Θέλουμε τι θέλουμε;...

Θέλουμε τι θέλουμε;...
(Σκωπτικά...)

Θέλουμε...
Τι θέλουμε;...Όλα αυτά!...
Τα θέλουμε όλα και ο καθένας μας τουλάχιστο έχει και θέλει και από ένα θέλω...
Δεν εξετάζουμε τι ξέρω;...
Για το θέλω!...

Όλοι μας θέλουμε λεφτά, επιδόματα, φαί, τεμπελιά και διασκεδάσεις...
Και πρώτα-πρώτα θέλουμε όλοι μας,..
Χωρίς προβληματισμό που θα βρεθούν όλα αυτά, καθένας μας ανέμελα, να χορτάσει...
Και στον επίγειο παράδεισο ο καθένας μας, αναπαυτικά να πάει να κάτσει...

Να έχουμε γνώμη στηβαρή, απόφαση και εξουσία, τους άλλους να βάλουμε στη γραμμή, να τους βάλουμε σε τάξη....
Και μετά, αλίμονό τους ας γράψει...

Και να τι λέει και θέλει για να βρει ο άλλος τα λεφτά φουριόζος.
Ο γουλόζος.
Θα ήθελα να ήμουνα, για μια βδομαδούλα διοικητής αυτής της μεγάλης τράπεζας της Ευρώπης!
Χωρίς να έχω τις οικονομικές τις γνώσεις...
Να έβγαζα χέρι-χέρι, γρήγορα τα ευρά, να μοίραζα τοις ανθρώποις.
Ανέμελα να ζούνε, να γλεντάνε,..
Ευτυχισμένα να περνάνε....

Όλοι θέλουμε να γίνουμε τρανοί, να έχουμε πυγμή μεγάλη, για μας παρακαλάνε, να ζητάνε γονατιστοί οι άλλοι, της διευκόλυνσης, τη χάρη...
Κανένας τους, να μη μπορεί να τσάξει...

Άχ λέει ο άλλος:
Να ήμουνα και πρωθυπουργός, μόνο για τρεις ημέρες, να δεiς πως θα τα είχα φτιάξει...
Θα δούλευαν, θα λειτουργούσαν όλα, εν τάξη!...
Σαν το Ελβετικό ρολόι!...
Που το θαυμάζουν όλοι...
Να ήμουνα πολύ τρανός αργηγός στη δικαιοσύνη...
Τη σύνθεσή των δικαστηρίων να κανόνιζα, να επικύρωνα, να καταργούσα νόμους και αποφάσεις ...
Να ήμουνα και για λίγο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας.... Nα έβγαζα όλους τους νόμους αντισυνταγματικούς και όλες τις υπουργικές αποφάσεις, για να μη μπορούν οι υπουργοί οι εργοδότες και όλοι οι πονηροί, οι παραμπάτιδες μετά, να βρίσκουν προφάσεις.
Αχ και να ήμουνα δικαστής;,...
Τότε...
Όλοι οι παράνομοι να κόψουν τον λαιμό τους...

Θα ήθελα να ήμουνα και Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, της ολομέλειας για μία συνεδρίαση και μόνο...
Να εξαφάνιζα όλους τους παρανόμους...
Και δεν το καταλαβαίνουμε, αυτό που θέλουμε και θέλουμε...
Πραγματικά, αλήθεια το θέλουμε?...

Όμως όλοι μας θέλουμε:

1) Θέλουμε τους παράνομους, για να ασχολούμαστε με αυτούς να φτιάχνουμε τους νόμους, για να ξεφεύγουν οι τρανοί παράνομοι και για να είναι οι νόμοι οι ξόβεργες, για τα πεινασμένα τσιροπούλια ....

2) Θέλουμε την αλήθεια από τους μικρούς, τους τίμιους και ηθικούς και υποκρισία από τους τρανούς, που κάνουν τους φτωχούς τους τίμιους τους κατατρεχμένους συνέχεια και πάντα τους αδικημένους, για να τους βοηθάνε οι φτωχοί και με τον τρόπο τους να λένε:
" Βοήθα με, φτωχέ, να μη σου μοιάσω..."
Και να τους περιγελάνε ....

3) Γενίκευση στην προσφορά, στους φόρους, στη δουλειά....
Και εξαιρέσεις στη μπουκιά!...
"Το ψαχνό να φάει ο κηφήνας και ο καλοφαγάς, το κόκαλο ο εργάτης"
Και πολύ του είναι....

4) "Όλα τα λουριά στο μαύρο (βόδι) για να βγει η αυλακιά πέρα...

"Στο βόδι βάλε του σανό ...
Στου αλόγου τον ντορβά, βάλε κριθάρι!..".

Το νόησαν αυτό, όλοι οι άλλοι?...

Και τώρα που ήρθανε στη Χώρα ημέρες δύσκολες και οι χρόνοι οργησμένοι...
Και στην Πόλη η Αγιά Σοφιά!...
Σεβασμό προσμένει...
Το μόνο που δεν θα ήθελα από όλα μου τα θέλω, τώρα που μεγάλωσα και μέστωσα, έπηξε το μυαλό μου, δεν θα ήθελα να ήμουνα στρατηγός, Αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, το στράτευμα να διατάζω σε πόλεμο να πάει.
Να κάνω αδέρφια χωρίς αδερφούς, γυναίκες δίχως άντρες, να κάνω μανάδες μαυροφορεμένες, όλο χρονικώς να κλαίνε για τα παιδιά τους....
Να κάνω και ορφανά παιδιά...
Να κλαίνε για το ψωμί, να κλαίνε για το γάλα...

Γιάννης Στ. Βέργος (gortynios.isv)
11/07/2020
(10/07/20 Ανακύρηξη της Αγίας Σοφίας σε Τζαμί.)


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.