Το νοικοκυριό



Το νοικοκυριό

Η Χώρα η δική μας, μου φαίνεται πως μοιάζει, με το νοικοκυριό, που ο νοικοκύρης λείπει, που και η κυρά του, θέλει και αυτή, την καλοπέραση της.

Αυτή!...Πιάνει ψωνίζει βερεσέ σε όλα τα μαγαζιά του χωριού.

Πηγαίνει και στην χώρα!...

Και όποιος και όσα και όπου, ότι της δίνουνε παίρνει. Και για την καλοπέραση της, λουκούμια, καραμέλες παίρνει μπόλικες, για αυτή και τα παιδιά της....

Για να χορτάσει την κοιλιά της!... μοιράζει και στην γειτόνισσά της!...

Τα παιδιά, σαν τσαπώσανε και αυτά λιγάκι, δεν τα έμαθε τις κότες να ταΐζουν, αυγά για να γεννάνε, αλλά τα συμβούλευε από τα δανεικά, τα αυγά, να φάνε!

Βγήκαν και αυτά στην πιάτσα, στην αγορά, στα μαγαζιά, και όπως ήσαν κακομαθημένα, με το κιτάπι ψωνίζανε αδιακρίτως, για να φάνε, χωρίς να ξέρουνε στον ποιόν, που, τα πόσα και γιατί χρεωστάνε.

Έτσι περνούσαν στο νοικοκυριό, την ζωή τους, για την ευχαρίστηση τους, στην τεμπελιά, στην καλοπέραση, στην ραθυμία, χωρίς στην δουλειά, για προκοπή, καμία προθυμία!..

Ήρθε η ώρα, που οι χρεοφειλέτες έστειλαν στον νοικοκύρη το λογαριασμό και αυτός τραβάει τα μαλλιά του.... Εχάθηκε η λαλιά του...

Το πώς τώρα να θρέψει τα παιδιά του;...

Δεν ξέρει από το που να αρχίσει... Σε ποιόν, το τι, τα πόσα να πληρώσει;...

Το πως τα κακά αυτά να διορθώσει;...Να διώξει... Το νοικοκυριό του να γλιτώσει;...

Και μόλις το ένα χρέος, ξεχρεώνει, το άλλο, αμέσως ξεφυτρώνει, σαν την λερναία Ύδρα, που όλοι τους την είδαν...Μα κανείς δεν ζυγώνει... και ποιος την σκοτώνει;

Που τώρα πια θεριώνει, του τραβάει και το παντελόνι!...

Ποιος τώρα τον σώνει;...

Που και αυτός τώρα έχει  την Αχίλλειο φτέρνα;

Στο νοικοκυριό, όλοι τους, δεν βάζουν φρένα!...

Δεν έχει στην φαρέτρα, τα φαρμακερά τα βέλη!...Το τέρας να σκοτώσει!...Το νοικοκυριό να περισώσει...

Και αυτό, το στοιχειό, χαμπάρι τον επαίρνει και τον περιπαίζει.

Παίζει τώρα με αυτόνε το κρυφτούλι, για να γελάνε τριγύρω ούλοι!

Τώρα που οι χωροφύλακες, τριγύρω, γύρο, μαζί με τους κλητήρες τριγυρνάνε και από τα στρεματιάτικα ακόμη, το μερδικό ζητάνε...

Το δίνει, χωρίς να κρίνει και άκρη, τελειωμό δεν έχει, δεν βρίσκει. Το για να βρεθεί η άκρη, πρέπει να την λογαριάσει, να την καταγράψει, με το μολύβι στο τεφτέρι, το πόσα και το που χρωστάει και πως και πότε, το τι πληρώνει, για να ξεχρεώνει...

Αμέσως, τώρα γρήγορα πρέπει να αποφασίσει, και αν έχουνε μείνει στο νοικοκυριό, αναχρικά, κεντήματα, ασημικά ,κιλίμια και κειμήλια από νωρίς, χωρίς να αργήσει, πρέπει να αρχίσει να πουλήσει!... χωρίς να τον πάρουνε χαμπάρι, γιατί από το σφυρί ο χρεοφειλέτης στο τζάμπα, θέλει να του τα πάρει.

Και πρώτα, πρώτα, από όλα αυτά, την απόφαση να πάρει την μεγάλη, χωρίς λύπηση, χωρίς καμία χάρη, την σπάταλη νοικοκυρά πρέπει να διώξει ή να σκοτώσει, σαν θέλει τα παιδιά του, να γλυτώσει...

Και προσοχή τώρα μεγάλη, αυτά να τα κάνει χωρίς ζάλη!...

Μόνο το χώμα, την Γη, να κρατήσει!...Να μη πουλήσει!...

Και από την αρχή με υπόληψη, για προκοπή να αρχίσει.

Γιάννης Στ Βέργος {Γορτύνιος }


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.