Φαντάσου

Φαντάσου, πως γεννήθηκες μόνος, μόνη, σου στην ζωή!...

Σε αυτόν τον κόσμο!..

Κι ο κόσμος, είναι αυτός που είναι...  Όπως είναι!..

Φαντάσου, πως υπάρχει πολύς αέρας, νερό, ψωμί, και  τα άλλα,

προφαντά...μπόλικα!...

Να φας και να περισσεύσουν!

Φαντάσου, πως γεννήθηκε και ένας άλλος άνθρωπος, που φαίνεται,

ίδιος, σαν και εσένα

Και σου έπαιρνε και έτρωγε και αυτός από τα  δικά σου, τα περισσευούμενα!

Τα δεδομένα!.....

Φαντάσου πως δεν υπάρχουν νόμοι και δικαστήρια!

Φαντάσου, σκέψου, τι θα έκανες όταν έβλεπες και λιγόστευαν

αυτά τα περισσευούμενα;...

Που τα έχεις μαζεμένα;

Θα σκότωνες τον διπλανό σου άνθρωπο;...

Από το φόβο σου μήπως,  τα αγαθά τελειώσουν!...

Ή  θα έτρεχες να κρύψεις, από όσα μπόραγες να κρύψεις

από αυτά που η Φύση, ο Θεός, σου έχει δοσμένα;

Εάν  ναι! Και έτρεχες γρήγορα, αυτό, να κάνεις!....

Ποιο;   Το!...Το;

Για...Σκέψου!...Τί πας να κάνεις;....

Σκέψου... προκάνεις;...

Και πρώτα-πρώτα, Τι;...

Σκέψου!.. Αποφάσισε!..

Ποιά θα έκρυβες;...

Τί θα φυλάξεις; Να  γλιτώσεις;...

Σαν τον άνθρωπο δεν μπόραγες να σκοτώσεις!...

Να τον πεθάνεις!...

Φαντάσου- φαντάσου!...

Και αν τον σκότωνες από βραδύς;... ..

φαντάσου!...

Πως την αυγή μεγάλος, ποιό δυνατός, να ξαναγεννιόταν!...

Τί θα έκανες; Πού  θα κρυβόσουν;...

Τί θα έκρυβες;  Πρώτα!...

Ποιό;.....

Το νερό, το αέρα , το ψωμί;

Η το χρυσάφι;

Αυτός, να είναι άκακος-άκακος!... Καλός!...

φτάνει ποια!... Νισάφι!...

Και νομίζω πως πρώτα, πρώτα θα έκρυβες το νερό.

Να πίνεις!...

Να ξεδιψάσεις!

Ας είναι μπόλικο στην πλάση!

Τον αέρα, δεν θα το καταλάβαινες.

Θα τον είχες δεδομένο,

Έτσι παρατημένο!...

Το ψωμί σε λίγο, που θα το έκρυβες...

Θα ήταν, μουχλιασμένο!...μολυσμένο!

Το χρυσάφι;

Στα καταχθόνια, θαρρώ, θα το έχει καταχωνιασμένο!

Άχρηστο, ας είναι για ζωή!...

Επειδή  είδες,  το έκλεψε και το έκρυψε, κι ο άλλος!

Ποιος;

Ο διάβολος!... Ο μεγάλος!...

Και...

Το λαμόγιο!... Ο πονηρός!... Ο...Ο...Ο!...

Πως είναι, το κάτι το καλό, το σπουδαίο, το μεγάλο!

Το κάτι τις, το άλλο!.

Έτσι ξεφύτρωσε η πλεονεξία στην ζωή!

Αντάμα και η αχαριστία!...

Τα άχρηστα, μαζεύει!..

Την ζωή του άλλου την παιδεύει!.... και μπερδεύει!...

Και τότε μόνο, το κάτι τις, θα αλλάξει!

Όταν, θα ιδείτε να χάνεται το ηλιοβασίλεμα,

αυτό που προσπαθεί ο άνθρωπος, τώρα να φτιάξει!...

Να  κρύψει!..τα κλεμμένα, τα πολλά!...

Τον άλλον, να ξεγελάσει!...

Και αν γίνει αυτό!... το ηλιοβασίλεμα!....

Τότε κτυπάτε, χαρούμενα στις εκκλησιές, τα σήμαντρα.

Χαρμόσυνα,   ούλες του κόσμου τις καμπάνες!

Αυτούς τους ήχους, μη φοβάστε!

Την γνώση ,μόνο κρατάτε!...

Ήρθε στην γη Ειρήνη!....

Ο παράδεισος! ....

06.11.2010   Γ ιάννης Στ. Βέργος  [ Γορτύνιος]


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.