Σέρβου: " Το Παλαιόκαστρον "

(Χ. Αθ. Μαραγκού, υποστρ/γου ε.α)

Θέση: Διακόσια μέτρα πιο ψηλά από το χωριό Σέρβου και πεντακόσια βορειότερα, είναι η κορυφή του βουνού (υψ.1286μ.), η οποία λόγω της ευρείας παρατηρήσεως αλλά και της φυσικής οχυρώσεως, αποτελεί το " ζωτικό " έδαφος της περιοχής. Στα ερείπια ενός παλαιού κάστρου που περιβάλλει ένα επίμηκες οροπέδιο συνολικής εκτάσεως επτά στρεμμάτων περίπου, οφείλει την ονομασία του το βουνό που στους επίσημους κρατικούς χάρτες αναγράφεται ως "Παλαιόκαστρον". Παρ' όλα αυτά απ' ότι γνωρίζω, κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει ασχοληθεί με την ταυτότητα του κάστρου, γι' αυτό σ' αυτή την πρώτη προσέγγιση θα προσπαθήσω να περιγράψω, τη σημερινή του κατάσταση και να προσδιορίσω, κατά το δυνατόν, την εποχή κατασκευής του και τις ενδεχόμενες αλλαγές στο πέρασμα των χρόνων.

Palaiokastro_skitso[1]
Ανάγλυφο κορυφής βουνού με πιθανή θέση του Κάστρου

Προσβάσεις : Από την ΒΑ πλευρά του χωριού ένας δρόμος που κατευθύνεται προς την Γκρόπα[1] μετά από 900 μέτρα καταλήγει στον αυχένα του ανατολικού πρανούς του Παλαιοκάστρου με υψόμετρο 1200 μέτρων. Από εκεί η κορυφογραμμή του ΝΑ αντερείσματος μήκους 300 μέτρων οδηγεί κατ' ευθείαν στην κορυφή του βουνού. Στην κορυφή του βουνού επίσης, καταλήγει και άλλος ανηφορικός δρόμος από την ΒΔ πλευρά του χωριού ο οποίος περνά από τον Αγιαντριά και την κοιλότητα, που σχηματίζουν τα αντερείσματα του δυτικού πρανούς του. Είναι ομαλότερος του πρώτου, ασφαλέστερος και μάλλον πρόκειται για το κύριο δρομολόγιο αφού εκεί ευρίσκεται κατά πάσαν πιθανότητα και η κεντρική, μοναδική είσοδος του κάστρου.

Τοπογραφία: Το Παλαιόκαστρο (υψ. 1286 ), αποτελεί μέρος μιάς ευρύτερης περιοχής η οποία εκτείνεται νότια και χωρίζεται από την υπόλοιπη Γορτυνία από τις βαθειές και απότομες χαράδρες του Λαγκαδιανού ρέματος βόρεια, του Λουσίου ποταμού ανατολικά, του αδιάβατου καθ όλην τη διάρκεια του χρόνου Αλφειού νότια στα σύνορα με τη σημερινή Ηλεία και του Λάδωνα δυτικά[2]. Αποτελεί περίκλειστο χώρο εκτάσεως 250 τετραγωνικών χιλιομέτρων περίπου, ο οποίος συνδέεται με τις γύρω περιοχές με γέφυρες, πορθμεία, πό-ρους, εκτός από τη διάβαση Αγίας Παρασκευής στην Καρκαλού, που είναι βατή χωρίς ιδιαίτερα τεχνικά έργα. Έχει βάθος κατά τον άξονα ΑΔ περίπου 15 χιλιόμετρα και ΒΝ 20. Το μικρότερο υψόμετρο παρατηρείται στη συμβολή των ποταμών Λάδωνα, Αλφειού 85 μέτρα και το ψηλότερο στο Χαλασμένο Βουνό στα 1367 μέτρα.

Στην περιοχή κυριαρχεί ο ορεινός όγκος του Χαλασμένου Βουνού, ενώ βόρεια και δυτικά παράλληλα με το Λαγκαδιανό ρέμα μέχρι της συμβολής του με τον Λάδωνα ευρίσκεται ο Αρτοζήνος (ύψ.1362 μ. ), το Σερβαίκο Βουνό (ύψ. 1326 μ ), το Παλαιόκαστρο (ύψ. 1286 μ ), η Φραντζέτα (ύψ. 1241 μ.), το Δασυβούνι ( ύψ. 1150 μ.), και το ύψωμα Κόντρα 661 μ. Οι διάφοροι χείμαρροι λόγω της μεγάλης κλίσεως σχηματίζουν βαθειές και απότομες χαράδρες με αποτέλεσμα το έδαφος στο εσωτερικό της τοποθεσίας να είναι ορεινό "βαθέως διακεκομμένο".

Τα απροσπέλαστα σπήλαια - κρησφύγετα [3] που βρίσκονται στις όχθες των ποταμών και των χειμάρρων προσφέρονται ως χώροι αναμονής για τη διεξαγωγή ανορθοδόξων πολεμικών ενεργειών, ενώ η ορεινή διάταξη διευκολύνει την επιτήρηση των κοιλάδων Αλφειού και Λάδωνα και τον έλεγχο των κυριοτέρων διαβάσεων και στενωπών. Από το Παλαιόκαστρο είναι ορατό το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, ο Ερύμανθος, το Παναχαϊκόν, τα Αροάνια, η Κυλλήνη βόρεια, το Μαίναλο δυτικά, το Τετράζι, η Μίνθη νότια, το Κατάκολο και η Ζάκυνθος δυτικά, αποτελούν το μακρινό του ορίζοντα. Τα μεγαλύτερα λατρευτικά κέντρα της αρχαιότητος, το Θαυμάσιον όρος [4] το Λύκαιο [5], το Κωτίλιο [6] η Ολυμπία , η Ήλιδα, είχαν άμεση επαφή με το βουνό.

Ο επιβλητικός Αρτοζήνος[7], βόρεια από το Χαλασμένο Βουνό, "σιτοβολώνας Θεών και ανθρώπων", που προβάλλει χαρακτηριστικά αγέρωχος, ευδιάκριτος από την "ιεράν Αλτιν [8]", έπρεπε να αποτελούσε τον ενδιάμεσο σταθμό επικοινωνίας δια της μέθοδοου "των φρυκτών η φρυκτωριών [9]", με τον "πολύμυλον Ορχομενό[10]", του οποίου ήταν το προπύργιο. Η Φραντζέτα, δυτικά του Παλαιοκάστρου, σημαντικό τιμάριο της βαρονίας της Άκοβας[11], θα έπρεπε να ήταν ο ενδιάμεσος σταθμός επικοινωνίας, με την μέθοδο των καμινοβιγλίων[12], των φράγκικων κάστρων, του Κατακώλου[13], του Χλουμουτσίου[14], της Φολόης (Βλιζίρι), της Άκοβας, της Καρύταινας και των άλλων που ευρίσκοντο στα νότια πρανή του Ερυμάνθου, Αροανίων, Κυλλήνης και δυτικού Μαινάλου[15]

Περιγραφή : Το σχήμα του κάστρου διαγράφουν οι σωροί από τα ερείπια που σήμερα υπάρχουν στις παρυφές της κορυφής. Πρόκειται για ένα εξάπλευρο με άνισες πλευρές και ο κύριος άξονας του ο οποίος έχει κατεύ-θυνση από Α προς Δ, τέμνει πλαγίως τον άξονα του βουνού που συμπίπτει με την μοναδική πρόσβαση που το διασχίζει και κατευθύνεται από ΒΑ προς ΝΔ. Η ΒΑ πλευρά, όπως φαίνεται από τις λιθοσωριές, κάθετη στον κεντρικό άξονα του οροπεδίου, μήκους 50 μέτρων περίπου, τείχους μεγάλου πάχους ξερολιθιάς, η οποία σε πολλά σημεία εδράζεται σε μεγάλους βράχους φράζει τελείως τη μοναδική πρόσβαση παρέχοντας μεγάλη ασφάλεια. Συνέχεια της ΒΑ και με δυτική κατεύθυνση, σχεδόν επί της παρυφής του οροπεδίου μήκους 80 μέτρων είναι η Β πλευρά και μετά η ΒΔ μήκους 30 μέτρων.

Περίπου συμμετρικές ως προς τον κεντρικό άξονα του φρουρίου είναι οι πλευρές του νοτίου τμήματος, ΝΑ, Ν και ΝΔ μήκους 60,70 και 20 μέτρων αντιστοιχα των οποίων οι γωνίες είναι απροσδιόριστες και φαίνονται μάλλον ως καμπύλα τμήματα. Η είσοδος ορίζεται δυτικά στον κενό μεταξύ της ΒΔ και ΝΔ πλευράς χώρο και σε απόσταση δέκα μέτρων όπου το σχήμα ενός μικρού βράχου μοιάζει να είναι λαξευμένο κατά τέτοιο τρόπο που εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για τμήμα τείχους.

Στις άκρες της ΒΑ πλευράς το πάχος του τείχους αυξάνεται σημαντικά περίπου στο διπλάσιο αφήνοντας να νοηθεί ότι ίσως να υπήρχαν εκεί πύργοι πλαγιοφυλάξεως, οι οποίοι είχαν προστεθεί αργότερα, σε απροσδιόριστο χρόνο από την αρχική κατασκευή του κάστρου. Τα δύο κοιλώματα που υπάρχουν βορεια του τείχους, λόγω μορφής και θέσεως, θα μπορούσε να ήταν δεξαμενές νερού, οι γνωστές "γιστέρνες" των βυζαντινών, που ήσαν απαραίτητες για τις ανάγκες του κάστρου σε περίπτωση πολιορκίας. Η θέση ενδείκνυται γιατί σε περίπτωση επιθέσεως από αυτή την κατεύθυνση θα αποτελούσαν σημαντικό κώλλυμμα.

Έτσι λοιπόν σχηματίζεται ένα ελλειψοειδές εξάπλευρο[16] ακολουθώντας τις παρυφές του οροπεδίου, εκμεταλεύται πλήρως τις ιδιομορφίες του εδάφους, απαγορεύει τελείως την προσέγγιση στη βόρεια και νότια πλευρά με τα απόκρημνα πρανή και αποφράσσει τη ΒΑ κατεύθυνση με το απόρθητο τείχος το οποίο δεν επιτρέπει την συγκέντρωση δυνάμεων και την χρήσει μέσων πολιορκίας.

Παρατηρήσεις : Η θέση του οχυρού, ο τρόπος και τα υλικά κατασκευής, η φύσει των ερειπίων, πείθουν ότι, πρόκειται για ακρόπολη σημαντικής πόλεως που ευρίσκετο στο νοτιοδυτικό πρανές του βουνού, από τους αρχαιότατους χρόνους και πιθανότατα από την Μυκηναική εποχή[17]. Παρά την ασάφεια των ερειπίων των νότιων πλευρών, όπου η κατασκευή φαίνεται πτωχή και άτεχνη μια προσεκτική παρατήρηση στο βόρειο τμήμα του κάστρου και κυρίως στην πλευρά που βρίσκεται ανάμεσα στα δένδρα και στους βράχους η κατασκευή φαίνεται περισσότερο επιμελημένη με κατεργασμένους ογκώδεις λίθους που προσομοιάζουν με κυκλώπια τείχη[18] Μυκηναϊκής περιόδου.

Εντύπωση προκαλεί επίσης ότι οι γωνίες του κάστρου συμπίπτουν με τις κορυφογραμμές των αντερεισμάτων του βουνού. Έτσι λοιπόν στο ανατολικό πρανές υπάρχουν τρεις αντηρίδες οι οποίες ανερχόμενες από τον αυχένα σε ύψος 90 μέτρων περίπου συγκλίνοντας προς την κορυφή, ακριβώς στις γωνίες του κάστρου φαίνεται σαν να το στηρίζουν, προσδιδοντάς του μεγαλύτερη ασφάλεια, αίγλη και επιβλητικότητα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις δύο αντηρίδες της δυτικής πλευράς αλλά σε μικρότερο βαθμό λόγω μικρότερης κλίσεως. Μάλλιστα οι δύο αυτές αντηρίδες κατέρχονται με αποκλίνουσες κατευθύνσεις, δυτικά και νότια και λόγω των απότομων πρανών τους εξωτερικά, καλύπτουν την είσοδο του κάστρου, επί πλέον δε λόγω των ομαλών καταπτώσεών τους εσωτερικά, δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για καλλιέργεια ή για κατασκευή κτηρίων διαμονής των κατοίκων.

Σ' αυτό το χώρο πρέπει να αναζητηθεί η θέση της αρχαίας πόλεως.

Αλλά και στη νότια πλευρά που η ράχη της κορυφογραμμής είναι ομαλότερη, πεπλατυσμένη, η γωνία των πλευρών είναι αμβλεία, ανοικτή τόσο, όσο ακριβώς υπαγορεύει η τελεία προσαρμογή της στην ράχη, γι' αυτό φαίνεται σαν κυκλικό τμήμα. Παρατηρούμε λοιπόν μια σχολαστική προσαρμογή του κάστρου στο έδαφος, παλαιά τακτική η οποία υπήρχε κατά τους Μυκηναϊκούς χρόνους και εξακολουθούσε να επικρατεί και να εφαρμόζεται με μεγάλη αυστηρότητα μέχρι την Ελληνιστική εποχή[19].

Έτσι κατά την αρχαϊκή περίοδο[20], υπάρχει ένα κάστρο στην κορυφή του βουνού, προπύργιο του Ορχομενού ο οποίος κατά τον 7 αιώνα π.Χ. στον δεύτερο Μεσσηνιακό πόλεμο, είχε αναλάβει την διοίκηση ολοκλήρου της Αρκαδίας. Το κάστρο αυτό προστάτευε το "ακριτικό" Σέρβου. Κατασκευασμένο μ' όλες τις προδιαγραφές και τις λεπτομέρειες της οχυρωτικής τέχνης[21], προκαλεί και σήμερα κατάπληξη η ιδανική επιλογή του εδάφους στην πλέον δεσπόζουσα θέση και η άριστη προσαρμογή του στις διάφορες εδαφικές ιδιομορφίες.

Καλύπτει την ορεινή διάβαση Παλαιοκάστρου απ' όπου διέρχεται το δρομολόγιο, Ολυμπία - Ορχομενός που διαπερνά απ' άκρου σ' άκρον την Αρκαδία και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο αμυντικό σύστημα της ευρύτερης περιοχής, τόσον όταν αποτελούσε την μεθόριο του κράτους των Ορχομενίων, Μεγαλοπολιτών και Βυζαντινών[22], αλλά και όταν ο εχθρός ήταν ο επιδρομέας, ο έποικος, ο γείτονας όπως οι Γότθοι, οι Σλάβοι, οι Φράγκοι και άλλοι. Ο αμυντικός ιστός του Μαινάλου θα ήταν περισσότερο ευάλωτος χωρίς την οχύρωση του Παλαιοκάστρου διότι θα είχαμε απ' αυτή την ελεύθερη διάβαση, παράκαμψη των κοιλάδων του Αλφειού και Λάδωνα, διάσπαση της τοποθεσίας και προσβολή των σημαντικών οχυρών θέσεων, Βαλτεσινίκου - Μαγουλιάνων, Κερνίτσης - Βυτίνας, Καστανιάς - Μύτικα, Βλαχέρνας - Ορχομενού, Δαβιάς - Αλωνίσταινας από το εσωτερικό της [23] .

Ιστορικά: Από ιστορικής πλευράς, δεν έχει ταυτισθεί με κανένα κάστρο της αρχαιότητος, ούτε συμπεριλαμβάνεται στα γνωστά κάστρα που υπήρχαν στην Πελοπόννησο κατά τον μεσαίωνα[24], ή σ' αυτά που έκτισαν οι Φράγκοι κατά την διάρκεια της παραμονής τους στην περιοχή από το 1205 μέχρι το 1320 μ.Χ. αλλά ούτε και στα κάστρα της αμυντικής οργάνωσης του Μαινάλου. Η αναφορά όμως, του Χρονικού του Μορέως[25], επανειλημμένα στου Σέρβου κατά την περιγραφή των σπουδαιότερων μαχών μεταξύ βυζαντινών και Φράγκων την περίοδο της Φραγκοκρατίας και ιδίως στην τελική φάση της μάχης της Πρινίτσας στην Έριζα[26], δίνει την εντύπωση ότι οι Φράγκοι είχαν του Σέρβου σαν βάση εξορμήσεως με δύναμη αμέσου επεμβάσεως, προκειμένου να ελέγχουν το δρομολόγιο που περνούσε από το Παλαιόκαστρο και προστάτευε τα πλευρά των μεγαλυτέρων βαρονιών της Πελοποννήσου, της Άκοβας και της Καρύταινας. Η χρησιμοποίηση του κάστρου στην κορυφή του βουνού σ' αυτά τα χρόνια δεν πρέπει να αποκλεισθεί. Όπως επίσης δεν πρέπει να αποκλεισθεί και η ενίσχυση της οχύρωσης του κάστρου με τους Βυζαντινούς, από το 1320 μ.Χ. μέχρι το 1432, όταν αποτελούσε την μεθόριο Βυζαντινών και Φράγκων, αυτή ήταν η εποχή της μεγάλης ακμής και οικονομικής ευημερίας η οποία συνεχίστηκε μέχρι την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Κατά την τουρκοκρατία μηδενίζεται ο ρόλος του και το κάστρο αφού ξεπλήρωσε την αποστολή του στην πολύχρονη λειτουργία του εγκαταλείπεται στην τύχη του. Μετά την απελευθέρωση ότι έχει απομείνει από το ερειπωμένο υλικό του μεταφέρεται στο χωριό για την κατασκευή οικιών, ή χρησιμοποιείται στους μανδρότοιχους διαχωρισμού των γειτονικών χωραφιών ή στις "πεζούλες" συγκρατήσεως των χωμάτων.

Επίλογος: Με αδιαμφισβήτητα στοιχεία, (χάρτες, σχεδιαγράμματα, αεροφωτογραφίες φωτογραφίες ) τεκμηριώθηκε η ύπαρξη του κάστρου και προσδιορίστηκε, "με βάσει τις πληροφορίες που συνελέγησαν από το ίδιο το αντικείμενο μελέτης", σε συνδυασμό με τις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή κατά τις διάφορες ιστορικές περιόδους και την εξέλιξη της οχυρωτικής - πολιορκητικής τέχνης, ο χρόνος κατασκευής του κάστρου οι διάφορες επεμβάσεις, επισκευές, μετατροπές και ο ρόλος του, στην πολυετή ιστορία του.

Πιθανολογήθηκε λοιπόν ότι, ο χρόνος κατασκευής του ανάγεται στην προϊστορική περίοδο όταν "η οχυρωτική τέχνη περιωρίζετο στην ανέγερση, γύρω από ένα κατάλληλο, ψηλό και απρόσιτο εδαφικό σημείο της ακρόπολης ενός απλού τείχους. Το αμυντικό αυτό έργο ακολουθούσε την τοπογραφική μορφή του εδάφους και ήταν σε όλες τις πλευρές του ομοιόμορφο χωρίς προεξοχές και χωρίς πύργους" [27].

Επεμβάσεις έγιναν μάλλον κατά την φραγκοκρατία, πρόκειται για τις προσθήκες πύργων πλαγιοφυλάξεως και την κατασκευή δεξαμενών νερού. Προφανής σκοπός του κάστρου ήταν η προστασία των κατοίκων, η διευκόλυνση των επικοινωνιών δια των γνωστών φωτεινών σημάτων, των φρυκτωριών η καμινοβιγγλίων, μεταξύ των σημαντικότερων κέντρων της ευρύτερης περιοχής και το προπύργιο, το παρατηρητήριο, οι "προφυλακές μάχης" του Ορχομενού, της Μεγαλόπολης και του Μιστρά, των οποίων απετέλεσε την μεθόριο κατά διάφορα χρονικά διαστήματα.

Η παρουσία του ήταν συνεχής για περισσότερο από 2500 χρόνια.

Σήμερα παρ' όλο ότι στην κορυφή του βουνού, τα καταστρεμμένα τείχη δηλώνουν απλά την ύπαρξη του κάστρου, αυτά τα ερείπια, μετά από λεπτομερή εξέταση από τους ειδικούς, πιστεύω πως έχουν την δυνατότητα να φανερώσουν πληρέστερα τον ρόλο του στη χιλιόχρονη ιστορία του.

 


Σημειώσεις-Βιβλιογραφία.

[1] Γκρόπα, ιταλική λέξη που σημαίνει απότμηση κορυφής. Ιταλο-Ελληνικό λεξικό

[2] Πρόκειται για το τμήμα που κατά την τουρκοκρατία ονομάζετο Λοιοδώρα.

[3] Ανατολικά στους πρόποδες του βουνού Φραντζέτα στην απότομη πλαγιά υπάρχουν σπηλιές, κλεισμένες αριστοτεχνικά με τοιχοποιϊα μεγάλου πλάτους, με είσοδο ασφαλείας, με ντουφεκήθρες,και με εμφανή υπολείμματα υδροδότησης. Δεν θάταν παρακινδυνευμένο να υποτεθεί ότι εκτος από χωροι αναμονής-αμύνης θα ηταν και το κρυφό σχολειό του χωριού στα χρόνια της τούρκικης σκλαβιάς.

[4] Στο Θαυμάσιον όρος, σήμερα ονομάζεται Μαδάρα υψ. 1583 , έγινε η εξαπάτηση του Κρόνου από την Ρέα , η οποία αφού γέννησε τον Δία στο Λύκαιο , ήλθε εδώ και του έδωσε , αντί για το νεογέννητο παιδί να καταπιεί ένα σπαργανωμένο λίθο. ( Παυσανίου , Αρκαδικά ,κεφ. 36 , παρ.3 ).

[5] Το όρος ονομάζεται Λύκαιο, το ονομάζουν δε και Όλυμπον, καθώς και ιερά κορυφή μερικοί από τους Αρκάδες, σ' αυτό το όρος λέγεται ότι ανετράφει ο Ζεύς . ( Παυσανίου, Αρκαδικά, Κεφ. 38, παρ 2 )

(6) Υπάρχει πάνω από τον ναό του Επικουρείου Απόλλωνος τοποθεσία που ονομάζεται Κώτιλον , υπάρχει και προσωνυμία της Αφροδίτης "εν Κωτίλω ", εσώζετο δε ακόμη ναός χωρίς οροφήν και άγαλμα της θεάς. ( Παυσανίου , Αρκαδικά , κεφ. 41 , παρ. 10 ).

[7] Αρτοζήνος (ο άρτος του Ζηνός, ο Ζεύς του Διός, Διί, . . αλλά και Ζηνός, Ζηνί, κ.τ.λ. και κατά συνέπεια : Αρτος - Ζηνός , Αρτοζήνος ).

[8] Περιτειχισμένος χώρος στην Ολυμπία, όπου υπήρχαν τα κυριότερα, ιερά, ναοί και άλλα μνημεία τέχνης της αρχαιότητος .

[9] Κατά την μέθοδον αυτήν ο σύνδεσμος μεταξύ δύο σταθμών , οι οποίοι ευρίσκοντο σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων εγίνετο με φωτιές τις οποίες άναπταν σε ενδιάμεσα υψηλά σημεία του εδάφους .Αι πυραί αυταί αναλόγως του μεγέθους , του αριθμού , της διαρκείας ,είχαν ανάλογον και προκαθωρισμένην σημασίαν . ( Ο Αρης εις την γην . σελ 44 . Εκδόσεις ΓΕΣ 1964 ).

[10] Ομήρου Ιλιάς , Β 604 . Πολύμηλος : με πολλά πρόβατα. Ο Ορχομενός ήταν πάνω σε ύψωμα , βόρεια του Λεβιδίου εκεί όπου σήμερα είναι το χωριό Καλπάκι.

[11] Η μεγαλύτερη φράγκικη βαρονία της Πελοποννήσου με είκοσι τεσσερα ιπποτικά φέουδα, ευρίσκετο κοντά στο Βυζίκι.

[12] Οι φρυκτωρίες των αρχαίων, στα βυζαντινά χρόνια ελέγοντο καμινοβίγλια.

[13] Πρόκειται για το Ποντικόκαστρο.

[14] Το γνωστό Castel Tornese, επί του όρους Χελωνάτα της Ήλείας, το σημερινό Κάστρο.

[15] Οι περιοχές αυτές μνημονεύονται ακόμη και σήμερα σαν προσφιλή λημέρια των κλεφτών και μάλιστα των Κολοκοτρωναίων. Νοτιοδυτικά του Αρτοζήνου και βόρεια του βουνού Στουρνάρι είναι η τοποθεσία "πέντ' αλώνια" όπου λημέριαζε ο γνωστός κλέφτης Δήμος, "βγαίνει στα πέντ' αλώνια και αγνάντιο στο χωριό" όπως λεει και το τραγούδι. Αλλά και ο Κολοκοτρώνης όταν ήταν στη Ζάκυνθο παρατηρούσε από το κάστρο στον Μοριά όλες εκείνες τις τοποθεσίες που "ήταν αξιοσημείωτες από διάφορα ιστορικά γεγονότα"

Ο Θοδωράκης κάθεται στης Ζάκυνθος το κάστρο

Βάνει το κιάλι και κοιτά και το Μοριά αγναντεύει,

Βλέπει της Κόρθος τα βουνά, βλέπει τα πέντ' αλώνια. . .

Από τους στοίχους του τραγουδιού φαίνεται η ύπαρξη και η κατάταξη του τοπωνυμίου πέντ' αλώνια, σαν γνωστή θέση στη συνείδηση του λαού από τα διάφορα ιστορικά γεγονότα που αποθανάτιζε η λαϊκή μούσα. Γορτυνιακόν Ημερολόγιον 1948, Αράχοβα η Γορτυνιακή και το περί αυτής δημώδες άσμα του κλέφτου Δήμου. Τ. Γριτσοπούλου, σελ. 30-42.

[16] Τόσον οι πλευρές όσο και οι γωνίες που καθορίζουν το σχήμα του κάστρου είναι ασαφείς. Οι μετρήσεις επί του εδάφους είναι δύσκολες και σε πολλά σημεία αδύνατες. Στην προκειμένη περίπτωση ο προσδιορισμός τους έγινε και από αεροφωτογραφίες μετά από στερεοσκοπική εξέταση της περιοχής. Η ΒΑκαι Β πλευρά φαίνονται ευθείες ενώ οι ΝΑκαι Ν ως καμπύλες, παρ' όλα αυτά το ελλειψοειδές εξάπλεύρο συμμετρικό ως προς τον κεντρικό άξονα όπως περιγράφεται προσεγγίζει περισσότερο την πραγματικότητα.

[17] Η οχυρωτική τέχνη, σαν σύστημα αμύνης ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στους χρόνους της ιστορουμένης εποχής. Τα Κυκλώπια τείχη, της εποχης της ακμής των Μυκηνών, των οποίων λείψανα σώζονται ακόμη σε διάφορα μέρη της Ελλάδος, μαρτυρούν αφ' ενός τις τεχνικές γνώσεις και μεθόδους των προγόνων μας σ' αυτό το είδος αμύνης και αφ ετέρου δείχνουν την προοδευτική ανάπτυξη των ιδεών τους σχετικά με την οχύρωση. Η οχυρωτική τέχνη αρχικά περιωρίζετο στην ανέγερση γύρω από ένα κατάλληλο, ψηλό και απρόσιτο εδαφικό σημείο της Ακροπόλεως ενός απλού τείχους. Το αμυντικό αυτό έργο ακολουθούσε την τοπογραφική μορφή του εδάφους και ήταν σε όλες τις πλευρές του ομοιόμορφο χωρίς προεξοχές και χωρίς πύργους. Ο Αρης εις την Γήν, Εκδόσεις ΓΕΣ 1965, σελ. 42.

[18] Το κυκλώπειο σύστημα τειχοποιίας απαντά στα τείχη των μυκηναϊκών ακροπόλεων. Πελώριοι λίθοι με στοιχειώδη κατεργασία (έχει διαμορφωθεί μόνο ένα πρόσωπο ), κτίζονται χωρίς παρεμβολή κονιάματος, ενώ τα μεταξύ τους κενά κλείνονται με μικρότερους λίθους. Οι πύλες των τειχών κτίζονται στο ίδιο πνεύμα, μεγαλιθικές, με κολοσσιαίους λίθους. Το όνομα κυκλώπειο οφείλεται στους Έλληνες της κλασσικής εποχής. Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής , Χαρ. Μπούρα, Εκδόσεις Συμμετρία, Αθήνα 1999, τ. 1ος , σελ. 108.

[19] Πολεμική Τέχνη επί Ξενοφώντος, Εκδόσεις ΓΕΣ 1973, σελ. 85. Τα συμβατικά όρια της ελληνιστικής περιόδου είναι το 323 π. Χ. έτος του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και το 146 π.Χ. έτος της καταστροφής της Κορίνθου από τους Ρωμαίους, ή το 30 π.Χ. χρονιά της καταλύσεως του τελευταίου κράτους των διαδόχων, της Αιγύπτου.

[20] Η αρχαϊκή περίοδος αρχίζει περίπου το 700 π.Χ. και λήγει με τους περσικούς πολέμους το 480 π.Χ.

[21] Όπως: Απολλοδώρου Πολιορκητικά, Αθηναίου περί Μηχανημάτων, Ανωνύμου Βυζαντίου Βιβλίον Τακτικόν, Φιλωνος Βυζαντίου Μηχανική σύνταξις, Βιτρουβίου βιβλίο 10ο, Πολιορκητικές Μηχανές, Eric Myraise, Εισαγωγή εις την Στρατιωτικήν Ιστορίαν, Εκδόσεις ΓΕΣ, Αθήναι 1966

[22] Προπύργιο του Ορχομενου ήταν μέχρι το 371π.Χ. , και της Μεγαλόπολης μέχρι το έτος 223 π.Χ. Την μεθόριο του Δεσποτάτου του Μυστρά απετέλεσε από το 1320 μέρι το 1432, όταν ολόκληρη η Πελοπόννησος εκτός από την Μεθώνη, Κορώνη, Ναύπλιο και Άργος είχε απελευθερωθεί από τους Φράγκους.

[23] Πρόκειται για τα κάστρα, του Ζούμπελα στο Λάδωνα, της Ακοβας, του Βαλτεσινίκου, του Αργυρόκαστρου στα Μαγούλιανα, του Αγγελοκάστρου, του Μπεζενίκου,του Ορχομενού στο Καλπάκι, της Συλίμνας, των Τρικόρφων, της Δαβιάς, της Πιάνας και της Καρύταινας.

[24] ....το λέγουν Πελοπόννεσον, ούτος τον ονομάζουν,

ουδέν είχεν καταπαντού, μόνον δώδεκα κάστρη. . .

όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο Χρονικόν του Μορέως, Π. Καλονάρου, Εκδ Εκάτη. στ. 1405, σελ. 60. Αυτά τα κάστρα ήσαν: της Πάτρας, το Ποντικόκαστρον, του Νικλίου, της Βελιοστής, της Αρκαδιάς, της Κορώνης, της Καλαμάτας, του Ναυπλίου, του Άργους, της Κορίνθου, της Μονεμβασίας και του Αρακλόβου. Έχουν προσδιορισθεί ακριβώς οι θέσεις των 11. Πλανάται σχεδόν σ' όλη την Πελοπόννησο και δεν έχει αναγνωρισθεί ακόμη η θέση του Αρακλόβου.

[25] Το χρονικόν του Μορέως, Π. Καλονάρου, Εκδ. Εκάτη, στ. 4859,5046, 5205.

[26] Ελληνική πόλη της Μικράς Ασίας, την οποία οι Τούρκοι τον 13ο αιώνα, αφού την λεηλάτησαν και οδήγησαν τον πληθυσμό της στη δουλεία ή τις σφαγές την μετονόμασαν σε Καρά Χισάρ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών ΑΕ, τόμος Θ΄, σελ. 319.

[27] Όπως: Απολλοδώρου Πολιορκητικά, Αθηναίου περί Μηχανημάτων, Ανωνύμου Βυζαντίου Βιβλίον Τακτικό, Φίλωνος Βυζαντίου Μηχανική σύνταξις, Βιτρούβιου βιβλίο 10ο, Πολιορκητικές Μηχανές, Eric Myraise, Εισαγωγή εις την Στρατιωτικήν Ιστορίαν, Εκδόσεις ΓΕΣ, Αθήναι 1966.

Χρ. Αθ. Μαραγκός υποστράτηγος ε.α.

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Το Δημοτικό Σχολείο άρχισε να χτίζεται τον Αύγουστο του 1936. Επειδή τότε δεν πήγαινε αυτοκίνητο στου Σέρβου, τα τσιμέντα τα κουβάλησαν με μουλάρια από τα Λαγκάδια. Τις σιδερόβεργες όμως για την πλάκα, λόγω του μήκους τους και της φύσης του μονοπατιού δεν μπορούσαν να τις φορτώσουν στα ζώα και γι' αυτό τις κουβάλησαν οι Σερβαίοι στον ώμο από τα Λαγκάδια. Οι εργασίες σταμάτησαν λόγω του πολέμου και συνεχίστηκαν μετά το 1949. Οι αίθουσες του σχολείου άνοιξαν για τους μαθητές το 1954.