προβλέποντας ότι θα γινόμουν ένας καλός μάστορης. Πιστεύω πως δεν τον στενοχώρησα που δεν έγινα...

Ευλογημένος τόπος

Ο Αρτοζήνος ήταν ευλογημένος τόπος γιατί είχε και πολλές βρύσες, ώστε να καλλιεργούνται και περιβολάκια όπως στον Αγιοδημήτρη, στο ρέμα της Κορονιώτισας, στο Μαυρομάτι, στους Αγιάννηδες, στον Μοσχονά κ.α. και να απολαμβάνουν "οι παραθεριστές" του αρτοζήνου, γνήσια φυσικά προιόντα.

Θετικές σκέψεις

Τελευταία διαβάσαμε στις εφημερίδες ότι Αμερικανοί Επιστήμονες συνιστούν όταν πηγαίνουμε το βράδυ για ύπνο να κάνουμε πάντα θετικές σκέψεις για να έχουμε καλή υγεία. Τελειώνοντας λοιπόν και εγώ θα ήθελα να συμφωνήσω με αυτό και να προτείνω στους πατριώτες -κάποιας ηλικίας- όταν πηγαίνουν το βράδυ για ύπνο ας αφήνουν κάπου-κάπου τη φαντασία τους να αλητεύει στα αλώνια και καταράχια του ευλογημένου μας βουνού, του Αρτοζήνου. Αυτές οι αναμνήσεις κάνουν καλό...

 

Castle5

 AGIODIMITRIS

 

 

 

 

Δορυφορική λήψη εικόνας των χωραφιών μας στον Αρτοζήνο....

 

 

 

Αθήνα 16.6.2005

next_30

 

 
Powered by Highslide JS

 



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Η διάνοιξη του δρόμου από τον Αγιώργη το Σαρά μέχρι το χωριό, μήκους 12 χιλιομέτρων έγινε το 1950. Οι Σερβαίοι διέθεσαν τις μερίδες τους από τη βοήθεια της UNRA που πουλήθηκαν για να συγκεντρωθούν χρήματα για την μπολντόζα. Επίσης δούλεψαν προσωπική εργασία όλοι οι ενήλικες του χωριού. Οι Αραπαίοι, επειδή είχαν να περπατήσουν μια ώρα παραπάνω από τους Σερβαίους, για να φθάσουν από το σπίτι τους στο έργο και μία να γυρίσουν, κοιμόσαντε το βράδυ εκεί που δούλευαν.