Διακοπές στον Αρτοζήνο

Νίκου Τρουπή (Γκράβαρη)
.
Τα πιο παλιά χρόνια πολλοί Σερβαίοι είχαν χωράφια που τα καλλιεργούσαν στο βουνό Αρτοζήνο με τις πολλές λάκες αλλά και σε άλλες περιοχές, που τους είχαν δόσει και ανάλογα ονόματα: Λυκουρεσαίικα, Αραχωβίτικα, Ψαρέικα κλπ. 
Τα όρια πολλών χωραφιών στον Αρτοζήνο, όπως οι περιοχές Αγιάννηδες, Αγιώργηδες, Τσουκαλά Χαλικόβρυση κλπ., έφταναν λίγα χιλιόμετρα από την Δημητσάνα. Στη Χαλικόβρυση τα χωράφια ήσαν πολύ καλά γιατί ήσαν ποτιστικά. Στη συνέχεια της Χαλικόβρυσης είναι τα Μουτριτζιά που είναι τα Σχιζαίικα χωράφια.
Εκεί υπήρχε η πηγή Μαζαράκι, που πηγάζει από τους πρόποδες του χαλασμένου βουνού και είχε άφθονο και πολύ ωραίο νερό. Προχωρώντας το οδοιπορικό φτάνουμε προς τις περιοχές Μπουρνάζι και Πετροκόπου, που είναι μικρά οροπέδια αλλά γόνιμα σε παραγωγή σιταριού και αραποσιτιού. Ως παιδί άκουγα τους μεγαλύτερους που λέγανε: ''....λες και έχουν το νερό στη ρίζα...'', για να υπογραμμίσουν την ευφορία του εδάφους. Γι΄αυτό και μέσα στα αραποσίτια φύτευαν και φασολάκια και κολοκυθάκια (υπέροχο φαγητό!).

Ο αγώνας με τα χωράφια, για να εξασφαλίσουν οι άνθρωποι τότε το πιο βασικό στη ζωή που είναι το ψωμί, ήταν πολύ μεγάλος. Οι γιδούλες για το γάλα και το θρεφτάρι (γουρούνι) για το κρέας της χρονιάς και το λίπος, βοηθούσαν την κατάσταση. Κάπως καλύτερα πάντως τα βόλευαν όσοι πήγαιναν και για μαστοριά στη "Μεσσένια". Οι άνθρωποι τότε μπορεί να στερούντο πολλά αγαθά που απολαμβάνουμε σήμερα, αλλά τα φαγητά τους ήσαν αγνά και σε συνδυασμό με την υπέροχη εξοχή τους έκαναν απόλυτα ευχαριστημένους. Γι΄αυτό έβλεπες κατά το θέρισμα ή το αλώνισμα να πηγαίνει το τραγούδι και το καλαμπούρι σύννεφο.

 Από τον Ιούνιο οι οικογένειες που είχαν χωράφια στον Αρτοζήνο, προετοιμάζονταν σιγά-σιγά με σχολαστικότητα για τη ''μετανάστευση''. Εκεί είχαν τα πέτρινα καλυβάκια τους που έμεναν μέχρι το τέλος του καλοκαιριού που τελείωνε η συγκομιδή.

Φεύγοντας από το χωριό φόρτωναν στο μουλάρι ή το γαϊδούρι πράγματα όπως ρούχα ύπνου, κουζινικά (τσουκάλι, τέτζερι, βαρέλα με κύπελλα για νερό), καμιά τσίτσα για κρασί και διάφορα οικιακά ζώα. Έβλεπε κανείς τις κότες να κρέμονται από τα πόδια, τη γάτα μέσα στο σακί για να μην πηδήξει και φύγει, τη γίδα πίσω από το γαϊδουράκι και ...πάει λέγοντας.

Εδώ θα σας περιγράψω ένα περιστατικό σε μια τέτοια διαδρομή, για το κλίμα εκείνης της εποχής. Ο μπάρμπα- Βασίλης και η θεια Βασίλω που αναφέρω δεν είναι τα πραγματικά ονόματα.

Πρωί-πρωί λοιπόν με το χάραμα και ανεβαίνοντας προς την Κοκκινόβρυση ο μπάρμπα-Βασίλης τραβούσε αμέριμνος το γαϊδουράκι του με όλο το φορτίο που περιγράψαμε πιο πάνω. Η θειά-Βασίλω η καημένη ακολουθούσε αρκετά πιο πίσω τραβώντας με το ζόρι ένα μικρό γουρουνάκι. Όπως όλοι γνωρίζουμε, το γουρούνι δεν μπορεί να ακολουθήσει το ρυθμό του γαϊδουριού και της γίδας. "Γρου-γρού" το γουρούνι και όλο κλωθογύριζε προς τα πίσω. Η θειά-Βασίλω βλέποντας τον άντρα της να έχει προχωρήσει αρκετά μπροστά, αγανακτισμένη και μπαϊλντισμένη από το τράβηγμα του γουρουνιού κάποια στιγμή έβαλε τις φωνές:

Καρτέρει Γούβη... Καρτέρει να βάλουμε τον περίδρομο (γουρούνι) μπροστά...

Και μονολογούσε η καημένη:

Πήρε ο ένας Γούβης τον άλλο Γούβη και παν τον ανήφορο...

...Φαινόμενα βλέπετε εκείνων των καιρών...

Στο μεταξύ είχε πάρει για καλά η ημέρα και ο ήλιος πρόβαλε από τον Αγιολιά ολόλαμπρος για να ζεστάνει τις καρδιές όλων των ταλαιπωρημένων ανθρώπων, ιδιαίτερα των γυναικών, που εκτός από τις πολλές δουλειές είχαν και τις ιδιοτροπίες των ανδρών...

(Γούβης: Ο μονόχνοτος άνθρωπος που δεν νοιάζεται για την ταλαιπορία των άλλων, όπως το...γουρούνι).

Artozinos_petrokopou

Δορυφορική φωτογραφία χωραφιών Πετροκόπου.

 

 



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Η διάνοιξη του δρόμου από τον Αγιώργη το Σαρά μέχρι το χωριό, μήκους 12 χιλιομέτρων έγινε το 1950. Οι Σερβαίοι διέθεσαν τις μερίδες τους από τη βοήθεια της UNRA που πουλήθηκαν για να συγκεντρωθούν χρήματα για την μπολντόζα. Επίσης δούλεψαν προσωπική εργασία όλοι οι ενήλικες του χωριού. Οι Αραπαίοι, επειδή είχαν να περπατήσουν μια ώρα παραπάνω από τους Σερβαίους, για να φθάσουν από το σπίτι τους στο έργο και μία να γυρίσουν, κοιμόσαντε το βράδυ εκεί που δούλευαν.